Φλώρινα



Η εικαστική κίνηση η οποία παρατηρήθηκε στη Φλώρινα μετά τον Μεσοπόλεμο, αποτελεί ένα σοβαρό και αξιολογημένο μέρος της πολιτιστικής ιστορίας της περιοχής. Στο διάστημα αυτό εξήντα περίπου εικαστικοί καλλιτέχνες, οι μισοί από τους οποίους ακολούθησαν ακαδημαϊκές σπουδές, διαμόρφωσαν ένα πολιτιστικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο διακινήθηκε μία μεγάλη ποικιλία εικαστικών έργων. Πολλά από αυτά καταξιώθηκαν στον ελληνικό, και όχι μόνο, χώρο, ενώ τα υπόλοιπα έπαιξαν σε τοπικό επίπεδο ένα θετικό ρόλο, απαραίτητο και χρήσιμο για την καλλιτεχνική ευαισθησία των κατοίκων της περιοχής, η οποία διαδηλώνεται άμεσα και έμμεσα σε κάθε πολιτιστική εκδήλωση.
Η θεμελίωση της εικαστικής κίνησης στον νομό συνδέεται με το φυσικό περιβάλλον της περιοχής, τις ιστορικο-κοινωνικές συνθήκες ανάπτυξης του χώρου, καθώς και τη συγκυριακή συνύπαρξη προσώπων με κοινά και αντίστοιχα ενδιαφέροντα. Η ιστορία των εικαστικών τεχνών στη Φλώρινα αναδεικνύεται με τους έντεχνους καλλιτέχνες, οι οποίοι παρουσιάζονται μετά το 1940. Ωστόσο, και πριν από τον Μεσοπόλεμο, πολλά γεγονότα, όπως οι πληθυσμιακές ανταλλαγές με το βόρειο, κυρίως, μέρος του λεκανοπεδίου (εισροή των Μοναστηριωτών) και η έλευση του ποντιακού και μικρασιατικού ελληνισμού (Κιουταχειαλήδες), προσέδωσαν στην εικαστική έκφραση μία δυναμική, η οποία αναμείχθηκε με την εντόπια λαϊκή παράδοση, που κατά κύριο λόγο εκπροσωπούσαν Φλωρινιώτες αυτοδίδακτοι ζωγράφοι.
Οι ζωγράφοι του Βίτσιου
Τα ισχυρότερα εικαστικά λαϊκά φαινόμενα προέρχονται από τον μη αστικό χώρο της περιοχής της Φλώρινας και συγκεκριμένα από τους αυτοδίδακτους ζωγράφους των χωριών του Βιτσίου, ιδιαίτερα της Δροσοπηγής, που από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα κατέχουν μία ισχυρή θέση στην καλλιτεχνική παραγωγή. Η αγιογραφία μπορούμε να πούμε ότι είναι η παραδοσιακότερη ζωγραφική τέχνη και συνειρμικά μας συνδέει με τις βυζαντινές και μεταβυζαντινές αρχαιότητες των Πρεσπών, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι υπάρχει άμεση σχέση.
Στη Δροσοπηγή, το χωριό που ακόμα και σήμερα μονοπωλεί τις αγιογραφικές δραστηριότητες της ευρύτερης περιοχής, αναπτύχθηκε η λαϊκή εικονογραφία ως αυτόνομη δύναμη, ανεξάρτητη από τις αστικές δραστηριότητες της πόλης της Φλώρινας. Η πρώτη ομάδα απ' αυτούς τους τεχνίτες εργάστηκε στο Άγιον Όρος, ενώ αργότερα οι περισσότεροι ανέπτυξαν δραστηριότητα στην περιοχή της Φλώρινας, δεδομένου ότι η ανέγερση νέων ναών στην περιοχή και η αγιογραφία ευνοούσαν κάτι τέτοιο.

«Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ», έργο του Θωμά Ζωγράφου από τη Δροσοπηγή (μουσαμάς, 1930). Το έργο δεν αναρτήθηκε ποτέ.
