Φλώρινα



Τα άγονα ορεινά χωριά, τα κυκλωμένα από βουνά και δάση, με ελάχιστη ή καθόλου καλλιεργήσιμη γη, αναπτύσσουν επαγγέλματα σχετικά με το περιβάλλον τους, όπως του κτηνοτρόφου, του λατόμου, του υλοτόμου, οι οποίοι συχνά εξελίσσονται σε τεχνίτες, είτε οικοδόμους κτιστάδες, είτε ξυλουργούς. Από τις ίδιες ομάδες προέρχονται και καλλιτέχνες λιθοξόοι (πελεκάνοι), ξυλόγλυπτες (ταγιαδόροι) και ζωγράφοι (μπογιατζήδες). Όλοι αυτοί οι επαγγελματίες συμπράττουν στην οικοδομική τέχνη.
Τα περίφημα μαστοροχώρια της Φλώρινας, τ' αρβανίτικα όπως αποκαλούνται χωριά, Λέχοβο, Φλάμπουρο, Δροσοπηγή, ανήκουν στην πιο πάνω κατηγορία. Ολα σκαλωμένα στις υπώρειες της οροσειράς Βέρνον (Βίτσι) προς το νότιο μέρος του νομού, ιδρύθηκαν τον 18ο και 19ο αιώνα από κυνηγημένους Ηπειρώτες Αρβανιτόβλαχους, που ήταν εγκαταστημένοι βόρεια της περιοχής της Κόνιτσας, κοιτίδας αυτών των επαγγελμάτων. Οι έποικοι, μαζί με την ιστορία των εθνικών τους αγώνων και των συνεχών μετακινήσεων, έφεραν μία παράδοση αιώνων στην τέχνη του κτισίματος. Αντίστοιχες εγκαταστάσεις ηπειρωτών προσφύγων δημιούργησαν τα μαστοροχώρια του Βοΐου Κοζάνης, των Γρεβενών και της Καστοριάς.
(Λέχοβο, ναός Αγίου Δημητρίου, ανατολική όψη)
Το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, ως τα μέσα του 20ού, η οικοδομική ή κτιστική τέχνη είχε ενδιαφέρον για την περιοχή, γιατί συνέβαλε στην εντόπια οικονομία, αλλά και στην ιδιαίτερη αρχιτεκτονική μορφή της. Ευτυχώς, σήμερα σώζονται αρκετά τεκμήρια της δραστηριότητας τους, όπως είναι οι γραπτές και οι προφορικές μαρτυρίες των τεχνιτών που ζουν, προπαντός όμως τα ίδια τα κτίσματα, έργα των παλαιών μαστόρων. Αυτά, άλλοτε μνημειακά και άλλοτε ταπεινά και απλά, σημαδεύουν την εποχή κατά την οποία η παραδοσιακή τέχνη της πέτρας, της λάσπης και του ξύλου, έδινε αριστουργήματα φτιαγμένα με τα χέρια και την ψυχή.
Τα έργα των κτιστάδων ήταν ιδιωτικά, κοινοτικά και δημόσια. Από τη μία πλευρά ήταν οι απλές κατασκευές, όπως μαντρότοιχοι και αντιστηρίγματα, σταυλαχυρώνες, αποθήκες, οικογενειακοί φούρνοι και φτωχικά σπίτια. Από την άλλη, υπήρχαν οι σύνθετες και δύσκολες κατασκευές, όπως βρύσες και πηγάδια, υδραγωγεία και φράγματα, μύλοι και γεφύρια, δρόμοι και αντερείσματα οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου, χάνια και ξενοδοχεία, αρχοντικές κατοικίες και παλάτια. Τα οικοδομήματα, όμως, που έχουν μνημειακό χαρακτήρα είναι οι εκκλησιές, τα καμπαναριά, τα τζαμιά και οι μιναρέδες, τα σχολεία και τα μεγάλα εκπαιδευτήρια. Γενικά, όλα τα δημόσια κτήρια, όπως τα λουτρά, τα μπεζεστένια (κλειστές αγορές), τα θέατρα και γυμναστήρια, τα μουσεία, οι τράπεζες, οι σταθμοί τρένων, οι στρατώνες, τα νοσοκομεία, τα δικαστήρια, τα διοικητήρια κ.α. Τα τελευταία, λόγω της επιμελημένης κατασκευής τους και των ανθεκτικών υλικών αντιστάθηκαν περισσότερο στον χρόνο. Σ' όλα αυτά αποτυπώνεται η μαστοριά και το μεράκι.
