Φλώρινα



Πνευματική κίνηση στη Φλώρινα εμφανίζεται πριν από την απελευθέρωση της από τους Τούρκους. Ευρωπαίοι περιηγητές που πέρασαν από την περιοχή τον 19ο κυρίως αιώνα κατέγραψαν τις προσπάθειες ατόμων να κρατήσουν ζωντανή τη θρησκεία, τη γλώσσα, τις παραδόσεις, τη συνείδηση του υπόδουλου ελληνικού στοιχείου. Από την άλλη πλευρά, οι αυθαιρεσίες και η οθωμανική κακοδιοίκηση ανάγκαζαν πολλά δυναμικά και προοδευτικά άτομα να καταφεύγουν σε άλλες αναπτυσσόμενες ελληνικές εστίες, κυρίως στο Μοναστήρι. Έτσι, η Φλώρινα ζούσε κάτω από τη σκιά του. Εκεί έφταναν ευκολότερα οι ιδέες για την αποτίναξη του ζυγού της αμάθειας, παράλληλα με τις άλλες εθνικές προσδοκίες. Εκεί έφταναν βιβλία από τις παραδουνάβιες ελληνικές παροικίες, όπως το πόνημα του Δανιήλ Μοσχοπολίτη για τους αλλόγλωσσους της Βαλκανικής, γραμμένο ειδικά για περιοχές δυσπρόσιτες και για πληθυσμούς εγκαταλειμμένους. Εκεί, επίσης, μεταξύ 1910 και 1913 εκδόθηκε η σειρά παιδαγωγικών βιβλίων «Μακεδονική Βιβλιοθήκη» και διάφορες ποιητικές συλλογές.
Η κατάσταση αλλάζει άρδην μετά την απελευθέρωση. Το Μοναστήρι και άλλα βόρεια κέντρα μένουν εκτός ελληνικών συνόρων. Η συστηματική πολιτική του Βελιγραδίου για εκσερβισμό των κατοίκων ανάγκασε τον ελληνικό πληθυσμό να τα εγκαταλείψει και να καταφύγει στις ελεύθερες πλέον ελληνικές περιοχές. Ένα τμήμα του νέου αίματος ήταν εκπαιδευτικοί, λογοτέχνες, τυπογράφοι, οι οποίοι έδωσαν τεράστια ώθηση στη λογοτεχνική και εκδοτική δραστηριότητα της Φλώρινας. Αργότερα, μετά τη μικρασιατική καταστροφή, το δυναμικό αυτό ενισχύθηκε με πρόσφυγες που ήρθαν από τον Πόντο και τη Μικρά Ασία. Η Φλώρινα απέκτησε πλέον αστικό χαρακτήρα.
Τα επόμενα τριάντα χρόνια ο τοπικός Τύπος, εφημερίδες και περιοδικά, έπαιξε καθοριστικό ρόλο για τη λογοτεχνική ανάπτυξη της πόλης. Μέσα από τις σελίδες του πρωτοπαρουσιάστηκαν όλοι οι μελλοντικοί λογοτέχνες, ιστορικοί, λαογράφοι. Αναδείχτηκαν, συντήρησαν και ανύψωσαν την πνευματική ζωή του τόπου. Πολλοί ασχολήθηκαν με περισσότερα του ενός είδη (λογοτεχνία, δημοσιογραφία, ιστορία, λαογραφία, λογοτεχνία-δοκίμιο κλπ.). Λαμβάνοντας υπόψη όσους έχουν εκδώσει ένα ή περισσότερα βιβλία ή έχουν δημοσιεύσει πεζά ή ποιητικά κείμενα στον Τύπο της πόλης, διαπιστώνουμε ότι ο αριθμός τους πλησιάζει τους διακόσιους πενήντα.
Η έκδοση του περιοδικού «Αριστοτέλης», το 1957, αποτελεί ορόσημο για την πνευματική και κοινωνική ζωή της Φλώρινας. Η ικανή στελέχωση της συντακτικής του επιτροπής, οι υψηλοί και φιλόδοξοι στόχοι που αυτή έθεσε εξαρχής και ο μεγάλος αριθμός συνεργατών καθιέρωσαν σύντομα το περιοδικό εντός και εκτός της πόλης. Η θεματογραφία του ευρεία: ό,τι αφορά τη Φλώρινα και τον περίγυρο. 0 ελληνισμός της περιοχής του Μοναστηρίου ξαναζεί μέσα από τις σελίδες του. Όντας έκδοση του ομώνυμου Συλλόγου, πρόβαλε και τις δραστηριότητες των πολλών αξιόλογων τμημάτων του (μουσικού, χορωδίας, εικαστικών, ξένων γλωσσών κ.ά.). Έγινε, επίσης, συνδετικός κρίκος με τους ανά την Ελλάδα και το εξωτερικό εγκατεστημένους Φλωρινιώτες.