Οι λαϊκοί ζωγράφοι της Φλώρινας
Στο τέλος του Μεσοπολέμου οι καλλιτεχνικές δραστηριότητες που αναπτύσσονται στη Φλώρινα χαρακτηρίζονται από την ιδιαίτερη ευαισθησία των κατοίκων για μουσικές κυρίως εκδηλώσεις, οι οποίες στις τρεις πρώτες δεκαετίες μετά την απελευθέρωση αποτέλεσαν μαζί με το θέατρο όλη την καλλιτεχνική ζωή, που ήταν απαραίτητη για τις στοιχειώδεις αισθητικές ανάγκες των κατοίκων. Από τις δέκα και πλέον χορωδίες, μαντολινάτες και μπάντες, οι οποίες σχηματίστηκαν στα μεταπελευθερωτικά χρόνια, έμεινε ο απόηχος και η ανάμνηση πολλών ζωτικών στιγμών και ευχάριστων εικόνων που γέμιζαν την απλή ζωή των ανθρώπων.
Η εικαστική δραστηριότητα, πάντα «σύντροφος» και «συνεργάτης» των μουσικών και θεατρικών εκδηλώσεων, δεν μπορούσε παρά να ακολουθεί την ποιότητα και το ύφος των τελευταίων. Οι ζωγράφοι της Φλώρινας, οι οποίοι βρέθηκαν σε εγρήγορση την εποχή του '40, κρατούσαν μέσα τους όλον εκείνο τον λαϊκό οίστρο που ζυμώθηκε με την ατομική δύναμη και την εικαστική μεταλλαγή, οδηγούμενοι, έτσι, σ' ένα μετασχηματισμό της εικαστικής συμπεριφοράς τους από λαϊκούς σε αυτοδίδακτους αστούς.
Η εικαστική παραγωγή των αυτοδίδακτων ζωγράφων της Φλώρινας, σε γενικές γραμμές, δεν μπορεί να ενταχθεί εξ ολοκλήρου στο σύνολο της νεοελληνικής λαϊκής τέχνης, με τα χαρακτηριστικά που απέκτησε αυτή κατά τον 19ο αιώνα. Αυτό συνέβη γιατί οι καλλιτέχνες αυτοί δεν μεγάλωσαν σε περιβάλλον το οποίο θα επηρέαζε την εξέλιξη τους, με αφετηρία ένα παραδοσιακό έδαφος, όπως αυτό είχε συμβεί με τους ζωγράφους του Βίτσιου. Η θεματογραφία τους επηρεάζεαι και εμνέεται από το νεοκλασικιστικό πνεύμα της εποχής στο οποίο γαλουχήθηκαν, με όλες τις αρετές και τις αδυναμίες του είδους.
Με εξαίρεση τον Ηλία Βυζάντη, οι υπόλοιποι δεν κατάφεραν να αποκτήσουν εκείνη την εικαστική γλώσσα με την οποία θα απέδιδαν, σε προσωπικό ύφος, την όποια θεματογραφία θα επέλεγαν. Επηρεασμένοι από τις δυτικές τάσεις, μέσα από την κυριαρχία του ονείρου και του λυρισμού, υπηρέτησαν το ρομαντικό δράμα αρχέγονων παθών, όπως ήταν ο έρωτας και το έπος.
Οι αυτοδίδακτοι ζωγράφοι της Φλώρινας, ως προς ένα μέρος του έργου τους, μπορεί να ειπωθεί ότι είναι λαϊκοί. Από κει και πέρα, πλουτίζοντας το θεματολόγιο και την εικαστική τους γλώσσα με την ακαδημαϊκή αντίληψη της αξιοποίησης του απεικονιστικού προβληματισμού, σχημάτισαν μία ιδιαίτερη δυναμική, ώστε δίκαια να χαρακτηρίζονται ως πρόδρομοι της έντεχνης εικαστικής κίνησης, που παρατηρήθηκε στα μετέπειτα χρόνια στην πόλη της Φλώρινας.
