Φλώρινα



Πρωτοβυζαντινή περίοδος (4ος-7ος αι.)
Τα σημαντικά γεγονότα και οι εξελίξεις σε πολιτικό, κοινωνικό και θρησκευτικό επίπεδο, που σημειώθηκαν τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, καθόρισαν το πλαίσιο των περαιτέρω ιστορικών εξελίξεων στη δυτική Μακεδονία. Οι περιοχές που απαρτίζουν στις ημέρες μας τον νομό Φλώρινας, δηλαδή τμήματα της αρχαίας Λυγκηστίδας, της Εορδαίας, της Ορεστίδας και η λεκάνη των Πρεσπών, περιήλθαν προς τα τέλη του 4ου αιώνα στην επαρχότητα του Ανατολικού Ιλλυρικού. Έκτοτε, τα εδάφη αυτής της επαρχότητας παρέμειναν στα όρια του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους, το οποίο σύντομα εξελίχθηκε σ'αυτό που αποκαλούμε σήμερα βυζαντινή αυτοκρατορία. Μόνη εξαίρεση υπέρ της Δύσης αποτέλεσε η εκκλησιαστική υπαγωγή του Ανατολικού Ιλλυρικού στη δικαιοδοσία της Αποστολικής'Εδρας της Ρώμης, καθεστώς που ίσχυσε μέχρι τους χρόνους του αυτοκράτορα Λέοντα Γ' του Ισαύρου (717-741), όταν τελικά και η περιοχή αυτή περιήλθε εκκλησιαστικά στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης.
Η διέλευση από τη Λυγκηστίδα και την Εορδαία της Εγνατίας οδού, που εξακολούθησε μέχρι τον 7ο αιώνα να αποτελεί βασική αρτηρία χερσαίας σύνδεσης της Κωνσταντινούπολης με τη Ρώμη, καθιστούσε αυτήν τη νευραλγική περιοχή ιδιαίτερα σημαντική για τα βυζαντινά συμφέροντα. Έτσι, όταν διάφορα βαρβαρικά φύλα άρχισαν να κατέρχονται από βορρά προς νότο, κρίθηκε αναγκαία η θωράκιση της περιοχής με φρουριακές εγκαταστάσεις και άλλα αμυντικά συστήματα. Προηγήθηκαν οι αλλεπάλληλες καταστρεπτικές επιδρομές των γοτθικών φύλων, που ταλαιπώρησαν τον ευρύτερο βαλκανικό χώρο από τον 3ο μέχρι τον 5ο αιώνα. Κατά το τελευταίο μεγάλο κύμα των γοτθικών επιδρομών, στη δεκαετία 473-483, οι Οστρογότθοι, με επικεφαλής τον Θευδέριχο το Νέο ή Αμαλό, κατέστρεψαν αρκετές μακεδονικές πόλεις και ανάμεσα τους την Ηράκλεια Λυγκηστίδα (479), το σπουδαιότερο αστικό κέντρο της περιοχής.
Από τις αρχές του 6ου αιώνα εκδηλώθηκαν νέες βαρβαρικές διεισδύσεις στη βαλκανική χερσόνησο, που εντάθηκαν στα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού (527-565). Άντες, Σκλαβηνοί, Βούλγαροι και Κοτριγούροι (φύλο ουννικό) διέτρεχαν σχεδόν κάθε χρόνο την χερσόνησο του Αίμου, γεγονός που ανάγκασε τον Ιουστινιανό να εφαρμόσει πρόγραμμα ευρείας ανακαίνισης παλαιών οχυρωματικών θέσεων και κατασκευής νέων αμυντικών εγκαταστάσεων. Σήμερα, στον νομό Φλώρινας, λείψανα ιουστινιάνειων και πρωτοβυζαντινών οχυρώσεων εντοπίζονται σε διάφορες θέσεις, όπως στον λόφο του Αγίου Παντελεήμονα, που δεσπόζει επάνω από την πόλη της Φλώρινας, στον λόφο που υψώνεται επάνω από το χωριό Άνω Κλεινές και στη Μεταμόρφωση του Σωτήρα στο όρος Βόρας, στη διάβαση από την Κέλλη προς τη λίμνη των Πετρών.
Οι βαρβαρικές διεισδύσεις και επιδρομές, που συνεχίστηκαν τον 6ο και 7ο αιώνα, αρχικά από τους Αβαροσλάβους και αργότερα, μετά το 681, από τους Βουλγάρους του κράτους του Ασπαρούχ και των διαδόχων του, κατέστησαν τη δυτική Μακεδονία θέατρο πολεμικών συγκρούσεων και ζώνη εχθρικών διεκδικήσεων. Τα παλαιά αστικά κέντρα της περιοχής, όπως η Ηράκλεια Λυγκηστίδα, η Κέλλα, η Άρνισσα, η Λύκα (στην Πρέσπα) συρρικνώθηκαν και σταδιακά έσβησαν, για να αντικατασταθούν από κάστρα και οχυρωμένα πολίσματα, στα οποία κατέφευγαν για λόγους ασφαλείας οι εντόπιοι πληθυσμοί. Μία σειρά από οχυρώσεις σε διάφορα επίκαιρα σημεία του νομού δείχνει ανάγλυφα τον στρατιωτικό χαρακτήρα που είχε η περιοχή από την αρχαιότητα μέχρι τους νεότερους χρόνους. Σημειώνουμε. ενδεικτικά, την ύπαρξη οχυρωματικού περιβόλου στο χωριό Ακρίτας, ερείπια φρουρίου στο Παρόριο, τμήματα του ισχυρού κάστρου της Σέτινας ανατολικά του χωριού Σκοπός, τμήμα τείχους κοντά στη Βεύη, ερείπια κάστρου στον λόφο Καρά Ντουρού (=Μαύρη Πέτρα) δυτικά των στενών του Κλειδιού, λείψανα τείχους στη Βεγόρα, οχύρωση στην κορυφή του λόφου Προφήτης Ηλίας στο χωριό Βαρικό, ίχνη οχυρωματικών έργων στα χωριά του Βίτσιου, Φλάμπουρο, Τριανταφυλλιά, Τρίβουνο. Κορυφή και, τέλος, υπολείμματα από κάστρα και φρουριακές εγκαταστάσεις στη λεκάνη των Πρεσπών, όπως στα χωριά Μικρολίμνη, Λευκώνας. Πλατύ, Άγιος Γερμανός και στη νησίδα του Αγίου Αχίλλειου.
Παράλληλα, παλαιοχριστιανικά και πρωτοβυζαντινά ευρήματα σε διάφορες θέσεις του νομού, όπως για παράδειγμα στο Αμύνταιο (ταφικό κτίσμα), στο χωριό Ανάργυροι (ερείπια ναών), στη Μεταμόρφωση του Σωτήρα (νεκροταφείο), στη Σέτινα (παλαιοχριστιανική βασιλική και νεκροταφείο), στην Πρώτη (λείψανα οικοδομήματος) και στον Λαιμό (παλαιοχριστιανικοί τάφοι) αποτελούν πολύτιμο αρχαιολογικό υλικό, που ρίχνει φως στη θρησκευτική ζωή και την κοινωνική δραστηριότητα των κατοίκων αυτής της πρώιμης βυζαντινής περιόδου. 0 μικρός αριθμός ανάλογων μαρτυριών οφείλεται, κυρίως, σε δύο διαφορετικές μεταξύ τους αιτίες: η πρώτη σχετίζεται με την περιορισμένη μέχρι σήμερα αρχαιολογική έρευνα της περιοχής, ενώ η δεύτερη αφορά στην ίδια την ταραγμένη ιστορία αυτού του τόπου, δηλαδή στις αλλεπάλληλες καταστροφές και ερημώσεις που προκάλεσαν οι βαρβαρικές διεισδύσεις και επιδρομές, με συνέπεια να αφανισθούν πολλά στοιχεία της ανθρώπινης παρουσίας και δράσης.