Τα κτίσματα είναι φτιαγμένα από τα υλικά κάθε περιοχής, επηρεασμένα από την τεχνοτροπία, τα αισθητικά ρεύματα και τις συνθήκες της κάθε εποχής. Αντικατοπτρίζουν την οικονομική και κοινωνική κατάσταση του νοικοκύρη —γενικά του παραγγελιοδόχου- σε συνάρτηση με τον βαθμό του πολιτιστικού του επιπέδου. Στη Φλώρινα (πόλη και χωριά) ξεχωρίζουν τα γνωστά με την ονομασία τουρκόσπιτα, κατασκευασμένα από μικτή τεχνική, με πέτρα στη βάση και ελαφρά κατασκευή στον όροφο, από τσατμά με χαγιάτι ή σαχνισί. Το χαγιάτι, βέβαια, έρχεται κατευθείαν από την αρχαιότητα (βλ. αρχαιολογικά ευρήματα Πετρών Αμυνταίου) και το σαχνισί από τον βυζαντινό πρόβολο (βλ. καστρόπυργους και μοναστήρια). Αυτά είναι κοινής μορφής σ' όλη τη χερσόνησο του Αίμου και χαρακτηρίζουν την τοπική μακεδονική αρχιτεκτονική. Στα πεδινά, προσφυγικά, χωριά κυριαρχούν τα πλίνθινα σπίτια από άψητες πλίνθους και πιο πρόσφατα από τούβλα. Σε ορισμένα μέρη, ορεινά κυρίως, δεσπόζουν τα πέτρινα οικοδομήματα, όπου αποτυπώνεται ιδιαίτερα η τέχνη των πετροκτιστάδων. Στην πόλη της Φλώρινας από το 1919 και εξής αναπτύχθηκε ένα ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό σχήμα επηρεασμένο από ευρωπαϊκά και κλασικά πρότυπα.
Από την εποχή της Τουρκοκρατίας η φήμη των μαστόρων της Φλώρινας είχε ξεπεράσει τα όρια της Μακεδονίας, της Θράκης, της Θεσσαλίας και απλώθηκε σ' όλη τη χερσόνησο του Αίμου, τη νότια Ελλάδα και τη Μικρά Ασία ως τη Συρία και την Αίγυπτο. Ο απόηχος της δόξας των κτιστάδων, ακούγεται ως σήμερα στα πέρατα του κόσμου. Το επάγγελμά τους ήταν κληρονομικό και κινούνταν μέσα σε συγγενικά και τοπικά πλαίσια, όπως και πολλά άλλα στην παραδοσιακή κοινωνία. Δούλευαν οργανωμένοι σε ομάδες που τις έλεγαν παρέες, μπουλούκια ή κομπανίες, με τον αρχιμάστορα, τους μαστόρους και τους βοηθούς τέσσερα μέχρι έξι άτομα, ενώ για μεγάλα έργα μπορούσαν να είναι και περισσότεροι.
Αρχηγός της παρέας ήταν ο αρχιμάστορας ή πρωτομάστορας, συνήθως αναγνωρισμένος πελεκητής της πέτρας και καλύτερος κτίστης, γι' αυτό και καταξιωμένος κοινωνικά. Συχνά, το όνομά του συνδέθηκε με μεγάλα έργα και τραγουδήθηκε από τη λαϊκή ποίηση, όπως συνηθίζεται και στον υπόλοιπο ελληνικό χώρο. Ο αρχιμάστορας εύρισκε τις δουλειές και έκλεινε τις συμφωνίες. Ο ίδιος αξιολογούσε το οικόπεδο, επέλεγε τα υλικά και έκανε το σχέδιο, ανάλογα με το έδαφος, τις κλιματολογικές συνθήκες, τη θέση στον οικισμό, τις οικογενειακές επαγγελματικές και κοινωνικές ανάγκες του ιδιοκτήτη. Τέλος, προσδιόριζε τον χρόνο έναρξης και ολοκλήρωσης του έργου, τον τρόπο πληρωμής και το ύψος της αμοιβής, σε συνάρτηση με τις άλλες παροχές (διαμονή, διατροφή κτλ.) και τις πρόσθετες εργασίες..
