There are no translations available.

Η δημογραφική συγκρότηση του χώρου

O νομός Φλώρινας με τη σημερινή του μορφή δεν αποτελεί μία διακριτή ενότητα κατά τους νεότερους χρόνους. Δεν θα ήταν επίσης υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα η περιοχή αυτή, όσον αφορά στη δημογραφία και την οικονομία, είχε ελάχιστη σχέση με τη σημερινή. Ο αραιός πληθυσμός και η συνακόλουθη έλλειψη διοικητικών, εκκλησιαστικών και οικονομικών κέντρων περιόρισαν εξ ορισμού και την παραγωγή ιστορικών πηγών. Έτσι, η γνώση μας για τη Φλώρινα και τα χωριά της περιορίζεται σε ελάχιστα διοικητικά έγγραφα κι αυτά έμμεσα τις περισσότερες φορές- που μας στερούν από ουσιαστικές πληροφορίες για τη ζωή των παλαιών Φλωρινιωτών.

Από όσες πηγές, προφορικές και γραπτές, είναι διαθέσιμες προκύπτει ότι λίγα μόνο χωριά και κώμες, όπως οι Πέτρες, η Κέλλη, η Βεύη, ο Σκοπός, η Φλώρινα κ.ά, συνδέονται με αρχαίες και μεσαιωνικές εγκαταστάσεις. Οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους οικισμούς συνοικίσθηκαν κατά τον 18ο αιώνα και μάλιστα προς τα τέλη του. Αυτό μαρτυρούν οι οικιστικοί μύθοι που έχουν διασωθεί στις Κάτω Κλεινές, το Αμύνταιο, τα Άλωνα, την Άνω Υδρούσα, τον Άγιο Γερμανό, τον Ατραπό, το Βαρικό, την Κορυφή, το Λέχοβο, την Περικοπή, το Ποιμενικό κ.ά. Στο ίδιο συμπέρασμα συνηγορούν οι ημερομηνίες ανέγερσης των εκκλησιών και οι επιδιορθώσεις τους, αλάθητο τεκμήριο πυκνότερης εγκατάστασης: 1832 στη Σκοπιά, 1835 στις Κάτω Κλεινές και τη Φλώρινα, 1836 στις Πέτρες και το Κρατερό. Ακολουθούν το 1837 οι εκκλησίες στο Παρόρι και την Άνω Υδρούσα. Στα ορεινά χωριά η συγκρότηση των μικρών τσιφλικιών φαί-νεται ότι έγινε αργότερα. Οι εκκλησίες του Κώττα, του Ανταρτικού, του Τριγώνου, του Τριβούνου κ.ά. κτίσθηκαν μετά τα μέσα του 19ου αιώνα. Παλαιότερος είναι ο Ακρίτας που εμφανίζεται σε φορολογικό κατάστιχο του 1641. Αλλά και αυτή η μεταφορά της έδρας της Μητρόπολης Μογλενών στα τέλη του 18ου αιώνα, στο ίδιο πλαίσιο των δημογραφικών μεταβολών πρέπει να ερμηνευτεί.

Η εξέλιξη αυτή είναι κάθε άλλο παρά παράδοξη. Ο 17ος αιώνας ήταν τεκμηριωμένα μία περίοδος άνθησης του ληστρικού φαινομένου στη δυτική Μακεδονία (ο κοζανίτης Μεϊντάνης είναι η γνωστότερη προσωπικότητα της εποχής), στο οποίο συνέβαλαν, κυρίως, οι αλβανικές συμμορίες. Στα μέσα του 18ου αιώνα οι δραστηριότητες αυτές έλαβαν τη μορφή πραγματικής αρβανιτοκρατίας, ενώ είναι μαρτυρημένο ότι οι αναστατώσεις οδήγησαν στη φυγή σημαντικό μέρος του πληθυσμού της περιοχής Φλώρινας. Με την παγίωση της εξουσίας του Αλή Πασά και τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των τουρκικών φρουρών (ως έδρα τέτοιας φρουράς αναφέρεται το Ξινό Νερό), άρχισε η αντίστροφη πορεία: ο συνοικισμός καλυβικών εγκαταστάσεων σε χωριά, η επανίδρυση εγκαταλειμμένων οικισμών και η διεύρυνση τους με τη μετακίνηση πληθυσμών από παλαιά χωριά της περιοχής και κυρίως από την Ήπειρο.