Ένα άλλο αποτέλεσμα των βαρβαρικών επιδρομών υπήρξε, αφενός, η φυγή ή η βίαιη απομάκρυνση πολλών εντόπιων πληθυσμών και. αφετέρου, η σταδιακή εγκατάσταση στον ευρύτερο χώρο της Μακεδονίας και Θράκης νέων φύλων, κυρίως σλαβικής και βουλγαρικής καταγωγής, τα οποία στους επόμενους αιώνες θα αποτελέσουν την εστία συχνών προβλημάτων για τη βυζαντινή διοίκηση. Σύμφωνα με το δεύτερο βιβλίο των Θαυμάτων του αγίου Δημητρίου, που μαζί με το πρώτο αποτελούν μία από τις σπάνιες ιστορικές μαρτυρίες, έστω και έμμεσες, της πρωτοβυζαντινής περιόδου, στην πεδιάδα της Πελαγονίας τοποθετείται το λεγόμενο «επεισόδιο του Κούβερ».
Συγκεκριμένα, γύρω στο 680, μία μεγάλη ομάδα Ελλήνων από τη Μακεδονία και τη Θράκη, που πριν από εξήντα χρόνια είχαν οδηγηθεί ως αιχμάλωτοι των Αβάρων κοντά στο Σίρμιο, εξεγέρθηκαν εναντίον του χαγάνου των Αβάρων και κινήθηκαν ομαδικά προς τα βυζαντινά εδάφη. Μαζί τους επαναστάτησε και ο Βούλγαρος Κούβερ, τον οποίο είχε θέσει επικεφαλής τους ο ίδιος ο χαγάνος. Ο Κούβερ, που αποσκοπούσε σε προσωπικά πολιτικά οφέλη, οδήγησε αρχικά τους Έλληνες του Σιρμίου —τους Σερμισιάνους των πηγών- στον «Κεραμήσιον κάμπον», ο οποίος, σύμφωνα με μία ιστορική εκδοχή, ταυτίζεται με την πεδιάδα της Πελαγονίας. Ο Κούβερ ζήτησε από τον βυζαντινό αυτοκράτορα να επιτρέψει την εγκατάσταση των Σερμισιάνων σ' αυτόν τον χώρο και να μεσο¬λαβήσει στο γειτονικό σλαβικό φύλο των Δρα-γουβιτών, ώστε να πραγματοποιηθεί ο εφοδιασμός τους με τρόφιμα. Η πληροφορία αυτή. εκτός των άλλων, είναι ενδιαφέρουσα και ως προς το στοιχείο, ότι ήδη αυτήν την εποχή, στα τέλη του 7ου αιώνα, τα σλαβικά φύλα της Μακεδονίας είχαν πλέον τεθεί υπό τον έλεγχο της βυζαντινής εξουσίας. Η περαιτέρω στρατιωτική τους υποταγή και η σταδιακή τους ένταξη στο βυζαντινό διοικητικό σύστημα θα πραγματοποιηθεί τους αμέσως επόμενους αιώνες.
Μέσοι βυζαντινοί χρόνοι (8ος-11ος αι.)
Η ιστορία της περιοχής της Φλώρινας αυτήν την περίοδο είναι στενά συνδεδεμένη με τους πολύχρονους αγώνες του Βυζαντίου, αφενός, να αντιμετωπίσει τον βουλγαρικό κίνδυνο και, αφετέρου, να καθυποτάξει τα σλαβικά φύλα της Μακεδονίας και να τα εντάξει στα διοικητικά πλαίσια του κράτους. Σε ό,τι αφορά τις σλαβικές εγκαταστάσεις, τις γνωστές «σκλαβηνίες» των πηγών, οι βυζαντινές αρχές ανέλαβαν σειρά στρατιωτικών και διοικητικών μέτρων, τα οποία τελεσφόρησαν τον 9ο αιώνα. Μεταξύ αυτών των μέτρων περιλαμβάνονταν η δημογραφική ενίσχυση των μεθοριακών περιοχών, με ομαδικές μετακινήσεις σλαβικών πληθυσμών σε άλλες περιοχές της αυτοκρατορίας, κυρίως στη Μ. Ασία, και η εγκατάσταση, αντίστοιχα, χριστιανικών πληθυσμών στα βαλκανικά εδάφη. Ανάμεσα στους τελευταίους υπήρχαν και πολλοί Αρμένιοι, οι οποίοι αναφέρονται συχνά στην κατοπινή ιστορία της Μακεδονίας και της Θράκης. Η ύπαρξη σήμερα, κοντά στη Φλώρινα, χωριού με το όνομα Αρμενοχώρι. που ως τέτοιο μνημονεύεται και σε κείμενο του 14ου αιώνα, απηχεί πιθανόν τα ιστορικά γεγονότα της περιόδου που εξετάζουμε.
Οι εναπομείναντες σλαβικοί πληθυσμοί της Μακεδονίας, μετά την οριστική υποταγή τους, ως αποτέλεσμα συντονισμένων στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά τον 8ο και 9ο αιώνα, εισήλθαν τελικά στο βυζαντινό διοικητικό σύστημα, γεγονός στο οποίο συνέβαλε αποφασιστικά ο σταδιακός εκχριστιανισμός και η πολιτιστική τους αφομοίωση από το ελληνικό περιβάλλον. Έτσι, γύρω στα μέσα του 9ου αιώνα, καταργούνται οι σλαβικές αυτόνομες διοικητικές αρχοντίες, οι «σκλαβηνίες», και οι Σλάβοι κάτοικοι της Μακεδονίας, βυζαντινοί πολίτες πλέον, εισέρχονται στο νέο σύστημα της διοικητικής οργάνωσης κατά θέματα, το οποίο αντικατέστησε τη διαίρεση σε επαρχότητες και διοικήσεις. Η περιοχή της Φλώ¬ρινας, όπως και η υπόλοιπη Μακεδονία μέχρι τον Στρυμόνα, περιήλθε από τις αρχές του 9ου αιώνα στο θέμα της Θεσσαλονίκης.
Σε αντίθεση με τους Σλάβους της Μακεδονίας, οι εξελίξεις στις σχέσεις του Βυζαντίου με τους Βουλγάρους ακολούθησαν αρνητική πορεία, με ιδιαίτερες επιπτώσεις στον μακεδονικό χώρο και ειδικότερα στην περιοχή των Πρεσπών. Μετά τον εκχριστιανισμό των Βουλγάρων (864) και την ανάπαυλα της ειρηνικής εξουσίας του πρώτου χριστιανού βούλγαρου ηγεμόνα Βόριδος -Μιχαήλ (852-889), ακολούθησε περίοδος έντονων βουλγαρικών κινητοποιήσεων κατά του Βυζαντίου, που εγκαινίασε ο τσάρος Συμεών (893-927). Στο πλαίσιο της φιλοδοξίας του να κατακτήσει τον βυζαντινό θρόνο, ο Συμεών πραγματοποίησε πολύχρονους κατακτητικούς πολέμους, ένα μέρος από τους οποίους διεξήγαγε στον χώρο της Μακεδονίας. Μισό αιώνα μετά τον θάνατο του Συμεών (927), η περιοχή των Πρεσπών θα αποτελέσει το επί¬κεντρο στρατιωτικού κινήματος κατά της βυζαντινής εξουσίας, επικεφαλής του οποίου ήταν οι τέσσερις γιοι του βούλγαρου κόμητα Νικολάου και της αρμένισσας συζύγου του Ριψιμίας. Ανάμεσα στους τέσσερις αδελφούς επικράτησε σύντομα ο νεότερος, ο Σαμουήλ, ο οποίος, ως μόνος κύριος της κατάστασης, αυτοανακηρύχθηκε τσάρος των Βουλγάρων. Στη διάρκεια της πολύχρονης εξουσίας του (976-1014), ο Σαμουήλ επεξέτεινε την κυριαρχία του στο μεγαλύτερο τμήμα της χερσονήσου του Αίμου.