Τον Οκτώβριο του 1989 κυκλοφόρησε η «Εταιρία», έκδοση της Εταιρίας Γραμμάτων και Τεχνών. Έντυπο ιδιαίτερα επιμελημένο από κάθε άποψη, σύγχρονο, πρωτοποριακό. Παράλληλα με την προβολή της παλαιάς και νεότερης πνευματικής παραγωγής του τόπου, έδωσε έμφαση στην παρουσίαση νέων λογοτεχνών, στην ιστορική και λαογραφική έρευνα με δημοσιεύσεις ανέκδοτου υλικού, αλλά και στην τρέχουσα επικαιρότητα. Από τα πρώτα ήδη τεύχη της η έκδοση έγινε γνωστή στους λογοτεχνικούς κύκλους διαφόρων πόλεων, ιδιαίτερα της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας.
0 Τύπος λοιπόν της Φλώρινας, ο «Αριστοτέλης» και η «Εταιρία» παρουσιάζουν το σύνολο της λογοτεχνικής δραστηριότητας της περιοχής από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι σήμερα. Παράλληλα, κατά το διάστημα αυτό εκδόθηκαν αρκετά βιβλία, τυπωμένα εντός ή εκτός της πόλης. Από το 1932 μέχρι τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1950, τα λίγα βιβλία Φλωριναίων συγγραφέων που κυκλοφόρησαν, τυπώθηκαν στα τυπογραφεία του Αλεξ. Προδάνου, Νικ. Βόικου και Σ. Μ. Κωνσταντινίδη.

(Αριστερά: Περιοδικό «Αριστοτέλης», εξώφυλλο του 6ου τεύχους κατά τον πρώτο χρόνο της κυκλοφορίας του. Στη μέση: το εξώφυλλο του 15ου τεύχους της «Εταιρίας», περιοδικής έκδοσης της Εταιρίας Γραμμάτων και Τεχνών.Δεξιά:Γεώργιος Μόδης (1887-1975), ο αυθεντικότερος διηγηματογράφος του Μακεδονικού Αγώνα)
Κατατάσσοντας τους συγγραφείς κατά επάγγελμα, διαπιστώνουμε ότι πολυπληθέστεροι είναι οι δάσκαλοι. Ακολουθούν οι καθηγητές της μέσης εκπαίδευσης, δημόσιοι υπάλληλοι γενικά, δικηγόροι, γιατροί, καθηγητές ανωτέρων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, γεωργοί. Υπάρχει επίσης ένας κτίστης, ένας γανωτής και ένας απλώς άνεργος.
Από θεματολογική άποψη φανερή είναι η προτίμηση για την ποίηση, με δεύτερο το διήγημα και πιο πίσω το δοκίμιο. Ο διηγηματογράφος επηρεάζεται συχνά από την ιστορία της περιοχής, κυρίως από τα γεγονότα του 1940 και μετά, αλλά και από τον Μακεδονικό Αγώνα: Αναμνήσεις, απομνημονεύματα, μαρτυρίες. Και είναι φυσικό αυτό επειδή η περιοχή υπήρξε ένα από τα σπουδαιότερα θέατρα του Αγώνα, έβγαλε γνωστούς οπλαρχηγούς και μακεδονομάχους.
Το πρώτο, σύμφωνα με τις μέχρι τώρα έρευνες, λογοτεχνικό βιβλίο που εκδόθηκε στη Φλώρινα είναι του Άνθη Θάλη «Φιληβικά ποιήματα», Φλώρινα 1932. Πρόκειται για συλλογή ποιημάτων και πεζών. Ακολουθεί: Παντελή Κ. Ιωαννίδη «Προελαύνοντας προς το Γάγγη (Το ρομάντζο ενός κατακτητού)». Τύποις Σ. Μ. Κωνσταντινίδου, Φλώρινα 1934. Μυθιστόρημα εμπνευσμένο από τη ζωή του Μεγ. Αλεξάνδρου. Το 1937 και 1939 ο Γ. Χρήστου (ψευδώνυμο του Γ. Χ. Μόδη κατά τη δεκαετία 1929-2939) εξέδωσε δύο συλλογές διηγημάτων εμπνευσμένες από τον Μακεδόνικο Αγώνα: «Η πεταλούδα (Μακεδόνικες ιστορίες)» και «Μακεδονικές ιστορίες. Πάντεφ ο δυναμιτιστής», στο τυπογραφείο του Σ. Μ. Κωνσταντινίδου. Πέντε χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε από το ίδιο τυπογραφείο η ποιητική συλλογή του Χάρη Δέλλου-Γρηγορίου «Πρωινά χαμόγελα», Φλώρινα Ιούνης 1944, και η ποιητική συλλογή των Πλάτωνα Γ. Παπαδάκη και Στερ. Α. Κούλη «Πρώτοι στίχοι», Φλώρινα 1944.