Οι παρέες ήταν συνήθως σταθερές και αυτό τις έκανε πιο ενωμένες και συντονισμένες. Τα τσιράκια, παιδιά επίσης μαστόρων, συγγενείς ή ψυχογιοί (δηλαδή, με πατέρα συγχωριανό ασχέτου επαγγέλματος, ή ορφανά υπό την προστασία του μάστορα), μετά από έξι χρόνια εξάσκησης έμπαιναν στην τέχνη. «Ερχονταν δώδεκα χρονώ και έπιαναν μυστρί παλληκαράκια για γάμο».
Για να δουλέψουν οι μαστόροι «ξενητεύονταν», πήγαιναν κοντινά ή μακρινά ταξίδια, όπως βέβαια, έκαναν και άλλοι τεχνίτες της ίδιας εποχής Κάθε παρέα είχε τη δική της περιοχή και πελατεία. Οι ίδιοι σήμερα μιλούν για πολλούς τόπους μέσα στον νομό της Φλώρινας, στη Δυτική Μακεδονία, στην Αριδαία, στα Γιαννιτσά, που ήταν κοντινές περιοχές, στη Θεσσαλονίκη, στις Σέρρες και στη Θράκη, στο Άγιον Όρος σε μεγάλο βαθμό, στη Θεσσαλία και αλλού. Για κάθε μετακίνηση τους υπήρχαν ιδαίτεροι λόγοι, όπως συνήθως, πόλεμοι, σεισμοί και άλλες φυσικές καταστροφές, που δημιουργούσαν στον πληγέντα τόπο ανάγκες ανοικοδόμησης και κατασκευής μεγάλων ειρηνικών έργων, κρατικών κυρίως.
Η εποχή που έφευγαν ήταν σχεδόν καθορισμένη. Συνήθως, αυτό γινόταν τον Αϊ Γιώργη, μετά το Πάσχα, με επάνοδο τον Αϊ Δημήτρη, και άλλοτε η αναχώρηση των Αγίων Θεοδώρων, τον Φεβρουάριο, με επιστροφή τον Νοέμβριο. Σπανιότερα συνέβαινε να φεύγουν τον Σεπτέμβριο και να γυρίζουν τον Μάιο, και αυτό στις περιπτώσεις που κατέβαιναν νότια. Ξεκινούσαν όλοι μαζί με τελετουργικό τρόπο: λειτουργούνταν, γιόρταζαν στα σπίτια με τραγούδια ξενητιάς και αποχαιρετιούνταν πάνδημα στην έξοδο του χωριού με κλάματα αυτών που έμεναν καθώς έκαναν τα χαρακτηριστικά έθιμα για καλό δρόμο και καλές δουλειές. Πήγαιναν με τα πόδια ή με ζώα, ανάλογα με την απόσταση και την οικονομική δυνατότητα. Μεταπολεμικά χρησιμοποιούσαν το λεωφορείο και το τρένο και μετά το '60-'65 τα γεωργικά τους αυτοκίνητα. Οι αποσκευές που έπαιρναν μαζί τους, ήταν ελάχιστες και οι πιο απαραίτητες, όπως τα βασικά εργαλεία, ο μπόγος με τα ρούχα και την κουβέρτα, «τα μαμούνια» όπως τα έλεγαν οι Λεχοβίτες, και ο τουρβάς με την ξηροφαγία για τον δρόμο, δηλαδή ό,τι μπορούσαν να σηκώσουν στον ώμο, ή να φορτώσουν στα ζώα.

(Κρυσταλλοπηγή, ναός Αγ. Γεωργίου του 1850, με το τετραώροφο καμπαναριό του 1891. Μάρμαρο, πελεκητή πέτρα, μονολιθικές πλάκες στα γεισώματα και αστρέχες, ανάγλυφα στην πρόσοψη και την αψίδα του Ιερού Βήματος.)
Η διαμονή και η διατροφή των μαστόρων ήταν συνήθως μέλημα των νοικοκυραίων του σπιτιού, στο πλαίσιο της συνολικής συμφωνίας. Σε διαφορετική περίπτωση, οι κτίστες ήταν υποχρεωμένοι να εξασφαλίζουν μόνοι τους το κατάλυμα και να μαγειρεύουν για τον εαυτό τους, δουλειά που κατά κανόνα αναλάμβαναν τα τσιράκια. Η «πετρόσουπα» της γριάς που έκτιζε σπίτι, μαγειρεμένη όμως με τον τρόπο των κτιστάδων, ήταν το αγαπημένο τους φαγητό, και η συνταγή του κυκλοφορεί σαν ανέκδοτο. Τα κεράσματα στα διαλείμματα, που έκοβαν κάπως την πείνα των μαστόρων, αποτελοών άλλες ενδιαφέρουσες ιστορίες.