Αρχική βάση των εξορμήσεών του υπήρξαν οι Πρέσπες, όπου εγκατέστησε την πρώτη πρωτεύουσα του κράτους του και την έδρα του σχισματικού Πατριαρχείου, με πρώτο προκαθήμενο τον Γερμανό-Γαβριήλ. Ως χώρο ανέγερσης των ανακτόρων του ο Σαμουήλ επέλεξε τη σημερινή νησίδα του Αγίου Αχίλλειου, η οποία την εποχή αυτή ήταν ακόμη χερσόνησος που συνδεόταν με τη βόρεια όχθη της Μικρής Πρέσπας. Σε νησίδα μετατράπηκε η χερσόνησος κατά τους νεότερους πιθανόν χρόνους, όταν ο αυχένας που την ένωνε με την όχθη κατακλύστηκε από τα νερά της λίμνης. Σήμερα, στον ρηχό βυθό της λίμνης διακρίνεται ο μεσαιωνικός πλακόστρωτος δρόμος, ενώ ενίοτε προβάλλει στην επιφάνεια των νερών ο πύργος της πύλης από το κάστρο, το οποίο περιέβαλε την πρώην χερσόνησο.
Μετά την κατάληψη της Λάρισας, στα 985-986. ο Σαμουήλ απέσπασε τα ιερά λείψανα του αρχιεπισκόπου της πόλης Αχίλλειου και τα εναπόθεσε στη σημερινή νησίδα της Μικρής Πρέσπας, όπου ανήγειρε στο όνομα του αγίου μεγαλοπρεπή ναό, στον ρυθμό της βασιλικής. Εκτός από τα ιερά λείψανα, ο Σαμουήλ μετέφερε στις Πρέσπες και μεγάλο αριθμό Λαρισαίων με τις οικογένειές τους, ανάμεσα στους οποίους είναι πιθανόν ότι υπήρχαν και αρκετοί κτίστες και τεχνικοί, που συμ¬μετείχαν στην ανέγερση της βασιλικής. Χαράγματα επάνω σε λιθάρια του ναού, με ενθυμήσεις και παρακλήσεις στην ελληνική γλώσσα, φανερώνουν την καταγωγή των οικοδόμων, ενώ η τοπική παράδοση, γνωστή τα περασμένα χρόνια σε υπερήλικες κατοίκους του νησιού, μιλούσε για τη μακρινή προέλευσή τους από τη Θεσσαλία. Σύμφωνα, άλλωστε, με πληροφορίες, που διασώζει στο έργο του ο βυζαντινός χρονικογράφος Ιωάννης Σκυλίτζης, ο Σαμουήλ κατά τη διάρκεια της εξουσίας του αιχμαλώτισε πολλούς Έλληνες και Αρμενίους, τους οποίους εγκατέστησε στην Πελαγονία, την Πρέσπα και την Αχρίδα.
Εκτός από τις Πρέσπες και την Αχρίδα, ο Σαμουήλ είχε ανάκτορα και στη Σέτινα, όπου διατηρούσε μεγάλα αποθέματα σίτου. Πρόκειται για ένα ισχυρό φρουριακό συγκρότημα ΒΑ του σημερινού Σκοπού, που έλεγχε τις προσβάσεις από την πεδιάδα της Φλώρινας προς τον ορεινό όγκο του Βόρα. Η Σέτινα υπήρξε σημαντικός οικισμός της Λυγκηστίδας και, σύμφωνα με τα αρχαιολογικά δεδομένα, είχε διάρκεια ζωής από την ελληνιστική περίοδο μέχρι τους ύστερους βυζαντινούς χρόνους.
Μία άλλη οχυρή θέση αυτή την περίοδο ήταν το φρούριο του Πετρισκού, κτισμένο σε ύψωμα, ΒΔ της λίμνης των Πετρών. Στην περιοχή αυτή ο γιος και διάδοχος του Σαμουήλ, Γαβριήλ-Ρωμανός (Ραδομίρ), δολοφονήθηκε το 1015 από τον εξάδελφό του και σφετεριστή του βουλγαρικού θρόνου Ιωάννη Βλαδισλάβο. Στον ευρύτερο αυτό χώρο τοποθετούνται δύο ακόμη ισχυρά φρούρια, γνωστά σήμερα μόνο από την αναφορά τους στα βυζαντινά κείμενα: Ο Σωσκός. η θέση του οποίου πρέπει να αναζητηθεί ανατολικά της Φλώρινας, ανάμεσα στον Οστροβό και την Πελαγονία, και ο Μολυσκός, μεταξύ Μογλενών και Πελαγονίας, και ίσως πιο συγκεκριμένα, κοντά στη λίμνη Βεγορίτιδα.
Στα εδάφη αυτά έστρεψε την προσοχή του ο βυζαντινός αυτοκράτορας Βασίλειος Β', κατά την τελευταία φάση (1015-1018) των στρατιωτικών του επιχειρήσεων εναντίον των Βουλγάρων/Ετσι, μετά την κατάληψη των Μογλενών, στα 1015, ο Βασίλειος Β' κινήθηκε μέσα από τις περιοχές του Οστροβού (σημερινής Άρνισσας), του Σωσκού και της Πελαγονίας μέχρι την Αχρίδα. Τον επόμενο χρόνο, εξορμώντας από την Έδεσσα, διήλθε τον Οστροβό και, ακολούθως, προχώρησε προς τον Μολυσκό, τον οποίο κατέλαβε, για να καταλήξει στο φρούριο της Σέτινας, το οποίο εκπόρθησε και πυρπόλησε,επιτρέποντας στους κατοίκους να διαρπάσουν τον σίτο που φύλαγαν εκεί οι Βούλγαροι.
Μετά την κατάληψη των Σκοπίων και της Αχρί-δας, στα 1018, ο Βασίλειος κατευθύνθηκε προς την Πρέσπα, όπου προς εδραίωση της βυζαντινής παρουσίας, έκτισε δύο κάστρα, τη Βασιλίδα και το Κωστάντιο. Η θέση του πρώτου κάστρου, στο οποίο ο αυτοκράτορας έδωσε το όνομά του, δεν έχει ταυτιστεί μέχρι σήμερα. Πιθανολογείται ότι η Βασιλίδα χτίστηκε σε κάποιο από τα υψώματα δυτικά των Πρεσπών, στο τέλος της πορείας του Βασιλείου από την Αχρίδα, διά μέσου του ορεινού όγκου της Γκαλίτσιτσα.
Το δεύτερο κάστρο, το Κωνστάντιο, που έφερε το όνομα του βυζαντινού συμβασιλέα Κωνσταντίνου, χτίστηκε στο ΝΑ άκρο της σημερινής νησίδας του Αγίου Αχίλλειου στη Μικρή Πρέσπα. Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά κατάλοιπα, πρόκειται για οχύρωση από τείχος με ελλειψοειδή περίμετρο, που στο ΝΔ άκρο ενισχύεται από ένα πύργο. Στο κέντρο του κάστρου, στο υψηλότερο σημείο, εντοπίστηκαν τα ίχνη μονόχωρου ξυλόστεγου ναού.