Η κίνηση αυτή από την Ήπειρο, που σωστά ο Μόδης αποκάλεσε «μετοικεσία λαών», αφορά στο σύνολο της Μακεδονίας. Περιλάμβανε τους Μοσχοπολίτες και τους πληθυσμούς των βλάχικων αστικών κέντρων του Γράμμου, που κατέληξαν στο Λέχοβο, την Κλεισούρα, το Νυμφαίο, το Πισοδέρι, τη Φλώρινα κ.ά., αλλά και τους κατοίκους πολλών ηπειρώτικων χωριών που προσπάθησαν να αποφύγουν την αρβανίτικη ληστοκρατία. Δεν υπάρχει σχεδόν χωριό της Φλώρινας που να μην απέκτησε ένα μαχαλά Ηπειρωτών ανάμεσά τους και οικογένειες Σουλιωτών την περίοδο αυτή: το Λέχοβο, τα Ασπρόγεια, τα Άλωνα, το Βαρικό, η Βεύη, η Άνω και. Κάτω Υδρούσα, η εγκαταλειμμένη Ελάτεια και πολλά άλλα. Οι τελευταίες και γνωστότερες εγκαταστάσεις αφορούν στη Δροσοπηγή (1841), το Κρατερό (1850) και το Φλάμπουρο (1861). Οι οικιστές προέρχονταν από το Πληκάτι αλλά και από το μακρινό Μάτι της Ηπείρου. Μαζί με τους χριστιανούς ήρθαν και αρβανίτες μουσουλμάνοι στη Φλώρινα, τις Άνω και Κάτω Κλεινές, τον Βαρθολομαίο, τον Τροπαιούχο κ.ά..

Στην πραγματικότητα η μετοικεσία αυτή δεν αφορούσε μόνον Ηπειρώτες. Οι καταστροφές της επανάστασης του 1822 στην κεντρική Μακεδονία είναι επίσης γνωστό ότι οδήγησαν πλήθος οικογενειών δυτικότερα. Παρά τη μαρτυρημένη τουρκική προσπάθεια να επαναπατρισθούν, πολλές οικογένειες δεν επέστρεψαν. Αν μάλιστα εξετάσει κανείς τις γενεαλογίες κάθε χωριού, θα διαπιστώσει ότι κάποιες οικιστικές ομάδες ή άλλες οικογένειες προέρχονταν από κάποιο μακρινό νοτιότερο τόπο: στον Λαιμό από τη Θεσσαλία, στις Κάτω Κλεινές από τη Σπάρτη, στο Αμύνταιο από την Πάτρα, στα Ασπρόγεια από τον Βόλο κ.ο.κ.