Στις αρχές της δεκαετίας του '40, τις εικαστικές ανάγκες της πόλης, εκτός από τον Παντελή Τριαντάφυλλου, ο οποίος ήταν και πρωταγωνιστής των μουσικών δραστηριοτήτων, κάλυπταν αρκετοί ζωγράφοι, όπως ο Δημήτρης Λιναράς, ο Δημήτρης Μπούτζιος, ο Ηλίας Βυζάντης, ο Λεωνίδας Παυλίδης, ο Γιώργος Μπλιάνκας και μερικοί ελαιοχρωματιστές, όπως ο Δημήτρης Κρούλης και ο Αλέκος Σαμψωνίδης. Από αυτούς, ο Παντελής Τριαντάφυλλου ήταν ερασιτέχνης ζωγράφος και τα έργα που έχει αφήσει είναι ελάχιστα. Ο Δημήτρης Μπούτζιος ήταν ο πιο επαγγελματίας, με την έννοια ότι είχε αποκλειστικό βιοποριστικό μέσο τις ελαιογραφίες του και μαζί με τον Ηλία Βυζάντη είχε αναλάβει όλες, σχεδόν, τις επιγραφικές εργασίες των καταστημάτων και των υπηρεσιών της περιοχής. Σήμερα υπάρχουν πολλά σπίτια στη Φλώρινα που έχουν έργα των ζωγράφων αυτών, η ποιότητα των οποίων δεν περιείχε καμία προγραμματισμένη σοβαρή αξίωση, αφού τα περισσότερα ήταν αντιγραφές τοπίων και προσώπων. Ο Δημήτρης Λιναράς ήταν μάλλον η πιο σοβαρή εικαστική περίπτωση της εποχής, αλλά η πορεία της εικαστικής του εξέλιξης δεν ήταν ανά¬λογη των δυνατοτήτων του.
Οι έντεχνοι ζωγράφοι
Στις αρχές του Β' Παγκόσμιου Πολέμου ένα νέο για τον τόπο γεγονός συνετέλεσε στη διαμόρφωση του πολιτιστικού πλαισίου της νεότερης ιστορίας της Φλώρινας: ιδρύθηκε ο Φιλεκπαιδευτικός Σύλ-λογος Φλωρίνης, «Ο Αριστοτέλης». Μεταξύ των ιδρυτών του συλλόγου ήταν και ο ζωγράφος Ηλίας Βυζάντης, εμπνευστής πολλών καλλιτεχνικών εκδηλώσεων. Λίγο μετά την ίδρυση του, στις αίθουσες του Φ.Σ.Φ.Α συρρέουν και άλλοι καλλιτέχνες, όπως ο Μπούτζιος, ο Παυλίδης και οι νεότεροι Δημήτρης Καλαμαράς και Στερίκας Κούλης. Ο τελευταίος, με τις λογοτεχνικές και θεατρικές ανησυχίες που είχε, κατάφερε να εμφυσήσει και άλλα ενδιαφέροντα -εκτός της μουσικής- στον Φ.Σ.Φ.Α.
Ο ρόλος του «Αριστοτέλη», ως εστίας για τη γένεση του φαινομένου των εικαστικών δημιουργών της Φλώρινας, δεν αμφισβητείται από κανένα καλλιτέχνη. Η επισήμανση που κάνουν οι ίδιοι είναι ότι οι κατοπινές επιτυχίες των μελών του «Ομίλου Καλών Τεχνών» του Φ.Σ.Φ.Α. οφείλονται στη συγκυριακή ύπαρξη μίας παρέας ατόμων με έντονα καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα, που λειτούργησαν αυτόνομα μέσα στον σύλλογο και παράλληλα με τις άλλες εκδηλώσεις.
Στις αίθουσες του Φ.Σ.Φ.Α., από τις αρχές της ίδρυσης του, η ομάδα αυτή των ατόμων με καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα κατόρθωσε να κατευθύνει τις αναζητήσεις της σε εικαστικούς προβληματισμούς, που υπερέβαιναν την προσπάθεια για απλή αποτύπωση ή αντιγραφή μίας εικόνας. Οι νεότεροι ζωγράφοι, ξεπερνώντας τα στενά πλαίσια των λαϊκών τους καταβολών, ξανοίγονται και συνοδοιπορούν με σύγχρονους εικαστικούς προβληματισμούς. Έτσι, η φλωρινιώτικη ζωγραφική,από κει και πέρα, παρουσιάζει μία σειρά από διάφορες φάσεις με κοινό χαρακτηριστικό την προσαρμογή της σε ιδεώδη της μοντέρνας Δύσης. Μέσα σ' αυτήν την ατμόσφαιρα δημιουργήθηκε το πρώτο ομαδικό εικαστικό εργαστήρι της Φλώρινας και ίσως το πρώτο του βορειοελλαδικού χώρου.