Η ειρήνη που αποκατέστησε ο Βασίλειος Β' στην περιοχή διαταράχτηκε δύο δεκαετίες αργότερα, στα 1040-1041, από την εξέγερση του Πέτρου Δελεάνου, ο οποίος εμφανίστηκε ως εγγονός του Σαμουήλ. Στα 1040 αυτοανακηρύχτηκε βασιλιάς των Βουλγάρων και επέτυχε να προσεταιριστεί τον ανεψιό του Σαμουήλ, τον Αλουσιάνο, βυζαντινό πατρίκιο και στρατηγό Θεοδοσιούπολης. Έχοντας ορμητήριο τον Οστροβό, ο Δελεάνος με τον Αλουσιάνο κατέλαβαν την Πρέσπα, όπου κατέστρεψαν το φρούριο Βασιλίδα. Σύντομα επήλθε ρήξη μεταξύ των δύο επαναστατών, με αποτέλεσμα ο Αλουσιάνος να τυφλώσει τον Δελεάνο και να αναλάβει την αρχηγία της εξέγερσης, για να υποταχτεί όμως πολύ σύντομα στον βυζαντινό αυτοκράτορα, δεχόμενος το αξίωμα του μαγίστρου.
Ακολούθησε περίοδος τριάντα χρόνων ηρεμίας, για να αναστατωθεί και πάλι η περιοχή από μία ακόμη βουλγαρική εξέγερση, το 1072, αυτήν τη φορά υπό τον Κωνσταντίνο Μποντίν. Όπως η προηγούμενη, και αυτή η εξέγερση έσβησε σύντομα με την επέμβαση των βυζαντινών δυνάμεων. Δέκα χρόνια αργότερα, στα 1081-1082, μεγάλο τμήμα της δυτικής Μακεδονίας καταλήφτηκε από τους Νορμανδούς. Τότε καταστράφηκε στη Μικρή Πρέσπα το κάστρο Κωνστάντιο και ο οικισμός γύρω απ' αυτό. Οι Νορμανδοί λεηλάτησαν και τον ναό του Αγίου Αχίλλειου, προκαλώντας" σημαντικές ζημιές στο κτίσμα. Ο θάνατος του ηγεμόνα των Νορμανδών Ροβέρτου Γυισκάρδου, το 1085, σήμανε το τέλος της νορμανδικής κατοχής στη Μακεδονία.
Ύστεροι βυζαντινοί χρόνοι (12ος-14ος αι.)
Στο μεγαλύτερο διάστημα του 12ου αιώνα η περιοχή της Φλώρινας, και γενικότερα της δυτικής Μακεδονίας, δεν αντιμετώπισε εξωτερικούς κινδύνους, ούτε άλλα πολεμικά γεγονότα, με αποτέλεσμα να υπάρξει σχετικά μακρόχρονη περίοδος ειρήνης και ασφάλειας. Ορισμένες επιθέσεις των Σέρβων, περί τα μέσα του αιώνα, αντιμετωπίστηκαν με επιτυχία από τον αυτοκράτορα Μανουήλ Α', ο οποίος χρησιμοποίησε ως βάση των εξορμήσεών του την Πελαγονία. Πέραν τούτου, οι δύο νέοι νορμανδικοί πόλεμοι, στις αρχές και το τέλος του 12ου αιώνα, δεν ενόχλησαν τον δυτικομακεδονικό χώρο, δεδομένου ότι διεξήχθησαν σε άλλες βαλκανικές περιοχές της βυζαντινής επικράτειας. Βραχύβια υπήρξε, στα τέλη του ίδιου αιώνα, και η κατάληψη εδαφών στη δυτική Μακεδονία από τον στασιαστή Μανουήλ Καμύτζη, ο οποίος, με τη σύμπραξη του Βούλγαρου Νομπρομίρ Χρύσου, κατέλαβε προσωρινά την Πελαγονία και τον Πρίλαπο (σημερινό Πρί-λεπ).
Από διοικητική άποψη, την περίοδο αυτή σημειώνεται η δημιουργία νέων, μικρότερων σε έκταση, θεμάτων στον χώρο της Μακεδονίας. Έτσι, σε χρυσόβουλο του Αλεξίου Γ', του 1198, εμφαίνεται ότι η περιοχή των Πρεσπών αποτελούσε ιδιαίτερο θέμα, γεγονός που υπογραμμίζει τη σπουδαιότητα αυτού του χώρου για τα βυζαντινά ενδιαφέροντα. Το υπόλοιπο τμήμα του σημερινού νομού της Φλώρινας ανήκε σε ένα ευρύτερο τετραπλό θέμα, που περιλάμβανε τον Πρίλαπο, την Πελαγονία, τον Μολυσκό και τα Μογλενά. Λίγο αργότερα, το 1204, στο έγγραφο διανομής των βυζαντινών εδαφών -Partitio Romaniae- μεταξύ των Σταυροφόρων της Δ' Σταυροφορίας που κατέλυσαν την αυτοκρατορία, το ανωτέρω θέμα εμφανίζεται διασπασμένο σε δύο, στο θέμα Μολυσκού-Μογλενών και στο θέμα Πριλάπου-Πελαγονίας-Στανού.
Μετά τη λατινική κατάκτηση, η δυτική Μακεδονία περιήλθε στο βασίλειο της Θεσσαλονίκης υπό την κυριαρχία του Βονιφάτιου του Μομφερατικού, για να καταληφθεί σύντομα, στα 1205-1207, από τον βούλγαρο ηγεμόνα Ιωαννίτζη ή Καλογιάννη. Η περιοχή απελευθερώθηκε στα 1218-1219 από τον δεσπότη της Ηπείρου Θεόδωρο Άγγελο Δούκα Α', που την διατήρησε στο συνεχώς ισχυροποιούμενο κράτος του μέχρι το 1230, όταν νικήθηκε από τον βούλγαρο τσάρο Ιωάννη Ασέν Β'. Η νέα βουλγαρική κατοχή διήρκεσε μέχρι το 1246, χρόνο κατά τον οποίο ο αυτοκράτορας της Νικαίας Ιωάννης Γ' Βατάτζης απελευθέρωσε όλη τη Μακεδονία.
Πριν από την οριστική ανασυγκρότηση του βυζαντινού κράτους, το 1261, ένας ακόμη δεσπότης της Ηπείρου, ο Μιχαήλ Β' Άγγελος, προσπάθησε, για τελευταία φορά, να πάρει την πρωτοβουλία έναντι της Νικαίας στην ανασύσταση της αυτοκρατορίας. Αφού κατέλαβε τα εδάφη της Μακεδονίας δυτικά του Αξιού, το 1258, ο Μιχαήλ συνήψε σειρά συμφωνιών με τους λατίνους ηγέτες του ελλαδικού χώρου, με τον ηγεμόνα της Σικελίας και τον βασιλιά των Σέρβων, σχηματίζοντας ισχυρό στρατιωτικό συνασπισμό εναντίον της Νικαίας. Η αποφασιστική μάχη δόθηκε το καλοκαίρι του 1259 στη θέση Βορίλλα Λόγγου, που, σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, τοποθετείται στην πεδιάδα της Φλώρινας, στην περιοχή των σημερινών χωριών Τριπόταμου, Παπαγιάννη, Ιτιάς και Παλαίστρας. Η μάχη της Πελαγονίας, όπως έμεινε γνωστή στην ιστορία, έληξε με πλήρη συντριβή των ενωμένων δυνάμεων του Μιχαήλ της Ηπείρου, γεγονός που έκρινε υπέρ της Νικαίας την τύχη της πολύχρονης διαμάχης για τη διεκδίκηση της αυτοκρατορίας.