Φυσικά, η διαδικασία αυτή ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την τσιφλικοποίηση της γεωργίας που σημαδεύει τον 18ο και τον 19ο αιώνα. Τούρκοι και Αλβανοί αγάδες, αξιωματούχοι του στρατού και της διοίκησης, προσέλκυαν μουσουλμάνους και χριστιανούς καλλιεργητές με αντάλλαγμα τη σχετική ασφάλεια και ένα μικρό κομμάτι γης. Στην πορεία του 19ου αιώνα, ειδικά κατά το δεύτερο ήμισυ, μέρος των τσιφλικιών πέρασε και σε χριστιανικά χέρια, καθώς νομιμοποιήθηκε η πλήρης ιδιοκτησία γης. Στο Μεσοχώρι έγιναν τέτοιες δοσοληψίες το 1836, ενώ στο Κλειδί αγοράστηκαν, το 1895, 3.000 στρέμματα. Αλλά μόνον στις αρχές του 20ού αιώνα δόθηκε ουσιαστικά η δυνατότητα εξαγοράς κλήρων, όταν στο γεωργικό πενιχρό εισόδημα προστέθηκαν τα υψηλότατα εμβάσματα από την Αμερική. Τα ονόματα πολλών τσιφλικάδων είναι ακόμη γνωστά: ο Ρεούφ πασάς στο Αμύνταιο, το βιός του οποίου εξαγοράστηκε από χριστιανικές κυρίως οικογένειες το 1911, ο Οράν μπέης στα Άλωνα, ο Γιουσούφ μπέης στην Κάτω Υδρούσα, ο Ευστράτιος Σαραπατάς στον Άγιο Παντελεήμονα, ο Ιζέτ πασάς στη Βεύη, ο Μ. Τούρλης στην Ιτέα, ο Χρηστάκης στους Λόφους. Γνωστότερος είναι, ίσως, ο Κασήμ αγάς που, σύμφωνα με το τραγούδι, δολοφονήθηκε το 1900 από τον Κώτα Χρήστου, περίφημο πολέμαρχο των Κορεστίων. όταν γύριζε από τη Φλώρινα, όπου είχε αγοράσει ένα τσιφλίκι «για τους γιους και τους εγγονούς του».

Πράγματι, ποτέ η γη αυτή δεν ήταν αρκετή για τους Φλωρινιώτες κολίγους. Όμως, η πολυεστιακή οργάνωση των οικογενειών τους επέτρεπε πάντοτε να διοχετεύουν ένα μέρος του ανδρικού δυναμικού στον εποχιακό μεταναστευτικό κύκλο. Κάθε χωριό είχε το δικό του προορισμό ανάλογα με τη γεωγραφική του θέση, τη σιδηροδρομική πρόσβαση και τις δυνατότητες εργασίας: από το Σκλήθρο, τους Αναργύρους, τον Άγιο Παντελεήμονα, το Βαρικό και το Ξινό Νερό πήγαιναν κυρίως στην Κωνσταντινούπολη, από τα Κορέστια στην Αθήνα, αλλά και τη Σόφια και τη Μαύρη Θάλασσα, από την Πρέσπα περισσότερο προς τη βαλκανική ενδοχώρα, από το Νυμφαίο και την Κλεισούρα στη Θεσσαλονίκη αλλά και τη Σερβία και τη Ρουμανία, από το Πισοδέρι στην Αλβανία, από τον κάμπο της Πελαγονίας στο Μοναστήρι, από το Φλάμπουρο και τη Δροσοπηγή στη Βράιλα της Ρουμανίας κ.ο.κ. Σε μικρότερη κλίμακα, Φλωρινιώτες εργάζονταν στη Μικρά Ασία ακόμη και την Αίγυπτο, όπου για παράδειγμα κατέφυγε, το 1905, ο μακεδονομάχος Λάκης Πύρζας. Στα τέλη του 19ου αιώνα άνοι-ξαν οι πύλες της υπερατλαντικής μετανάστευσης από την Ευρωπαϊκή Τουρκία. Από τα 1.678 άτομα τους πρωτοπόρους, που μετανάστευσαν συνολικά μεταξύ 1895 και 1902, το ένα τρίτο ήταν από την περιοχή της Φλώρινας. Σύντομα, μετά το 1903, η κίνηση προσέλαβε τη μορφή μαζικής αποδημίας χιλιάδων νέων και απέφερε ετησίως σοβαρά μεταναστευτικά εμβάσματα, τα οποία μετέβαλαν το ιδιοκτησιακό καθεστώς της γης.