Αργότερα, καθώς οι Φλωρινιώτες άρχισαν να σκορπίζουν σε διάφορες πόλεις, λογοτεχνικά βιβλία τυπώνονται στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα και αλλού. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες γνωστοί αθηναϊκοί εκδοτικοί οίκοι έχουν κυκλοφορήσει έργα Φλωριναίων λογοτεχνών (Κέδρος, Ερμής, Καστανιώτης, Πελασγός κ.ά.).
Η συνύπαρξη δύο τεχνοτροπικών τάσεων είναι φανερή. Οι εκπρόσωποι της μίας συντηρούν τα καθιερωμένα, ακολουθώντας τα παραδοσιακά εσωτερικά και εξωτερικά σχήματα γλώσσας, μορφής ή περιεχομένου. Στο ποίημα διατηρούν τη ρίμα, τον ρυθμό, τον συνειρμό, τον προσιτό στίχο. Στο διήγημα, η αλληλουχία των γεγονότων εκτυλίσσεται ξεκάθαρα μπροστά στον αναγνώστη, οι περιγραφές είναι συχνά φλύαρες και οι διάλογοι κάπου κάπου πλατειάζουν. Ο αναγνώστης παρακολουθεί σαν θεατής σε κινηματογραφική ταινία.
Στη δεύτερη τάση, τον λόγο έχουν ουσιαστικά οι ποιητές. Με διαφορετική ποιητική εκφραστική, σπάζουν τα δεσμά του στίχου, τα συμβατικά μορφώματα, αποτυπώνουν καινούργιους χώρους, ανοίγουν νέους δρόμους. Πολλοί κάπως άβολα, άλλοι εξαιρετικά ώριμα, χρησιμοποιούν καινότροπους συνδυασμούς λέξεων, πρωτότυπες πυκνές ιδέες, εικονοπλασίες, «συνδυαστική της φαντασίας». Οι λίγοι διηγηματογράφοι χρησιμοποιούν γραφή πιο πυκνή από πριν, αναταράσσουν τη διαδοχή των γεγονότων, επιστρατεύουν τον αναγνώστη. Δεν μπορεί να είναι απλώς θεατής. Η συμμετοχή του είναι απαραίτητη και ταυτόχρονα πρόκληση, τελικά γοητεία.
Οι λογοτέχνες εμπνέονται από την πόλη και την ιστορία της, επηρεάζονται από την κλειστή κοινωνία με τις παντός είδους καταβολές της, τις αναπαράγουν με ελαφρές προσωπικές αποκλίσεις. Καταγράφουν γεγονότα, εξωτερικεύουν συναισθήματα. Μέσα από το έργο τους ο αναγνώστης μπορεί να διαπιστώσει τις βαθιές κοινωνικές μεταβολές και ανακατατάξεις, ιδίως κατά τα δεκαπέντε περίπου χρόνια μετά τον τελευταίο πόλεμο. Στο ύφος τους υπάρχει εσωτερικότητα, απόρροια του κλίματος, του βορινού τοπίου, του ιδιαίτερου ψυχισμού των κατοίκων. Στα κείμενα τους ενυπάρχει συχνά διάχυτη μία λυρική ευγένεια για την πόλη, με ρίζες και δεσμούς συναισθηματικούς. Άλλοτε πάλι, αναδύεται έντονα υποκειμενικός ο λόγος του συγγραφέα, που αντιπαλεύει τις υπαρξιακές του αγωνίες, τα αδιέξοδα, την ερημία, εσωτερική και εξωτερική.