Στα χρόνια των Παλαιολόγων η Μακεδονία καθίσταται θέατρο εμφύλιων συγκρούσεων και εχθρικών επιθέσεων, με αποτέλεσμα να σημειώνεται συνεχής συρρίκνωση της βυζαντινής κυριαρχίας σ' αυτόν το χώρο, μέχρι την οριστική του απώλεια στα τέλη του 14ου αιώνα. Πριν από την εμφάνιση των Τούρκων, τον κυριότερο εξωτερικό κίνδυνο για τα βαλκανικά εδάφη της αυτοκρατορίας αποτέλεσαν οι Σέρβοι, οι οποίοι από τα τέλη του 13ου μέχρι τα μέσα του 14ου αιώνα κατέλαβαν, μεταξύ άλλων, το μεγαλύτερο τμήμα της Μακεδονίας. Οι σημαντικότερες κατακτήσεις μακεδονικών εδαφών έγιναν στα χρόνια του ισχυρού σέρβου ηγεμόνα Στέφανου Δουσάν (1331-1355). Ανάμεσα στις πρώτες περιοχές που κατέλαβε ο Δουσάν υπήρξαν η Αχρίδα, ο Πρίλαπος και ο Χλερηνός, δηλαδή η Φλώρινα. Πρόκειται για την πρώτη ιστορική μνεία της Φλώρινας κατά τη βυζαντινή περίοδο, με το μεσαιωνικό της, όμως, όνομα Χλερηνός, το οποίο διατηρήθηκε μέχρι την τουρκική κατάκτηση, για να αντικατασταθεί στη συνέχεια από την ονομασία Φλώρινα. Το κάστρο του Χλερηνού και η περιοχή του φαίνεται ότι παρέμειναν στη σερβική κατοχή καθόλη τη διάρκεια της εξουσίας του Δουσάν, ο οποίος μέχρι τη στέψη του σε τσάρο, το 1346, είχε γίνει κύριος όλης της δυτικής Μακεδονίας.
Μετά τον θάνατο του Στέφανου Δουσάν (1355), η σερβική επικράτεια διασπάστηκε σε μικρότερα κρατίδια. Στην περιοχή μεταξύ Σκοπίων και Πρεσπών τον έλεγχο είχε ο σέρβος άρχοντας Βουκάσιν. Επιγραφή του 1409-1410 στον ναό της Παναγίας Ελεούσας, στη Μεγάλη Πρέσπα, μνημονεύει ετεροχρονισμένα τον σέρβο άρχοντα ως αυθέντη της περιοχής, γεγονός που σημαίνει ότι ακόμη και στις αρχές του 15ου αιώνα, μέλη της οικογένειας του Βουκάσιν εξακολουθούσαν να ασκούν κάποια εξουσία στην περιοχή των Πρεσπών. Ήδη, όμως, από τα 1385-1386 και εξής όλη η δυτική Μακεδονία είχε περιέλθει στα χέρια των Τούρκων, αφότου το 1385 ο Τιμουρτάς πασάς κατέλαβε τον Πρίλαπο, την Πελαγονία και πιθανότατα τον Χλερηνό (Φλώρινα) και την Καστοριά.
Τα βυζαντινά μνημεία
Με εξαίρεση τη λεκάνη των Πρεσπών, όπου έχει διατηρηθεί σημαντικός αριθμός βυζαντινών και μεταβυζαντινών μνημείων, στο υπόλοιπο τμήμα του νομού Φλώρινας δεν σώζονται σήμερα αξιόλογα τεκμήρια της πολιτιστικής και καλλιτεχνικής δραστηριότητας αυτής της περιόδου. Όπως σημειώθηκε παραπάνω για το ανάλογο φαινόμενο κατά τους πρωτοβυζαντινούς χρόνους, η έλλειψη μνημειακών δεδομένων πρέπει να αναζητηθεί στις συχνές καταστροφές που υπέστησαν τα αστικά και άλλα κέντρα κατά τη διάρκεια των αλλεπάλληλων εχθρικών επιθέσεων και αναστατώσεων που γνώρισε ο τόπος στο πέρασμα των αιώνων.
Πάντως, τα αποτελέσματα των, έστω και περιορισμένων μέχρι σήμερα, ιστορικών και αρχαιολογικών ερευνών στον νομό, παρέχουν ενδεικτικά στοιχεία για τον πολιτισμό που αναπτύχτηκε εδώ κατά τους βυζαντινούς χρόνους. Για παράδειγμα, σε σημείωση που υπάρχει στον Παρισινό Κώδικα αρ. 2537, παρέχεται η σημαντική πληροφορία ότι αυτό το χειρόγραφο έγινε στο κάστρο Γάγγρα, δυτικά της Πρέσπας, από τον αντιγραφέα Ιωάννη τον Πρεσπινό, στα 1271-1272: «Τούτο το βιβλίο οι Κυρανίδες εγράφη εις τον κάστρον το λεγόμενον Γάγγραν, δια χειρός Ιωάννου του Πρεσπεινού. Δυτικόν από τον Πρέσπαν ... από τον Αχρεϊδων το κάστρον. Έτους φπ. Μνήσθητι κύριε την φυχών των δούλων του θεού Νικολάου και Ευδοκίας».
Παράλληλα, σε τρία έγγραφα που εξέδωσε ο σέρβος ηγεμόνας Στέφανος Δουσάν, κατά τη δεκαετία 1335-1345, με τα οποία παρέχει και επικυρώνει διάφορες δωρεές προς τη μονή του Τρέσκαβατς κοντά στο σημερινό Πρίλεπ, συγκαταλέγονται δύο ναοί της Φλώρινας και δύο της Πρέσπας. Συγκεκριμένα, γίνεται λόγος για το μετόχι του Αγίου Νικολάου στη θέση Τσέρτοπις της Φλώρινας (Χλερηνού), που πιθανόν πρέπει να αναζητηθεί στην περιοχή της σημερινής ενορίας του Αγίου Νικολάου, κοντά στο ποτάμι. Προς αυτήν την άποψη συγκλίνει και η πληροφορία του χαριστηρίου εγγράφου ότι ανάμεσα στα αγαθά του μετοχίου περιλαμβάνονταν και ένας νερόμυλος, παρόχθια έκταση (ποτάμι, στο κείμενο) και βουνοπλαγιά. Για τον δεύτερο ναό, επίσης, του Αγίου Νικολάου, σημειώνεται ρητά ότι βρισκόταν στην αγορά της Φλώρινας και ότι ήταν προσφορά του τοπικού επισκόπου Βλάχου προς τη μονή του Τρέσκαβατς. Όσον αφορά στους δύο ναούς της Πρέσπας, πρόκειται για τα μετόχια του Προφήτη Ηλία και του Αγίου Νικολάου, τα οποία προσέφερε στη μονή ο αρχιεπίσκοπος Αχριδών Νικόλαος.
Ανάλογες πληροφορίες, για την ύπαρξη βυζαντινών μνημείων στον νομό Φλώρινας, παρέχουν και οι σποραδικές αρχαιολογικές έρευνες. Έτσι, οι ανασκαφές στο κάστρο της Σέτινας έφεραν στο φως τα λείψανα μονόχωρου ναού που κτίστηκε, περί τον 10ο αιώνα, επάνω στα θεμέλια παλαιοχριστιανικής βασιλικής. Λείψανα τρίκλιτης βασιλικής του 10ου αιώνα εντοπίστηκαν κατά τις αρχαιολογικές έρευνες στις Πέτρες. Σύμφωνα, άλλωστε, με τοπικές παραδόσεις και προφορικές μαρτυρίες, που αναμένουν την επιστημονική τους εξακρίβωση, θέσεις βυζαντινών ναών σημειώνονται σε διάφορα σημεία του νομού, όπως στο χωριό Ανάργυροι, κοντά στη λίμνη Χειμαδίτιδα (η παράδοση κάνει λόγο για δεκαεπτά βυζαντινούς ναούς), στο χωριό Πέρασμα (ναός Αγίων Αναργύρων) και στη μονή της Αγίας Τριάδας κοντά στο Πισοδέρι, όπου νεότερη εντοιχισμένη πλάκα, στη δυτική πρόσοψη του καθολικού, φέρει τη χρονολογία 1050.