Η γεωγραφική θέση προσδιόρισε όχι μόνο την κατεύθυνση των αποδήμων αλλά και όλα τα άλλα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των χωριών της Φλώρινας, κοινωνικά, οικονομικά και, φυσικά, τα δημογραφικά. Στα νότια και ανατολικά πεδινά χωριά, τη Λεβαία, την Κολχική, τον Βαρθολομαίο, τη Βεγόρα αλλά και το Σκλήθρο ήταν αναμενόμενα πυκνότερες οι εγκαταστάσεις των Κονιάρων Τούρκων, που είχαν ως ζωτικό τους χώρο την περιοχή της Πτολεμαϊδας. Κοντά σε αυτούς κατοικούσαν και οι μουσουλμάνοι τσιγγάνοι, οι περισσότεροι στα χωριά κοντά στο Ξινό Νερό. Η ορεινή διαβίωση διαμόρφωσε τα χαρακτηριστικά των βλάχικων κωμοπόλεων. Οι Πισοδερίτες και οι Κλεισουριώτες, παραδοσιακοί φύλακες των ομώνυμων δερβενιών μέχρι το 1838, εξελίχθηκαν σε πανδοχείς, καφετζήδες και παντοπώλες της ευρύτερης περιοχής. Οι Νεβεσκιώτες, όπως όλοι οι Βλάχοι, ακολούθησαν τον κύκλο της κτηνοτροφίας και όλων των σχετικών με αυτήν επαγγελμάτων, μεταπρατικών αλλά και τεχνών. Οι Ηπειρώτες των επίσης ορεινών χωριών Λεχόβου, Δροσοπηγής και Φλάμπουρου σταδιοδρόμησαν, εκτός από την κτηνοτροφία και το ζωεμπόριο, στα οικοδομικά επαγγέλματα. Ο ορεινότερος Άγιος Γερμανός, με το υγιεινό κλίμα, εξελίχθηκε γρηγορότερα από τα υπόλοιπα χωριά των Πρεσπών τα οποία μάστιζε η ελονοσία. Οι Πέτρες με το χάνι τους ήταν ένα ευνοημένο πέρασμα, έως ότου ο σιδηρόδρομος τις περιθωριοποίησε, ενώ το Αμύνταιο, για τον αντίθετο λόγο, εξελίχθηκε σε μείζονος σημασίας διαμετακομιστικό κέντρο και υποσκέλισε το Ξινό Νερό, που ήταν το παραδοσιακό διοικητικό κέντρο της επαρχίας. Η Κρυσταλλοπηγή, στη μέση του δρόμου για την Κορυτσά, αναπτύχθηκε περισσότερο από το Ανταρτικό, φτωχό τσιφλίκι Αρβανιτάδων, που κατέληξε να μεταναστεύσει σχεδόν εξ ολοκλήρου στο Νέο Κόσμο. Στις Κάτω Κλεινές, στον πολυσύχναστο δρόμο για το Μοναστήρι, είχαν τα εργαστήρια τους πεταλωτήδες. Παντού η γεωγραφική θέση ήταν καθοριστική για την οικονομική εξέλιξη.

Όλες οι οικονομικές και εμπορικές εργασίες εστιάστηκαν στο διοικητικό κέντρο του καζά, στην πόλη της Φλώρινας. Εδώ οι μουσουλμάνοι, Τούρκοι και Τσιγγάνοι, διατήρησαν τη δημογραφική υπεροχή τους έναντι των Χριστιανών. Ασχολούνταν, κυρίως, με την εμπορία του σίτου, του ξύλου και τη μεταποίηση του σιδήρου. Οι Χριστιανοί προέρχονταν από τους γειτονικούς οικισμούς της Μοτέσνιτσας και των Αλώνων, από την Κέλλη και τα υπόλοιπα χωριά της περιοχής και κατείχαν όλους τους υπόλοιπους εμπορικούς και μεταποιητικούς τομείς που, στην πλειοψηφία τους, αφορούσαν είδη διατροφής και οικοσκευής. Συνολικά έφταναν τις 400 οικογένειες, χωρισμένες σε τέσσερις ενορίες και διοικούμενες από δεκαμελή κοινοτική αντιπροσωπεία. Στις αρχές του 20ού αιώνα, λόγω της ανασφάλειας στην ύπαιθρο, η πόλη ξεπέρασε τις 10.000 κατοίκους και κυριολεκτικά ασφυκτιούσε περιτριγυρισμένη από αναπαλλοτρίωτες μουσουλμανικές ιδιοκτησίες. Πάντως, παρά την οικιστική της ανάπτυξη, μέχρι το 1912 η Φλώρινα αποτελούσε οικονομικό δορυφόρο της πρωτεύουσας του βιλαετίου (νομού), του Μοναστηρίου.