Θα αναφερθούμε σε μερικούς μόνο —λόγω περιορισμένου χώρου— από τους πιο αντιπροσωπευτικούς λογοτέχνες. Ο γνωστότερος και σημαντικότερος από την παλαιά γενιά είναι αναμφισβήτητα ο Γεώργιος Χρ. Μόδης (1887-1975). Γεννήθηκε στο Μοναστήρι και αμέσως μετά το γυμνάσιο κατατάχτηκε εθελοντής μακεδονομάχος. Είκοσι πέντε χρονών, πτυχιούχος της Νομικής Σχολής Αθηνών, εγκαταστάθηκε στη Φλώρινα και παράλληλα με τη συγγραφική, ανέπτυξε έντονη πολιτική δραστηριότητα. Τίμιος πατριώτης και συνεπής μαχητής, θεωρήθηκε ο σπουδαιότερος και αυθεντικότερος διηγηματογράφος του Μακεδονικού Αγώνα/Έχοντας βαθιά γνώση του τόπου και των κατοίκων, καταφέρνει να μεταδίδει με ενθουσιασμό, απλά και άμεσα, χωρίς στόμφο την αγάπη του για την πατρίδα και τον παλμό του Μακεδονικού Αγώνα. Άκρως ενδιαφέρουσα και ενδελεχής έρευνα του έργου του αποτελεί το βιβλίο του Γιώργου Π. Αργυριάδη «Η διηγηματογραφία του Γεωργίου Χρ. Μόδη».
Μοναδική σε τοπική κλίμακα είναι η περίπτωση του Κώστα Δαγκίτση (1912-1984). Τελείωσε το γυμνάσιο στη Φλώρινα και τη Φιλοσοφική Σχολή στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Μετά τον εμφύλιο έφυγε για μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι, όπου δίδαξε Γλωσσολογία στη Σορβόνη. Εκεί εξέδωσε το «Λεξικόν των επιθέτων και των επιθετικών προσδιορισμών της νεοελληνικής» (1963), το «Λεξικόν της λαϊκής» και το «Γαλλοελληνικό λεξικό της λαϊκής» (1967), αργότερα δε το Α από το «Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας». Έξι διηγήματα του δημοσιεύτηκαν σε διάφορα τεύχη του «Αριστοτέλη», από το 1958 ως το 1962, αναδημοσιεύτηκαν δε στην «Εταιρία», τεύχ. 20-21. Στα διηγήματα του απεικονίζεται ανάγλυφα η ατμόσφαιρα της Φλώρινας του Μεσοπολέμου. Η γλώσσα απλή, ο λυρισμός, η νοσταλγία αλλά και το χιούμορ διάχυτα στις ιστορίες που εκτυλίσσονται σε γνωστές γειτονιές της πόλης.
Ο γιατρός Πάνος Παπασταμάτης (1908-1992) γεννήθηκε στο Αιτωλικό Μεσολογγίου. Έμεινε στη Φλώρινα από το 1948 έως το 1970, οπότε εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Παράλληλα με το επάγγελμά του, συνδέθηκε στενότατα με την πνευματική ζωή της πόλης, διετέλεσε δε και πρόεδρος του Φ.Σ.Φ. «Ο Αριστοτέλης». Λογοτέχνης με πολλά ενδιαφέροντα και πολύπλευρη δραστηριότητα, ασχολήθηκε κυρίως με την ποίηση και το θέατρο, την πεζογραφία και το δοκίμιο. Επιμελήθηκε την έκδοση των απομνημονευμάτων του οπλαρχηγού Λάκη Πύρζα. Το έργο του έγινε γνωστό και πέρα από τα όρια της Φλώρινας -θεατρικά του έργα ανέβηκαν σε διάφορες πόλεις. Έργα του: «Αγναντέματα», διηγήματα 1961, «Ξυπνήσανε οι σκλάβοι», θέατρο 1961, «Κραυγή», ποίηση 1987, «Περιηγήσεις και στοχασμοί», διηγήματα 1988, κ.ά.
Ο ζωγράφος Κώστας Λούστας έδειξε από νωρίς το ταλέντο του και στη λογοτεχνία, κυρίως στην ποίηση. Τα παιδικά βιώματα είναι διάσπαρτα στα ποιήματα του. Ο λυρισμός των χρωμάτων του ζωγράφου μεταλλάσσεται σε λυρισμό των λέξεων του ποιητή. Η νεορεαλιστική και αφαιρετική του ματιά πανταχού παρούσα. Η μελαγχολία μετέωρη. Συχνά πυκνά, αρχίζοντας κάποιο ποίημα μ' έναν υποκειμενισμό, μίαν αδιόρατη τρυφερότητα, καταλήγει σε σαρκασμό ή αυτοσαρκασμό. Είναι ο ελεύθερος, ο διαρκώς χτες, ο παρών και καυτηριάζω τον αμοραλισμό, τη χυδαιότητα. Πυρπολών και αυτοπυρπολούμενος.