Το εικαστικό εργαστήρι του Φ.Σ.Φ.Α. υπήρξε ένας ιστορικός σταθμός της νεότερης Φλώρινας και ως τέτοιος μνημονεύεται ακόμη και σήμερα. Ωστόσο, δεν αποτέλεσε από την πρώτη στιγμή αυτοδύναμο τμήμα του συλλόγου, αλλά εντάχθηκε στο μορφωτικό τμήμα, που συμπεριελάμβανε τη δημιουργία βιβλιοθήκης, καθώς και τη διοργάνωση διαλέξεων και φιλολογικών δραστηριοτήτων.
Οι νέες αντιλήψεις είναι πλέον σαφείς, προσδίδοντας έτσι καινούργιο ύφος στον εικαστικό καλλιτέχνη, αυτό του πνευματικού δημιουργού. Η Φλώρινα δεν ήταν κοντά στην Αθήνα, για να μπορέσουμε να δεχτούμε μία άμεση μίμηση του εκπαιδευτικού μοντέλου της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών. Φαίνεται, όμως, πως ο Λιναράς, ο μόνος που είχε αποκτήσει ακαδημαϊκή παιδεία, μετέφερε την εμπειρία του στο εργαστήρι, όπου δόθηκε μία πρώτη άποψη για την ερμηνεία των εικαστικών ερωτημάτων, που βασιζόταν όχι στον εμπειρισμό και την αντιγραφή, αλλά στην ακαδημαϊκή αντίληψη της παρατήρησης του εσωτερικού ή εξωτερικού μοντέλου και την προσωπική απόδοσηλύση των συλλογισμών αυτών στη ζωγραφική επιφάνεια. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι ότι δύο-τρία χρόνια αργότερα μερικοί από αυτούς, φορτισμένοι από καλλιτεχνική φιλοδοξία, δοκίμασαν την τύχη τους στη μόνη επίσημη τότε Σχολή Καλών Τεχνών της χώρας.
Το 1945 υπήρξε η τυπική αφετηρία της πορείας των σύγχρονων καλλιτεχνών της Φλώρινας. Από τις πρώτες αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου του Φ.Σ.Φ.Α. ήταν η ίδρυση του «Ομίλου Καλών Τεχνών» με ξεχωριστούς κύκλους μαθημάτων, όπου προείχαν το «σχέδιο εκ του φυσικού», η ζωγραφική και η γλυπτική. Την περίοδο εκείνη ο «Όμιλος» είχε μέλη τους Ηλία Βυζάντη, Λεωνίδα και Χρήστο Παυλίδη, Δημήτρη Μπούτζιο, Γιώργο Λιναρά, Δημήτρη Καλαμαρά, Λεωνίδα Καλαμαρά, Στερίκα Κούλη, Γιώργο Κόρα, Νεοπτόλεμο Γκέρκα, Παντελή Ζηβονίδη, Γιώργο Καλτσούνη, Βαγγέλη Μπάρα και μερικούς άλλους που συμμετείχαν στις συζητήσεις, αλλά όχι στις εργασίες.
0 απόηχος της επιτυχίας του Δημήτρη Καλαμαρά στην Α.Σ.Κ.Τ. έδωσε αφορμή στα μέλη του για μία νέα -ακόμα πιο σοβαρή- αντιμετώπιση των δυνατοτήτων του εργαστηρίου. Τρεις ακόμη νέοι προετοίμαζαν το δρόμο τους για την Α.Σ.Κ.Τ.: οι Γιώργος Κόρας, Λεωνίδας Καλαμαράς και Παντελής Ζηβονίδης, ο οποίος όμως δεν κατόρθωσε τελικά να σπουδάσει. Πρέπει, πάντως, να διευκρινίσουμε στο σημείο αυτό ότι η απόφαση για συμμετοχή στις εισαγωγικές εξετάσεις της Α.Σ.Κ.Τ. ήταν συνάρτηση των οικογενειακών και οικονομικών δυνατοτήτων του κάθε υποψηφίου. Έτσι, έμειναν έξω απ' αυτή την προσπάθεια πολλά ζωντανά μέλη του εργαστηρίου, με πιο κραυγαλέο παράδειγμα εκείνο του Στερίκα Κούλη, ο οποίος παρότι δεν δοκίμασε την τύχη του σε ακαδημαϊκές σπουδές, κατόρθωσε να διαγράψει μία προσωπική πορεία που συνδυάστηκε με ένα ισχυρό εικαστικό παρόν στον βορειοελλαδικό χώρο.