Οι πρώτοι αγώνες για την ελευθερία και οι καταβολές της βουλγαρικής εμπλοκής

Η ανθρωπογεωγραφία επηρέασε και τη συμμετοχή στα πολιτικά γεγονότα του 19ου αιώνα. Η ελληνική επανάσταση στην κεντρική Μακεδονία συνέπεσε ακριβώς με την εποχή της κοινωνικής συγκρότησης των περισσότερων πεδινών οικισμών, ενώ η μετακίνηση των τουρκαλβανών ατάκτων, μέσω της δυτικής Μακεδονίας, δεν άφηνε πολλά περιθώρια πρωτοβουλιών, με λαμπρή εξαίρεση, βέβαια, την πισοδερίτικη οικογένεια Κασομούλη, που η δράση της έφτασε μέχρι τη νότια Ελλάδα. Υπάρχουν, όμως, μαρτυρίες ότι κάποια πεδινά χωριά συνεισέφεραν χρήματα στους εθνικούς εράνους για την ανεξαρτησία. Δύο γενιές αργότερα, κατά την επανάσταση του Ολύμπου και της δυτικής Μακεδονίας, η κατάσταση ήταν εντελώς διαφορετική. Απόδημοι Φλωρινιώτες στην Αθήνα, από την Κρυσταλλοπηγή, το Βατοχώρι και το Μοσχοχώρι, αναφέρονται ως οπλίτες στο σώμα του Δουμπιώτη, που αποβιβάστηκε στο Λιτόχωρο τον Φεβρουάριο του 1878. Πολύ μεγαλύτερη όμως ήταν η συμμετοχή στο πυκνοκατοικημένο πλέον ορεινό συγκρότημα Βίτσιου και Βαρνούντα ολόκληρο το καλοκαίρι και το φθινόπωρο της χρονιάς εκείνης. Το Πισοδέρι και το Βατοχώρι μετατράπηκαν σε στρατόπεδα εκατοντάδων ανταρτών από την περιοχή, οι οποίοι, υπό την ηγεσία των Δημήτρη Νταλίπη, Βασίλη Ζούρκα, Νικολάου Κορδίτσα κ.ά., συγκρούστηκαν επανειλημμένα και νικηφόρα με τους Τουρκαλβανούς στα Άλωνα, το Ανταρτικό, τις Πρέσπες και το Νυμφαίο. Την ταραγμένη αυτή χρονιά έγινε και η περίφημη και πολυτραγουδημένη απαγωγή του καϊμακάμη της Φλώρινας από τον Ναούμη. Αρκετά χωριά, όπως το Σκλήθρο, ο Ακρίτας, η Περικοπή και το Τρίγωνο, πλήρωσαν με λεηλασίες το τίμημα της επανάστασης. Οι επαναστατικές προετοιμασίες συνεχίστηκαν υπογείως και την επόμενη δεκαετία. Ένας από τους κρυπτοεπαναστάτες της εποχής ήταν ο Νικόλαος Φιλιππίδης, πρώτος διευθυντής του σχολείου της Φλώρινας. Συνελήφθη το 1888 και πέρασε πέντε χρόνια εξόριστος στην Τριπολίτιδα της Αφρικής. Όμως η ελευθερία δεν ήρθε. Όχι μόνο δεν ήρθε η ελευθερία, αλλά η τελευταία γενιά των υπόδουλων Μακεδόνων και μάλιστα των Φλωρινιωτών βρέθηκε αναμιγμενη σε ένα φαύλο κύκλο απίστευτης βίας. 0 κύκλος αυτός σωστά ερμηνεύτηκε στο ευρύτερο πλαίσιο της ελληνοβουλγαρικής διαμάχης για τη μακεδονική κληρονομιά. Όμως, όσα συνέβησαν σε τοπικό επίπεδο δεν γίνονται κατανοητά, αν δεν ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες και οι συνήθειες που παρουσιάστηκαν παραπάνω. Η ανάπτυξη των χριστιανικών κοινοτήτων της περιοχής της Φλώρινας και όχι μόνον αυτής κατά την περίοδο 1860-1870, συνέπεσε με μία σειρά σημαντικών πολιτικών γεγονότων άσχετων ίσως εκ πρώτης όψης:

(α) την ίδρυση σχολείων τα οποία πλέον διέδιδαν όχι μόνον την ελληνική εκπαίδευση αλλά και τους ελληνικούς εθνικούς πόθους,

(β) την κρατική αποκατάσταση των Βουλγάρων και των Ρουμάνων,

(γ) τη διοικητική αναμόρφωση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, που ενίσχυσε την αυτοδιοίκηση σε κάθε επίπεδο και

(δ) την υιοθέτηση από το Πατριαρχείο των Γενικών (ή Εθνικών) Κανονισμών, που επιμέριζαν την εξουσία του κλήρου, με την εισαγωγή κάποιων δημοκρατικών αρχών στα κοινά χωριών και πόλεων.

Ενώ η αυτοδιοίκηση έδωσε το απαραίτητο έδαφος για εκπαιδευτικές και άλλες εκπολιτιστικές πρωτοβουλίες ελληνικού εθνικού περιεχομένου, οι δημοκρατικές αρχές της πλειοψηφίας και των συνελεύσεων, από την άλλη, οδήγησαν σύντομα σε ενδοκοινοτικές πολιτικές αντιπαραθέσεις. Οι αφορμές των συγκρούσεων ήταν πολλές και, μάλλον, ασήμαντες, συγκρινόμενες με ό,τι ακολούθησε: ο διορισμός του δασκάλου, οι εκλογές, η παράδοση της αρχής από τη μία παράταξη στην άλλη, οι κοινοτικές βοσκές ή ο απλός φθόνος που καλλιεργεί η άθλια διαβίωση.

0 δάσκαλος Αναστάσιος Πηχεών, από την Αχρίδα, στα απομνημονεύματά του εξηγεί πώς τα κοινοτικά μίση στην Κλεισούρα, μετά το 1860, έστρεψαν τη μία παράταξη της κοινότητας προς τη ρουμανική προπαγάνδα. Παρόμοιοι ήταν οι τρόποι διείσδυσης και της βουλγαρικής εθνικής προπαγάνδας που πήρε, στο τυπικό της μέρος, τη μορφή του προσηλυτισμού προς τη νεοπαγή και σχισματική (1872) βουλγαρική Εξαρχία. Δραστήριοι φορείς των νέων εθνικών ιδεών της κάθε πλευράς ήταν τις περισσότερες φορές οι απόδημοι: στην Αθήνα, τη Σόφια, τις ρουμανικές πόλεις αλλά και στην Κωνσταντινούπολη, όπου είχε χαλκευτεί η Εξαρχία, δέχονταν τα νέα εθνικά μηνύματα. Η μεταφορά, η διάδοση και η επιβολή τους στις αγροτικές πατρίδες τους ήταν συνδεμένη με τη δική τους κοινωνική άνοδο, αλλά και την οικονομική τους ευμάρεια, αφού προπαγάνδα και χρηματισμός ήταν αλληλένδετα. Ήδη, το 1882 μαρτυρούνται σφοδρές συγκρούσεις στα Κορέστια μεταξύ όσων μετανάστευαν στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία. Οι διαμάχες αυτές επηρεάστηκαν και από έναν ακόμη σημαντικό παράγοντα: το ιδιοκτησιακό καθεστώς και τη συναφή αντιπαράθεση τσιφλικάδων κάθε θρησκεύματος και κολίγων. Εντέλει οι παρατάξεις των χωριών πήραν τον χαρακτήρα κομμάτων, ελληνικού, βουλγαρικού και ρουμανικού. Η διάκριση αυτή στην πορεία της επόμενης γενιάς γινόταν ολοένα και βαθύτερη, αν και η μεταστροφή ήταν απολύτως κατανοητή και αποδεκτή από όλους, όσο στις μέρες μας η μεταστροφή της ψήφου.