Τα μνημεία των Πρεσπών
Διαφορετική, ευτυχώς, τύχη είχε η λεκάνη των Πρεσπών ως προς τη διατήρηση των βυζαντινών της μνημείων/Ετσι, παρά τους διάφορους πολέμους και τις καταστροφές που γνώρισε η περιοχή, διασώθηκε σημαντικός αριθμός ναών, οι οποίοι χρονολογούνται από τον 10ο αιώνα και εξής.
Η ερειπωμένη σήμερα βασιλική του Αγίου Αχίλλειου, στην ομώνυμη νησίδα της Μικρής Πρέσπας, αποτελεί το σπουδαιότερο μνημείο όλης της περιοχής. Ιδρύθηκε στα τέλη του 10ου αιώνα, στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής με νάρθηκα και υπερώα. Τα τρία κλίτη του ναού χωρίζονται με δύο πεσσοστοιχίες, κάθε μία από τις οποίες έφερε καθ' ύψος διπλή τοξοστοιχία. Δυτικά υπάρχει νάρθηκας, που καταλαμβάνει όλο το πλάτος του ναού και έφερε αρχικά πέντε εισόδους. Ανά μία είσοδος, επίσης, υπήρχε στο βόρειο και νότιο κλίτος. Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά δεδομένα, ο νάρθηκας δεν είχε υπερώο, όπως αυτό συνέβαινε με τα πλάγια κλίτη, που έφεραν όροφο. Στην ανατολική πλευρά τα πλάγια κλίτη απολήγουν σε παραβήματα (πρόθεση και διακονικό), τα οποία στην κάτοψη έχουν σχήμα εγγεγραμμένου σταυρού και στην ανωδομή κύκλου, με σφαιρικά τρίγωνα και καμάρες που στήριζαν μικρούς τρούλους. Σήμερα, σώζεται καλύτερα η πρόθεση, που διατηρεί και τμήμα του τρούλου.



Στην πάνω αριστερά:Η Βασιλική του Αγίου Αχιλλείου στη Μικρή Πρέσπα. Η κεντρική αψίδα με το τρίλοβο άνοιγμα και κάτω απ' αυτό το σύνθρονο .Στην πάνω δεξιά:Βασιλική του Αγίου Αχιλλείου, η εξωτερική πλευρά της πρόθεσης.Στην κάτω αριστερά:Άγιος Γερμανός, ναός του 11ου αιώνα στο ομώνυμο χωριό,άποψη από νοτιοανατολικά. Στην κάτω δεξιά:Η Παναγία Ελεούσα, τοιχογραφία σε βράχο απέναντι από το χωριό Ψαράδες.
Στον ανατολικό τοίχο προσγράφονται τρεις ημι-κυλινδρικές αψίδες, από τις οποίες η μεσαία είναι μεγαλύτερη και διατηρείται σήμερα σε αρκετό ύψος, μέχρι τη γένεση του τεταρτοσφαιρίου της κόγχης. Εσωτερικά και περιμετρικά της κόγχης του Ιερού Βήματος διασώζεται το σύνθρονο, με τον επισκοπικό θρόνο στο κέντρο. Ανάμεσα στους πολλούς τάφους που υπήρχαν στον ναό ξεχωρίζει εκείνος που εντοπίστηκε στη νότια κεραία του διακονικού. Καλύπτεται με ανάγλυφη ασβεστολιθική πλάκα και, σύμφωνα με την παράδοση, σ' αυτόν φυλασσόταν το ιερό λείψανο του αγίου Αχίλλειου. Σ' ένα άλλο τάφο, στο νότιο κλίτος της βασιλικής, βρέθηκε τμήμα μεταξωτού χρυσοΰφαντου υφάσματος, του 10ου αιώνα, που μεταξύ των διακοσμητικών του μοτίβων φέρει ζεύγος αντικριστών αετών.
Τις εσωτερικές επιφάνειες της βασιλικής κοσμούσαν τοιχογραφίες, από τις οποίες σήμερα σώζονται ελάχιστα τμήματα, που έχουν αποτοιχιστεί και φυλάσσονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Φλώρινας. Υπήρχαν δύο τουλάχιστον στρώματα ζωγραφικής, που χρονολογούνται στον 11ο και 12ο αιώνα, αντίστοιχα. Από τις τοιχογραφίες του δεύτερου στρώματος διασώθηκαν ορισμένες μορφές στρατιωτικών αγίων, της Θεοτόκου και ενός αγγέλου. Πρόκειται για έργα που συγγενεύουν τεχνοτροπικά με τη ζωγραφική του 12ου αιώνα σε μνημεία της Καστοριάς, όπως εκείνη των Αγίων Αναργύρων.
Παρά τις σοβαρές καταστροφές που υπέστη η βασιλική του Αγίου Αχίλλειου στα 1071-1072 από τους Αλαμανούς, επισκευάστηκε σύντομα, στα τέλη του 11ου αιώνα, και συνέχισε μέχρι τον 15ο αιώνα να αποτελεί το λατρευτικό κέντρο της περιοχής. Σύμφωνα με μαρτυρίες, από τον 12ο αιώνα και εξής γιορταζόταν με λαμπρότητα κάθε χρόνο στις 15 Μαϊου η ιερή πανήγυρη του αγίου Αχιλλείου. Στα νότια προσκτίσματα της βασιλικής ανασκάφηκε εκτεταμένη νεκρόπολη με ταφές απλών κατοίκων, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι υπήρχε στο νησί οργανωμένος αστικός οικισμός, δηλαδή η πόλη Πρέσπα. Τα αρχαιολογικά ευρήματα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι μετά την τουρκική κατάκτηση, προς το τέλος του 14ου και τις αρχές του 15ου αιώνα, ο ναός ερημώθηκε και οι κάτοικοι του νησιού μετακινήθηκαν σταδιακά προς τις ακτές των δύο λιμνών, δημιουργώντας εκεί νέες εγκαταστάσεις.
Επιβεβαίωση της άποψης, ότι στη νησίδα του Αγίου Αχιλλείου άκμασε η βυζαντινή Πολιτεία της Πρέσπας, αποτελεί και το γεγονός της ύπαρξης δύο ακόμη βυζαντινών ναών, των Δώδεκα Αποστόλων και του Αγίου Δημητρίου. Η εκκλησία των Δώδεκα Αποστόλων, της οποίας σήμερα σώζονται μόνο τα θεμέλια, βρίσκεται στα δυτικά του νησιού, σε μία θέση με οικιστική παρουσία από τα ελληνιστικά μέχρι τα βυζαντινά χρόνια. Οι ανασκαφικές έρευνες κάνουν λόγο για την ύπαρξη αρχαίου ειδωλολατρικού ναού πολύ κοντά στους Αγίους Αποστόλους, κατά την οικοδόμηση των οποίων χρησιμοποιήθηκε υλικό από τα ερείπια του αρχαίου κτίσματος. Η μικρή εκκλησία κτίστηκε στον τύπο της τρίκλιτης καμαροσκέπαστης βασιλικής, ακολουθώντας τα αντίστοιχα παραδείγματα των παλαιότερων βασιλικών της Καστοριάς, που χρονολογούνται προς τα τέλη του 9ου και τις αρχές του 10ου αιώνα. Με βάση τις τυπολογικές και οικοδομικές ομοιότητες που εμφανίζει με αυτά τα μνημεία, ο ναός των Αγίων Αποστόλων θεωρείται, με αρκετή πιθανότητα, κτίσμα των αρχών του 10ου αιώνα. Η λατρευτική χρήση του ναού διήρκεσε μέχρι τα τέλη του 14ου αιώνα.