Η προετοιμασία και η συγκέντρωση των υλικών, όπως πέτρες, πλίνθοι, ξυλεία, συγκολλητικές ύλες (χώμα, νερό. άχυρο, μαλλί, ή ασβέστης, άμμος και τσιμέντο) και η μεταφορά τους, ήταν χρονοβόρο και δαπανηρό έργο που το αναλάμβανε, για οικονομικούς κυρίως λόγους, ο νοικοκύρης. Διαφορετικά, επιβαρύνονταν ο ίδιος τις δαπάνες, από τις πρόσθετες εργασίες που έκαναν γι' αυτό τον λόγο οι μαστόροι. Η σπουδαιότερη δουλειά ήταν η εξασφάλιση της πέτρας, που οι νοικοκυραίοι τη μάζευαν από την ιδιοκτησία τους (συλλεκτικοί λίθοι). Για ειδικές χρήσεις, (παραστάδες, ανώ-φλια, αψίδες, αστρέχες, σκαλοπάτια κ.ά.) πλήρωναν και έφερναν με ζώα πέτρες από το νταμάρι (λατομείο), πελεκημένες επί τόπου.
Η περιοχή της Φλώρινας, λόγω του ιδιόμορφου φυσικού της περιβάλλοντος, είχε πολλά λατομεία, με διαφορετικής ποιότητας πέτρες. Έτσι, στην Κρυσταλλοπηγή υπάρχουν μεγάλες μαρμαρόπλακες στο Βροντερό πυριτικές, μαλακές και κιτρινοκόκκινες πλάκες, κατάλληλες για διακοσμητικά ανάγλυφα, στους Λόφους, στη Βεύη και στο Κλειδί ασβεστολιθικές, στο Νυμφαίο σχιστολιθικές πλάκες για κάλυψη στεγών, στο Ξινό-Νερό πορώδεις κυβόλιθοι και στον Αγιο Παντελεήμονα γρανιτένιες γκριζογάλανες ή ασπροκίτρινες πέτρες.
Η κατασκευή άψητων πλίνθων, φτηνό ως οικοδομικό υλικό, ήταν επίσης χρονοβόρο έργο. Κατ'εξοχή, ήταν σε χρήση στα Κορέστια, λόγω του τοπίου με χωματόλοφους, αλλά και στα περισσότερα πεδινά μέρη. Τα «αρχοντόσπιτα της λάσπης», όπως λέγονται, δεν υστερούσαν σε τέχνη και στερεότητα. Μάλιστα, η ελαφρά και ευλύγιστη κατασκευή τους επάνω σε ποταμίσιες πέτρες, τα έκανε αντισεισμικά, χρειάζονταν όμως μεγάλη φροντίδα στη στέγη. Κεραμίδια και τούβλα ψήνονταν με τον ίδιο τρόπο όπως στην αρχαιότητα, στο Αρμενοχώρι, σε ιδιωτικούς φούρνους, τα λεγόμενα «σπιτικά καμίνια».
Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν οι κτιστά-δες ήταν τα μεγάλα για το άνοιγμα των θεμελίων, το ανακάτεμα της λάσπης και τη μεταφορά της, δηλαδή, αξίνες, κασμάδες, φτυάρια, βαριοπούλες, πηλοφόρια, τενεκέδες και καροτσάκια. Τα μικρά εργαλεία, που τα είχαν πάντα μαζί τους, ήταν το μυστρί και το σφυρί, το ζύγι (σαούλι ή νήμα της στάθμης), η γωνιά, το αλφάδι και το μέτρο. Μ' αυτά έκαναν το όρθωμα και το ίσιωμα του τοίχου Για το πελέκημα της πέτρας και τα σκαλίσματα ο λιθοξόος (πελεκάνος) χρησιμοποιούσε το κοπίδι, το πικούνι, το καλέμι, το κτένι, τη βελόνα, το κομπάσο (διαβήτη). Για τις ξυλο-δεσιές, τα ζωνάρια, τον σκελετό και το πέτσωμα της στέγης, τα πατώματα, τα ταβάνια και τα κουφώματα, ο κτίστης-ξυλουργός χρησιμοποιούσε πριόνι, σκεπάρνι, ροκάνι (πλάνη), καρφιά και σφυρί. Παραλείπουμε τα βαριά εργαλεία για την εξόρυξη της πέτρας, για το κόψιμο των ξύλων στο δάσος, καθώς και των άλλων τεχνικών που έπονται του βασικού κτισίματος.