Ο σημαντικότερος λογοτέχνης της νεότερης γενιάς είναι ο Μίμης Σουλιώτης. Το 1972, φοιτητής ακόμα, δημοσιεύει στη Θεσσαλονίκη την πρώτη ποιητική συλλογή του «Σβούρα» και, το 1974, τα «Ποιήματα εν παρόδω», που «σαρκάζουν διάφορα γεγονότα, πρόσωπα και πράγματα», όπως γράφει ο ίδιος, με σύγχρονη θεματογραφία και παράλληλη καβαφική γραφή. Ακολουθούν τα «Επτά ποιήματα» (1987), η «Βαθιά επιφάνεια» (1992) και τα «Αβγά μάταια» (1998). Βιώματα ντυμένα με σκώμμα, ειρωνεία πολυεπίπεδη, παρωδίες ευρηματικές. Όπου όμως εμφωλεύει ο σκεπτικισμός, η ευαισθησία, η πικρή γεύση. Έξοχος ο χειρισμός της γλώσσας και η ιδιόμορφη χρήση λεπτών λεκτικών αποχρώσεων. Ο Σουλιώτης έγινε από νωρίς γνωστός και πέρα από τα όρια της Φλώρινας. Ποιήματα και κριτικές του έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας.
Ο Λάζαρος Μέλλιος, συνταξιούχος δάσκαλος σήμερα, είναι γνωστότερος ως λαογράφος. Έχοντας υπηρετήσει σε διάφορα δημοτικά σχολεία του νομού, άρχισε από πολύ νωρίς τη συγκέντρωση και καταγραφή λαογραφικού υλικού. Αργότερα στράφηκε και στη συγγραφή ιστορικών δοκιμίων και διηγημάτων, πρόσφατα δε και στην βιβλιοκριτική. Η γλώσσα του είναι λιτή, η αφήγηση άμεση και απλή, διάχυτο το ενδιαφέρον και η αγάπη του για τον τόπο, τον λαϊκό του πολιτισμό, την ιστορική του πορεία. Αποτελεί τη ζωντανή μνήμη της περιοχής. Συνεχής και ενεργητική παρουσία. Σημαντικό και συγκεντρωμένο το πρωτογενές του υλικό. Σαράντα και πλέον οι μέχρι τώρα μονογραφίες, που καλύπτουν διαδρομή πέντε δεκαετιών.
Ο Νίκος Μέρτζος αφιερώθηκε στη δημοσιογραφία από το 1955. Ανάμεσα στους ανθρώπους του νομού που ασχολήθηκαν μ' αυτό το είδος, ο Μέρτζος είναι ο σημαντικότερος εκπρόσωπος, με πανελλήνια μάλιστα εμβέλεια. Τα προσόντα του λογοτέχνη φάνηκαν σχεδόν παράλληλα με του δημοσιογράφου. Τα χρονογραφήματα του στην εφημερίδα «Ελληνικός Βορράς», την οποία διευθύνει από το 1975, είναι λογοτεχνήματα εξαιρετικής ποιότητας. Όσα είχαν δημοσιευθεί μέχρι το 1967, εκδόθηκαν σ' ένα τόμο με τον γενικό τίτλο «Βορεινά υστερόγραφα». Είναι ευαίσθητα κείμενα, διαποτισμένα με την αγάπη για τον τόπο και την ιστορία του. Η γλώσσα καλοδουλεμένη, η αφήγηση χωρίς πλατειασμούς. Η ίδια γραφή, πιο ώριμη και μεστή με τα χρόνια, συνεχίστηκε και στο περιοδικό «Μακεδονική Ζωή», το οποίο διηύθυνε επί είκοσι έξι χρόνια.
Τόπος δυσπρόσιτος η Φλώρινα το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, ξεχασμένος από το κέντρο, χτυπημένος από την οικονομική δυσπραγία, σημάδεψε και σημαδεύει τη ζωή των Φλωρινιωτών. Η κατεξοχήν πνευματική, και ειδικότερα καλλιτεχνική αυτή περιοχή του βορειοελλαδικού χώρου,παραμένει πάντα δεμένη με το παρελθόν, που επηρέασε και επηρεάζει με τη δύναμη της επικαιρότητάς του. Μέσα σ'αυτόν τον χωρόχρονο συνεχίζεται και μεταλλάσσεται η πολύπλευρη λογοτεχνική ζωή της μικρής πόλης. Είναι πρόωρο να δοθεί το μέτρο της αξίας, τουλάχιστον των περισσότερων λογοτεχνών της Φλώρινας. Το έργο τους βρίσκεται εν εξελίξει και η αντοχή του θα μετρηθεί με τον χρόνο.