Σε κοντινή απόσταση βρίσκεται και το τρίτο βυζαντινό μνημείο του νησιού, η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, που επίσης διατηρείται σε ερείπια. Μεταγενέστερες επεμβάσεις στο μνημείο μετέβαλαν τον αρχικό αρχιτεκτονικό του τύπο, ο οποίος είχε μάλλον τη μορφή της τρίκλιτης βασιλικής. Εξωτερικά, ο αρχικός ναός ήταν επενδυ¬μένος με στρώμα λευκού ασβεστοκονιάματος, ακολουθώντας ως προς αυτό την ίδια πρακτική που παρατηρείται και σε άλλους μικρούς ναούς της περιοχής, όπως στους γειτονικούς Αγίους Αποστόλους και στο μονόχωρο ναό του κάστρου της Σέτινας. Η ανοικοδόμηση του ναού τοποθετείται με επιφυλάξεις στον 10ο-11ο αιώνα, ενώ οι μεταγενέστερες οικοδομικές επεμβάσεις πρέπει να έγιναν προς τα τέλη του 12ου αιώνα. Ο ναός ήταν τοιχογραφημένος, όπως δείχνουν τα λείψανα ζωγραφικής, στην κόγχη του Ιερού Βήματος, τα οποία σήμερα απόκεινται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Φλώρινας. Τεχνοτροπικές συγγένειες με τη ζωγραφική καστοριανών μνημείων του δεύτερου μισού του 14ου αιώνα (Ταξιάρχης Μητροπόλεως και Άγιος Αθανάσιος του Μουζάκη) παρέχουν τα χρονικά πλαίσια της τοιχογράφησης του Αγίου Δημητρίου.
Ερείπια ενός ακόμη βυζαντινού μνημείου στη λίμνη της Μικρής Πρέσπας υπάρχουν σε ένα άλλο νησάκι, το Βιδρονήσι, νοτιοανατολικά της νησίδας του Αγίου Αχιλείου. Στην ανατολική του όχθη διασώζονται τμήματα ενός ναού που, σύμφωνα με πρόχειρες εκτιμήσεις, θεωρείται παλαιολόγειο κτίσμα. Μελλοντικές έρευνες αναμένεται να εξακριβώσουν τον αρχιτεκτονικό τύπο και τον χρόνο ανοικοδόμησης του.
Στη δυτική όχθη της Μικρής Πρέσπας, σε μικρή απόσταση από το χωριό Πύλη, διαγράφεται μέσα στην παραλίμνια βλάστηση ο όγκος ενός ημικατεστραμμένου ναού που, σύμφωνα με την παράδοση, ήταν αφιερωμένος στον άγιο Νικόλαο. Το κτίσμα διατηρείται σε αρκετό ύψος, έτσι ώστε να διασώζονται τμήματα της ανωδομής, όχι, όμως, και ο τρούλος, που στα τέλη του 19ου αιώνα, σύμφωνα με δημοσιευμένες φωτογραφίες, ήταν ακόμη στη θέση του. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό μνημείο στον τύπο του τρίκογχου εγγεγραμμένου ναού, ο οποίος συνήθως χρησιμοποιείται σε μοναστικούς ναούς με πρότυπο εκείνους του Αγίου Όρους. Κρίνοντας, μάλιστα, από τις μικρές διαστάσεις του εσωτερικού χώρου, την έλλειψη νάρθηκα στο αρχικό στάδιο κατασκευής του ναού και την απουσία οικισμού στον περιβάλλοντα χώρο, κατά την πρώτη περίοδο της λειτουργίας του, φαίνεται πολύ πιθανόν ότι ο ναός αρχικά χρησίμευσε ως καθολικό μοναστηριού. Η μεταγενέστερη προσθήκη νάρθηκα και η αφαίρεση του δυτικού τοίχου του κυρίως ναού πιθανότατα σχετίζονται με τη μετατροπή του μνημείου από μοναστηριακή σε ενοριακή εκκλησία και την ανάγκη, που έτσι προέκυψε, για διεύρυνση του χώρου υποδοχής των πιστών.
Από αρχιτεκτονική άποψη ο ναός παρουσιάζει ορισμένες ιδιομορφίες, όπως το γεγονός ότι η βόρεια και νότια κόγχη δεν είναι ελεύθερες, αλλά εγγράφονται στην ορθογώνια κάτοψη του κυρίως ναού. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ημικυλινδρικές αψίδες της πρόθεσης και του διακονικού, που είναι εγγεγραμμένες στο πάχος του ανατολικού τοίχου, σε αντίθεση με την κεντρική αψίδα που εξέχει από αυτόν, διαγράφοντας ελεύθερο τρίπλευρο σχήμα. Ιδιότυπος είναι και ο τρόπος στήριξης του τρούλου, δεδομένου ότι οι γωνίες (ακμές) του κεντρικού τετραγώνου, επάνω στο οποίο στηρίζεται η ανωδομή, είναι αποτμημένες και όχι, ως συνήθως, ορθές, σχηματίζοντας έτσι τεταρτημόρια κύκλου.
Ιδιαίτερα επιμελημένη είναι η τοιχοποιία του κτίσματος, που ακολουθεί το ισοδομικό πλινθο-περίκλειστο σύστημα. Ανάλογη φροντίδα αποδόθηκε και στον κεραμοπλαστικό διάκοσμο, μοναδικό για τα μνημεία των Πρεσπών. Σειρά διακοσμητικών τόξων και αψιδωμάτων στο πάχος της τοιχοποιίας συμβάλλει, με επιτυχία, στη δημιουργία αίσθησης ελαφρότητας και πολύχρωμης γραφικότητας στο σύνολο. Ένα χάραγμα σε βήσαλο, στη δυτική όψη του τοίχου του διακονικού, φέρει τη χρονολογία 1293, στοιχείο που προσφέρει μία αξιόπιστη βάση για τον ακριβέστερο προσδιορισμό του χρόνου ανέγερσης του μνημείου.
Από τον ζωγραφικό διάκοσμο που έφερε εσω¬τερικά ο ναός, σήμερα έχουν απομείνει ελάχιστα λείψανα τοιχογραφιών, που εντοπίζονται κυρίως στη νότια κόγχη, στο ΒΑ σφαιρικό τρίγωνο και στον νάρθηκα. Με βάση τα τεχνοτροπικά κριτήρια, φαίνεται πιθανόν ότι η τοιχογράφηση του κυρίως ναού πρέπει να έγινε στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα, εποχή κατά την οποία, ως γνωστόν, εκτελέστηκαν και άλλες τοιχογραφίες στην περιοχή των Πρεσπών.
Στο χωριό Άγιος Γερμανός διατηρείται σε καλή κατάσταση ένα από τα παλαιότερα και σημαντικότερα μνημεία της λεκάνης των Πρεσπών, ο ναός του Αγίου Γερμανού. Η αφιέρωση του ναού σχετίζεται με τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανό (715-730), ο οποίος, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του και πέθανε εδώ. Παρόλο που δε μαρ-τυρείται ιστορικά η παρουσία του ιεράρχη στην περιοχή, σχετικά ενωρίς, στον 11ο αιώνα, υπάρχει γραπτή μαρτυρία ότι ο Γερμανός ανακηρύχθηκε σε τοπικό άγιο. Επιβεβαίωση της εξάπλωσης της λατρείας του αγίου στην περιοχή κατά τα βυζαντινά χρόνια αποτελεί η τοιχογραφία του πατριάρχη Γερμανού στην εξωτερική κόγχη, επάνω από τη νότια είσοδο του ναού, η οποία χρονολογείται προς τα τέλη του 12ου και τις αρχές του 13ου αιώνα.