Στον «Όμιλο Καλών Τεχνών» του Φ.Σ.Φ.Α. βρέθηκαν δύο ομάδες: από τη μία πλευρά οι λαϊκοί, οι οποίοι είχαν αυτοδίδακτη εμπειρία και από την άλλη οι προοδευτικοί έντεχνοι, οι οποίοι χρησιμοποίησαν τις κατακτήσεις των προηγουμένων σαν έναυσμα ενασχόλησης για παραπέρα εξέλιξη.
Τα καλλιτεχνικά εργαστήρια
Λογικά, οι εικαστικές εκδηλώσεις σ' ένα χώρο και σε μία ατμόσφαιρα σαν αυτή που επικράτησε στη Φλώρινα μετά τη λήξη του πολέμου, θα ήταν μία πολυτέλεια που δεν έπρεπε ίσως να έχει απήχηση. Παρόλα αυτά, η πρόοδος των καλλιτεχνών στη Φλώρινα άρχισε να περνάει πλέον από το ομαδικό εργαστήρι του Φ.Σ.Φ.Α. σε εξατομικευμένες καλλιτεχνικές εστίες, που δημιουργούσαν οι ίδιοι οι καλλιτέχνες, κυρίως σε ελεύθερους χώρους που υπήρχαν στα σπίτια τους.
Γενικότερα, τα καλλιτεχνικά εργαστήρια λειτούργησαν ως άτυπα σχολεία της γειτονιάς, στα οποία δεν μεταδίδονταν ξερές εικαστικές γνώσεις, αλλά αναπτύσσονταν σ' αυτά η δημοκρατική και ελεύθερη κοινωνική συμμετοχή στο ανθρώπινο δημιούργημα, όσο υψηλό και δύσκολο κι αν ήταν. Σήμερα θεωρείται σημαντικό το γεγονός ότι θαμώνες των καλλιτεχνικών εργαστηρίων ήταν νέοι και ενήλικες όλων των κοινωνικών τάξεων, οι οποίοι μέσα σ' αυτά εύρισκαν ένα χώρο χωρίς αυταρχισμό και πιέσεις.
Από τα πρώτα εργαστήρια, με τις παραπάνω προδιαγραφές, που δημιουργήθηκαν τη δεκαετία του '50 ήταν στα σπίτια των Δ. Καλαμαρά, Σ. Κούλη, Β. Μπάρα, Θ. Μηνόπουλου και Κ. Λούστα. Αργότερα προστέθηκαν σ' αυτά εκείνα των Νικόλα Δογούλη, Γιάννη Αντωνιάδη, καθώς και των ζωγράφων Κώστα Κοντογιάννη και Κώστα Ευρυγένη, που για διάφορους λόγους βρέθηκαν στη Φλώρινα. Μερικά από τα καλλιτεχνικά έργαστήρια της τότε εποχής υπάρχουν τροποποιημένα ακόμη και σήμερα.
Η εικαστική κίνηση που παρατηρήθηκε το διάστημα 1950-70 είναι πιθανότατα η μεγαλύτερη που σημειώθηκε στον βορειοδυτικό μακεδονικό χώρο. Μέσα σ' αυτήν την περίοδο ακμής σχηματίστηκε ένας άτυπος οργανισμός από καλλιτέχνες με ανοικτό πνεύμα και ισχυρή άποψη, όχι μόνον αποκλειστικά για εικαστικά θέματα. Καλλιτέχνες όπως οι Δ. Καλαμαράς, Α. Χατζή, Κ. Λούστας, Στ. Κουλής, Θ. Μηνόπουλος, Κ. Ευρυγένης, Γ. Αντωνιάδης, Νικόλας Δογούλης, Β. Ταμουτσέλης και Β. Μπάρας, ο καθένας με τον τρόπο του, σχημάτισαν μία εικόνα που δεν ήταν δυνατόν να περάσει απαρατήρητη από τον λαό της Φλώρινας. Με την παρουσία τους όπλισαν πολλούς κατοίκους με σοβαρές γνώσεις, ικανές για μία σοβαρή στάση απέναντι στο καλλιτέχνημα. Εκτός απ'αυτό επηρέασαν και παρέσυραν σε παρεμφερείς σπουδές και ενασχολήσεις πολλούς νέους, οι οποίοι σήμερα ακολουθούν παρόμοιους καλλιτεχνικούς δρόμους. Άλλοι, που δεν μπόρεσαν ή' δεν ήθελαν να εντάξουν τον εαυτό τους στο έμψυχο καλλιτεχνικό δυναμικό, προτίμησαν την πλάγια λύση, την εξίσου εποικοδομητική: εκείνη του καλλιτεχνικά ευαίσθητου.