Η κοινωνική διάσταση εξελίχθηκε σε όφελος των Βουλγάρων, κυρίως στη δεκαετία του 1890. Την εποχή αυτή η κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης-Μοναστηρίου, που ολοκληρώθηκε το 1895, όχι μόνον απέτυχε να βελτιώσει τα αγροτικά εισοδήματα της περιοχής, αλλά έφερε τα εντόπια δημητριακά αντιμέτωπα με τα πολύ φτηνότερα αμερικανικά και ρωσικά. Εξάλλου, από το 1897 και μέχρι το 1910, οι εσοδείες των δημητριακών ήταν κατά κανόνα κατώτερες του μετρίου. Στο πλαίσιο αυτό τα σοσιαλιστικά συνθήματα του βουλγαρικού Κομιτάτου, για παραγραφή των χρεών και αναδασμό, όχι μόνον έβρισκαν γόνιμο έδαφος, αλλά αυτομάτως οδηγούσαν τους ακτήμονες γεωργούς σε αντιπαράθεση με τους μουσουλμάνους και τους χριστιανούς γαιοκτήμονες και, κατ' επέκταση, με τη μεταπρατική και επαγγελματική τάξη γενικότερα. Την ηγεσία του Κομιτάτου αποτελούσαν επιτυχημέ-νοι μετανάστες από την περιοχή, μερικοί με προϋπηρεσία στον βουλγαρικό στρατό: ο συνταγματάρχης Γιαγκόφ, ο Μάρκο Λέρινσκι, ο Νικόλα Αντρέεφ, ο Βασίλ Τσακαλάροφ κ.ά.. Μαζί τους στρατεύτηκαν εντόπιοι οπλαρχηγοί, που είχαν παράδοση στην «κοινωνική» ληστεία, και αρκετοί φιλόδοξοι νεαροί, απόφοιτοι του βουλγαρικού γυμνασίου Θεσσαλονίκης. Όλοι αυτοί, τελικά, οδήγησαν τους πληθυσμούς της δυτικής Μακεδονίας εκόντες άκοντες στην εξέγερση του θέρους του 1903, την ημέρα του Προφήτη Ηλία, με επί-κεντρο την περιοχή του Κρουσόβου.

Οι συνέπειες της εξέγερσης αυτής άλλαξαν άρδην την κοινωνία και την οικονομία της περιοχής Φλώρινας. Τα περισσότερα χωριά καταρχήν φορολογήθηκαν και στρατολογήθηκαν απηνώς για λογαριασμό του Κομιτάτου και μετά παραδόθηκαν στα φοβερά αντίποινα του τουρκικού στρατού. Το Βαρικό, ο Ακρίτας, το Νεοχωράκι, η Υδρούσα, το Μοσχοχώρι και τα Άλωνα καταστράφηκαν ολοσχερώς. Η ανασφάλεια και η αθλιότητα κυριάρχησαν παντού. Οι καλλιέργειες μει-ώθηκαν σημαντικά και όλοι οι νεαροί άνδρες άρχισαν να στρέφονται πλέον συστηματικά προς την υπερατλαντική μετανάστευση. Η γη ερήμωσε. Όμως η εξέγερση άλλαξε κάτι ακόμη. Οι λεηλασίες και οι επιτάξεις στο Νυμφαίο, την Κλεισούρα, το Φλάμπουρο, στις βοσκές των Φαρμάκηδων στο Καϊιμακτσαλάν (Βόρας), στην πεδιάδα της Φλώρινας και οι επιλεκτικές δολοφονίες έδειξαν ότι οι επαναστάτες δεν είχαν μόνον σοσιαλιστικούς στόχους. Το Κομιτάτο στο εξής αντιμετωπίστηκε από τους πληθυσμούς ως όργανο της βουλγαρικής πολιτικής και η απομάκρυνση του οπλαρχηγού Κώτα Χρήστου από αυτό συμβολίζει ακριβώς αυτήν την καμπή.