Αρχιτεκτονικά, η εκκλησία του Αγίου Γερμανού ανήκει στον τύπο του μεταβατικού σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με τρούλο. Ο νάρθηκας και τα γωνιακά διαμερίσματα του κτίσματος καλύπτονται με ημικυλινδρικές καμάρες. Ο τρούλος εδράζεται σε τέσσερις πεσσούς, αντί σε κίονες όπως γίνεται συνήθως, και το περίγραμμά του έχει την ιδιορρυθμία να σχηματίζει, αντί για κύκλο, τετράγωνο με αποστρογγυλεμένες τις γωνίες. Ανατολικά ο ναός απολήγει σε τρεις ημικυλινδρικές αψίδες, με τη μεσαία μεγαλύτερη. Το μνημείο έγινε με πολύ φροντισμένη τοιχοδομία, κατά βάση από λίθους, με την παρεμβολή πλίνθων και τη χρήση κεραμοπλαστικού διακόσμου. Από αυτήν την άποψη, η κατασκευή του μνημείου συγγενεύει με τους ναούς της Καστοριάς, του 10ου-11ου αιώνα.
Η ανέγερση του μνημείου τοποθετείται, με πιθανότητα, στις αρχές του 11ου αιώνα, εκτίμηση που στηρίζεται και στα ελάχιστα λείψανα του αρχικού ζωγραφικού διακόσμου, τα οποία εντοπίστηκαν στο Ιερό Βήμα και τον νάρθηκα, κάτω από τη νεότερη ζωγραφική του 18ου αιώνα (1743). Ανάμεσα στο αρχικό και το τελευταίο στρώμα διακόσμησης του ναού υπήρξε μία ακόμη φάση τοιχογράφησης, όπως αυτό διαπιστώνεται τόσο από την προσωπογραφία του αγίου Γερμανού στην εξωτερική κόγχη του νότιου τοίχου (τέλος 12ου-αρχές ,13ου αιώνα), όσο και από το γεγονός ότι αυτό ρητά μνημονεύεται σε επιγραφή του νάρθηκα, επάνω από τη δυτική είσοδο, η οποία τέθηκε κατά την τελευταία τοιχογράφηση του μνημείου, στα 1743: Εδό εγράψαμεν των παλεών έτος. Ανηκοδομίθη εις τον καιρών του αγίου/Γερμανού πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεος. κε πάλην η δευτέρα ιστορία ος ευρήκα/μεν τον έτος από Χ(ριστο)ύ AS (= 1006) χρόνι. κε ετούτη ήνε τρίτη ιστορία εις ΑΨΜΓ'(=1743).
Οι χρονικοί προσδιορισμοί της επιγραφής για τις δύο παλαιότερες φάσεις τοιχογράφησης του ναού ελέγχονται ως ανακριβείς και προφανώς απηχούν την παράδοση που υπήρχε για το μνημείο, την εποχή της τελευταίας διακόσμησης, το 1743. Είναι φανερό ότι η ανέγερση και η αρχική τοιχογράφηση του μνημείου δεν μπορεί να έγινε στα χρόνια του πατριάρχη Γερμανού (715-730), ενώ το δεύτερο στρώμα ζωγραφικής, με βάση την τεχνοτροπία, τοποθετείται στα τέλη του 12ου ή τις αρχές του 13ου αιώνα.
Στο γειτονικό χωριό Λαιμός, όπου εντοπίστηκαν ευρήματα από την παλαιοχριστιανική περίοδο, υπάρχει ο ναός της Υπαπαντής, κτίσμα του τέλους του 14ου ή των αρχών του 15ου αιώνα. Πρόκειται για μικρό μονόχωρο κτίσμα, με ημικυλινδρική αψίδα στα ανατολικά. Το μνημείο έχει δεχθεί πολλές επισκευές που μετέβαλαν την αρχική αρχιτεκτονική του μορφή και προκάλεσαν την απώλεια του μεγαλύτερου μέρους του ζωγραφικού διακόσμου.·
Σήμερα, έχουν απομείνει λίγα μόνο λείψανα τοιχογραφιών, κυρίως στον χώρο του Ιερού Βήματος, όπως τμήματα της Πλατυτέρας και του Μελισμού, ολόσωμοι άγιοι στον βόρειο τοίχο του Βήματος, ο διάκονος Στέφανος στην κόγχη της πρόθεσης και ο Ρωμανός ο Μελωδός στην κόγχη του διακονικού, καθώς και λείψανα του Ευαγγελισμού στον ανατολικό τοίχο. Παρά τις φθορές, οι σωζόμενες τοιχογραφίες διατηρούν την ποιότητα της αρχικής χρωματικής κλίμακας και της καλλιτεχνικής τους αξίας, γεγονός που τις κατατάσσει ανάμεσα στα καλύτερα όψιμα παλαιολόγεια έργα της περιοχής.
Στις απόκρημνες όχθες της Μεγάλης Πρέσπας μαρτυρείται, από τον 13ο αιώνα και εξής, δραστήριος αναχωρητισμός, όπως διαπιστώνεται από την ύπαρξη πολλών ασκηταριών. Το παλαιότερο από αυτά είναι το ασκηταριό της Μεταμόρφωσης, το οποίο είναι κτισμένο στον μοιχό μικρής παραλίας, προστατευόμενο από τα βράχια. Είναι ένας μονόχωρος καμαροσκέπαστος ναός, με τρεις ημικυκλικές αψίδες στα ανατολικά, λιτή στα δυτικά και διάφορα προσκτίσματα για τις ανάγκες των μοναχών, όπως αποθήκη, μαγειρείο και καθίσματα. Μεταγενέστερες μετασκευές και προσθήκες, τον 16ο-17ο και τον 19ο αιώνα, με στόχο τη διεύρυνση των χώρων, επέφεραν αλλοιώσεις στην αρχική μορφή του ναού, κυρίως στην ανωδομή, μετά τη μερική αφαίρεση της καμαροσκεπής και την αντικατάστασή της από ξύλινη τρίριχτη στέγη. Δύο τεμάχια από το αρχικό ξυλόγλυπτο τέμπλο του ναού φυλάσσονται σήμερα στο Μουσείο της Φλώρινας.
Στη βυζαντινή περίοδο ανήκει και μία από τις δύο τοιχογραφίες της Θεοτόκου, που είναι φιλοτεχνημένες στους βράχους της όχθης, απέναντι από το χωριό Ψαράδες, όπου υπήρχαν επίσης ασκηταριά. Η Παναγία Ελεούσα εικονίζεται να σφίγγει τρυφερά στην αγκαλιά της τον μικρό Χριστό. Επιγραφή που συνοδεύει την παράσταση,δίνει και τον χρόνο κατασκευής της, το 1373: Μνήσθητι Κ(ύρι)ε τας ψυχάς των δούλων/σου Μιχαήλ, Κωνσταντίνου και /Μανουήλ των σω(Δραγάσι./ςωπ.Το επίθετο Δραγάσης είναι γνωστό βυζαντινό οικογενειακό όνομα, το οποίο έφερε και ο τελευταίος αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος.Η ανεύρεση του μεταξύ των αναχωρητών της Πρέσπας δηλώνει τη μεγάλη διασπορά αυτού του ονόματος στη βυζαντινή επικράτεια.