«Ο Καπετάν Κώτας», έργο του Δημήτρη Καλαμάρα, 1963
ΣΤΕΓΗ ΦΙΛΟΤΕΧΝΩΝ ΦΛΩΡΙΝΑΣ - ΜΟΥΣΕΙΟ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΦΛΩΡΙΝΑΣ
Η Στέγη Φιλοτέχνων Φλώρινας ιδρύθηκε το 1975 και αποτελεί έναν από τους πιο αξιόλογους πολιτιστικούς οργανισμούς της ευρύτερης περιοχής. Έχει μέχρι σήμερα αναλάβει μια σειρά σημαντικών πρωτοβουλιών για την ανάδειξη της εικαστικής δημιουργίας στη Φλώρινα, με χαρακτηριστικότερες την ίδρυση και λειτουργία Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (1977), την ίδρυση και διαχείριση Πινακοθήκης Καλλιτεχνών Φλώρινας (1985), την ίδρυση και διαχείριση Βιβλιοθήκης Τέχνης (1985) και την ίδρυση και λειτουργία Καλλιτεχνικού Εργαστηρίου Νέων (1992). Επιπλέον, διοργανώνει σε ετήσια βάση συμπόσια τέχνης, εκθέσεις εικαστικών και εφαρμοσμένων τεχνών, ενώ υλοποιεί προγράμματα καλλιτεχνικής αγωγής, τα οποία αφορούν μαθητές όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης. Στο πλαίσιο αυτό διεξάγονται στο χώρο του Μουσείου μαθήματα μουσειακής αγωγής των φοιτητών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Το Μουσείο σύγχρονης Τέχνης Φλώρινας προσπαθεί να είναι ανοιχτό στο κοινό, χωρίς αποκλεισμούς, παρά την ιδιαιτερότητα του είδους των συλλογών του που προϋποθέτουν μια στοιχειώδη αισθητική παιδεία. Η επικοινωνιακή του πολιτική συχνά εξαρτάται από τις οικονομικές δυνατότητες που διαθέτει, προσπαθώντας να προβάλει το έργο του σε συνεργασία με τοπικούς και άλλους φορείς ανά την Ελλάδα.
Σκοπός του είναι η προβολή του νεοελληνικού πολιτισμού μέσα από τη συγκέντρωση και έκθεση προϊόντων της σύγχρονης ελληνικής τέχνης από ένα τριεθνές σημείο των συνόρων, η καλλιέργεια του αισθητικού κριτηρίου των κατοίκων της περιοχής με την παρουσίαση έγκυρου έργου εικαστικής δημιουργίας και η παροχή βασικής καλλιτεχνικής παιδείας μέσα από την ενεργό συμμετοχή της νεολαίας σε εκθέσεις συλλογών ιστορικής και αισθητικής αξίας.
Η εκθεσιακή και εκπαιδευτική πολιτική του Μουσείου θέτει ως βασικό της στόχο τη μεγαλύτερη δυνατή επικοινωνία τόσο με το ευρύ κοινό της πόλης όσο και με το κοινό άλλων περιοχών, γι΄ αυτό κι επιχειρεί συνεργασία με διάφορους πολιτιστικούς φορείς.
Η διοίκηση του Μουσείου σύγχρονης Τέχνης σε συνεργασία με τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Φλώρινας, φροντίζει να δημιουργεί και να προωθεί τις πολιτισμικές δράσεις της με επικοινωνιακές πολιτικές προς όσο το δυνατόν περισσότερους αποδέκτες με στόχο την προβολή του εικαστικού πλούτου της περιοχής που υπάρχει στο Μουσείο σύγχρονης Τέχνης.