Οι ειδικότητες που δημιουργούνταν από την εξειδίκευση ενός μάστορα ήταν εκείνη του τζακά, του σκεπά, του υδραυλικού του σοβατζή, του μπογιατζή (ζωγράφου), του ξυλόγλυπτη, κ. α. Η σπουδαιότερη όμως ειδικότητα, που αναδείκνυε τον μάστορα, ήταν του πελεκητή της πέτρας. Ήταν αυτός που την έπαιζε στα χέρια του και την έπλαθε όπως ήθελε, που γνώριζε όλες τις ιδιότητες της, γιατί «η πέτρα έχει εννέα πρόσωπα», όπως έλεγαν.
Τα είδη τοιχοποιίας με πέτρα ήταν η ξερολιθιά χωρίς κονίαμα, για μαντρότοιχους, η απλοτοιχία ή αργολιθοδομή από ακατέργαστη πέτρα, χωρίς τάξη και μορφή, που είναι το συνηθέστερο είδος, η σειρά ή ισόδομο, (σαν τούβλα) το μωσαϊκό ανώμαλο (με ορθογώνιες, αλλά ανόμοιες πέτρες), το μωσαϊκό με φόρμα (από τρίγωνες ή τετράγωνες ή εξάγωνες πέτρες) για πολυτελείς κατασκευές, το αρμολόι (δηλαδή αυλάκι συχνά βαμμένο) ανάμεσα στις πέτρες και η λαξευτή πέτρα με πλαίσιο που είναι το αποκορύφωμα της μαστοριάς. Το σύγχρονο κολυμβητό δεν συγκαταλέγεται στα τεχνικά είδη.
Σημάδια και επιγραφές βρίσκονται σε διάφορα οικοδομήματα. Οι μαστόροι του Ακρίτα (Μπούφι) έφτιαχναν από σουβά ανάγλυφα πρόσωπα, τις «μάσκες». Αλλοι σκάλιζαν στα υπέρθυρα ή στους γωνιόλιθους εκκλησιών και στα αετώματα βρυσών αποτρεπτικά κεφαλάκια. Το συχνότερο σύμβολο είναι σταυρός με τη χρονολογία και τα αρχικά του νοικοκύρη ανάμεσα στις κεραίες του. Τέλος συνήθεις είναι οι κορνίζες κατασκευασμένες ανά¬γλυφα από σουβά, σε απομίμηση ξύλου, που έφεραν επιγραφή.
Το κτίσιμο άρχιζε με το σκάψιμο των θεμελίων και τελείωνε με το σκέπασμα της στέγης. Στα δύο αυτά ακραία σημεία γίνονταν διάφορα τελετουργικά και έθιμα. Οι νοικοκυραίοι καλούσαν τον ιερέα να κάνει αγιασμό και τους συγγενείς και φίλους να παραστούν. Έσφαζαν κόκορα επάνω στον θεμέλιο λίθο και έριχναν νομίσματα στο αυλάκι, τα οποία έπαιρναν οι μαστόροι, ανταλλάσσοντας ευχές για καλορίζικο. Μόλις γινόταν ο σκελετός της στέγης, κάρφωναν στη μία κορυφή της ένα ξύλινο σταυρό και στην άλλη μία σημαία (αυτό μετά το 1912) και τα ένωναν με σχοινί για να κρεμάσουν τα δώρα, σημάδι ότι το σπίτι τελειώνει. Τότε συνέρρεαν πάλι φίλοι και συγγενείς για να δωρίσουν και να ευχηθούν. Ο νοικοκύρης προσέφερε πουκάμισο προς τον αρχιμάστορα, ενώ οι υπόλοιποι έφερναν πετσέτες, κάλτσες και μαντήλια για τους μαστόρους. 0 αρχιμάστορας βλέποντας από ψηλά τους συγγενείς και φίλους να έρχονται, τους καλωσόριζε με ειδικές για την περίσταση ευχές, όπως «καλωσήρθε το δώρο του τάδε. Όσα άστρα έχει ο ουρανός, όση άμμο η θάλασσα, όσα φύλλα τα δέντρα, τόσα καλά να του δίνει ο Θεός»
Οι κτιστάδες για να συνεννοούνται μεταξύ τους, χωρίς να γίνονται από τους άλλους, χρησιμοποιούσαν μία συνθηματική γλώσσα, τα «μαστορικά »ή «κουδαρέικα». Πρόκειται για τυποποιημένες εκφράσεις που συνήθως σχετίζονται με τα κεράσματα, όπως «έρχεται το μαύρο άλογο» (δηλαδή ο καφές), ή «το άσπρο άλογο» (τσίπουρο) και «άρχισε να βρέχει» (έρχεται το κέρασμα). Αλλες συνθηματικές εκφράσεις αναφέρονται στη λήξη του ωραρίου, «ο καλόγερος πάει στο μοναστήρι» (δηλαδή δύει ο ήλιος) ή στην άφιξη των νοικοκυραίων, «έρχεται ο μουχός, η μουχούσα» και άλλα.