Το 1975 ιδρύθηκε ο σύλλογος της Στέγης Φιλοτέχνων Φλώρινας, που σύντομα επιμελήθηκε τη σύσταση του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (1977). Η πλούσια δραστηριότητα του συλλόγου εκδηλώθηκε στη συνέχεια και με τη δημιουργία της Πινακοθήκης Καλλιτεχνών Φλώρινας (1985). Πρόκειται για δυο σημαντικά εικαστικά κέντρα που συμβάλλουν στην πολιτιστική αναβάθμιση της Φλώρινας μέσα από την καλλιέργεια των εικαστικών τεχνών. Το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Φλώρινας ιδρύθηκε με σκοπό την ανάπτυξη του αισθητικού κριτηρίου των κατοίκων της περιοχής, καθώς και την προβολή της νεοελληνικής τέχνης από την ακρινή αυτή περιοχή της χώρας. Διαθέτει μια αξιόλογη μόνιμη συλλογή που ξεπερνάει τα 500 έργα ζωγραφικής, γλυπτικής και χαρακτικής, κυρίως Ελλήνων αλλά και ξένων καλλιτεχνών. Από το 2007 η Στέγη Φιλοτέχνων στεγάζεται στο κτίριο Έξαρχου το οποίο ανήκει στη Νομαρχία Φλώρινας. Πρόκειται για ένα από τα πιο αξιόλογα νεοκλασικά κτίρια του μεσοπολέμου, στην οδό Ταγματάρχου Φουλεδάκη, πίσω από τη Μητρόπολη.
Το Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών
Το Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών με έδρα τη Φλώρινα ιδρύθηκε με το Π.Δ.181/31 Αυγούστου 2006. Αποτελεί ανεξάρτητο Τμήμα του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας.
Το Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών έχει ως αποστολή:
α) Να καλλιεργεί και να προάγει τη γνώση στα επιστημονικά αντικείμενα της ζωγραφικής, της γλυπτικής και των εφαρμοσμένων τεχνών, όπως ιδίως της φωτογραφίας - βίντεο, των ψηφιακών μορφών τέχνης (κινούμενο σχέδιο, τρισδιάστατη κινούμενη εικόνα – animation), της εικονογράφησης εντύπων, της μελέτης και σχεδίασης σύγχρονων αντικειμένων βιοτεχνικής και βιομηχανικής παραγωγής (design) και της διακόσμησης. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στην ανάδειξη της πολιτισμικής κληρονομιάς και των επιρροών της από τα μεγάλα εικαστικά ευρωπαϊκά ρεύματα.
β) Να παρέχει στους φοιτητές και στις φοιτήτριες τα απαραίτητα εφόδια που εξασφαλίζουν την άρτια κατάρτισή τους για καλλιτεχνική, επιστημονική και επαγγελματική σταδιοδρομία και
γ) Να παρέχει ειδική μόρφωση και κατάρτιση των φοιτητών/τριών για τη διδασκαλία των καλλιτεχνικών μαθημάτων στα σχολεία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης
ΦΟΙΤΗΣΗ – ∆ΙΑΡΚΕΙΑ ΣΠΟΥ∆ΩΝ
Ο αριθμός των κατ' έτος εισακτέων στο Τμήμα ορίζεται με τη διαδικασία του άρθρου 1 παρ. 5 του ν.1351/1983 (Α' 56), όπως ισχύει κάθε φορά.
Η εισαγωγή φοιτητών/τριών στο Τμήμα γίνεται με τη διαδικασία του εδαφ. γ της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν.2525/1997 (Α' 188), όπως ισχύει κάθε φορά και
Η ελάχιστη υποχρεωτική διάρκεια φοίτησης στο Τμήμα για τη λήψη του πτυχίου ορίζεται σε δέκα (10) εξάμηνα σπουδών.
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΟΧΥΡΩΣΗ
Οι πτυχιούχοι του Τμήματος Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών με βάση τις εξειδικευμένες επιστημονικές γνώσεις έχουν τη δυνατότητα επαγγελματικής ενασχόλησης σε φορείς του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι έχουν ως αντικείμενο δραστηριότητας την τέχνη σε μία ή περισσότερες κατευθύνσεις ή ειδικεύσεις από αυτές που λειτουργούν στο Τμήμα.
Ακόμη έχουν τη δυνατότητα ενασχόλησης στην εκπαίδευση ή και ως ελεύθεροι επαγγελματίες.
Για τον διορισμό στην εκπαίδευση απαραίτητη προϋπόθεση εκτός του πτυχίου είναι και η κατοχή πιστοποιητικού θεωρητικών και ιστορικών σπουδών, το οποίο χορηγείται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο πρόγραμμα και στον κανονισμό σπουδών του Τμήματος.