Στις μεγάλες πόλεις υπήρχαν συντεχνίες. Στην επαρχία, όμως, που λειτουργούσαν οι παρέες, δεν υπήρχε οργάνωση. Μόνο το Λέχοβο, το 1914, ίδρυσε οικοδομικό σωματείο που διαλύθηκε λόγω πολέμου και επανασυστήθηκε το 1936 με τον τίτλο, «Εθνικό Σωματείο οικοδόμων και λοιπών επαγγελματιών». Αριθμούσε 400 μέλη με επαγγελματικά, ασφαλιστικά βιβλιάρια, στα οποία αναγραφόταν το καταστατικό, με τους διάφορους σκοπούς, όπως αλληλεγγύης, πολιτιστικούς, εθνικούς κ.ά.. Οι τεχνίτες μέλη του, με ευνοϊκή ρύθμιση μπορούσαν να εργάζονται σ' όλη την επικράτεια. Προστάτης τους ήταν ο άγιος Παντελεήμονας, το λάβαρο του οποίου φυλάσσεται στο Λαογραφικό Μουσείο Λεχόβου, μαζί με τα εργαλεία των μαστόρων.
Το επάγγελμα του κτίστη πετρά άρχισε να παρακμάζει, όταν έχασε τον παραδοσιακό του χαρακτήρα. Διαλύθηκαν οι παρέες, γιατί έλειψαν τα μεταφορικά μέσα και οι βοηθοί. Παράλληλα, η μετανάστευση στην Γερμανία και την Αυστραλία απορρόφησε όλο τον νέο αντρικό πληθυσμό από την επαρχία, ενώ η υποχρέωση ασφάλισης στο ΙΚΑ απέτρεψε την πρόσληψη βοηθών. Έτσι, δεν υπήρξαν συνεχιστές του είδους. Τέλος, τα σύγχρονα υλικά (τσιμέντα, τούβλα και μπετόν) κατήργησαν τους πετροκτιστάδες. Τότε πήραν τη σκυτάλη τα χωριά Μελίτη, Λόφοι, Κέλλη, Κλειδί, κ.α. Σύντομα, όμως, η τέχνη βιομηχανοποιήθηκε. Σήμερα ζουν οι τελευταίοι πετράδες μαστόροι της γενιάς του 1916-1922, γιοί και εγγονοί των μεγάλων τεχνιτών του 19ου-20ού αιώνα, που μας παρέχουν τις σχετικές πληροφορίες.
Οι παλιοί κτιστάδες αξιοποιούσαν τα υλικά της κάθε περιοχής, με σεβασμό στη φύση και τον άνθρωπο, με γνώση της τοπικής αρχιτεκτονικής παράδοσης και των νέων αισθητικών ρευμάτων.Τα έργα τους,που ήταν δεμένα αρμονικά με το περιβάλλον, άντεξαν στο χρόνο και στα στοιχεία της φύσης, υποχώρησαν όμως στη μανία του ανθρώπου κατά τον πόλεμο, αλλά και στην αδιαφορία,στην εγκατάλειψη και στον νεοπλουτισμό κατά την περίοδο της ειρήνης. Ευτυχώς, σήμερα ιδρύθηκαν σχολές μαστόρων στην Ήπειρο και την Πελοπόννησο και έτσι προκλήθηκε μία αισθητική στροφή προς την πέτρα, που την υιοθετούν ως υλικό όσοι έχουν τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν τη δαπάνη της λιθόκτιστης οικοδομής.