Η κορύφωση του Μακεδονικού Αγώνα

Τα γεγονότα του 1903 έφεραν το Μακεδονικό Ζήτημα στα πρωτοσέλιδα των ελληνικών εφημερίδων, όμως η ουσιαστική σύμπραξη των Μακεδόνων οπλαρχηγών, των πατριωτικών κύκλων των Αθηνών και των Κρητών ανταρτών έγινε τον Φεβρουάριο του 1904. Σφραγίστηκε με την κάθοδο στην πρωτεύουσα του Κώτα και των ανδρών του, Παύλου Κύρου από το Ανταρτικό και Σίμου Στογιάννη από τα Άλωνα, του Λάκη Πύρζα από τη Φλώρινα και μερικών ακόμη επιφανών Μοναστηριωτών. Τα επόμενα χρόνια, μέχρι το τέλος της Τουρκοκρατίας, ο Μακεδονικός Αγώνας βιώθηκε στην περιοχή ως ένας ακήρυκτος και βίαιος πόλεμος για την κατάκτηση των ψυχών και των φρονημάτων. Ήταν μία αμφίρροπη σύγκρουση, επηρεασμένη πολύ περισσότερο από ό,τι φαίνεται από τις υπάρχουσες κοινωνικές διακρίσεις και συμμαχίες, τους οικογενειακούς, συγγενικούς και γεωγραφικούς δεσμούς. Σε κάθε περίπτωση ήταν ένας πόλεμος που άφησε μία σημαντική παρακαταθήκη ηρωισμού όσο και μαρτυρίου. Το Βίτσι, ο Βαρνούντας, το Καϊμακτσαλάν και το Περιστέρι, τα οροπέδια των Πρεσπών, των Κορεστίων και του Μοριχόβου ήταν τα βασικότερα θέατρα του πολέμου αυτού. Αλλά και κάθε χωριό και κώμη ανέδειξε τους δικούς του καπετάνιους, ήρωες και μάρτυρες.

Δίπλα σε κάθε μακεδονομάχο που προερχόταν από το ελληνικό κράτος και την Κρήτη στάθηκε ένας Φλωρινιώτης συναρχηγός και οδηγός: ο Λάκης Πύρζας με τον Παύλο Μελά, ο Παύλος Κύρου με τον Ευθύμιο Καούδη, ο Δημήτριος Νταλίπης με τον Γεώργιο Κατεχάκη, ο Στέφος Γρηγορίου με τον Ιωάννη Καραβίτη, ο Γρηγόρης Βαενάς με τον Γεώργιο Τσόντο κ.ο.κ. Πολλοί περισσότεροι, άγνωστοι μέχρι σήμερα Μακεδόνες, ακολούθησαν τους αρχηγούς στον θάνατο, όπως ο Γιοβάν Κορμούζη, ο Τράικος Σόβιτσε, ο Στόικο Μήτρε, ο Στογιάν Ζλάτε κ.ά., που μαζί με τους Κρήτες συμπολεμιστές τους και τον οπλαρχηγό τους Γεώργιο Σκαλίδη έπεσαν στον θάνατο μέχρις ενός, περικυκλωμένοι από τον τουρκικό στρατό. Αν τα δελτία της βίας του βρετανικού προξενείου είναι ακριβή, τότε οι νεκροί της ελληνικής παράταξης που αντιστοιχούν στο σημερινό νομό Φλώρινας κατά τον Μακεδονικό Αγώνα (1903-1909) υπερβαίνουν τους 350, όλων δε των παρατάξεων πλησιάζουν τους 600.

Οι επιστολές του βοεβόδα Τζόλε και του συναδέλφου του Ατανάς Καραδάκ (1907) προς τα χωριά Φλάμπουρο και Αγία Παρασκευή αντίστοιχα, είναι ενδεικτικές των βουλγαρικών πιέσεων, του είδους της επιχειρηματολογίας, αλλά και του σθένους των κατοίκων. Έγραφε ο Τζόλε στους Φλαμπουριώτες: «Υμείς δεν είσθε Έλληνες αλλ' Αλβανοί. Δεν θέλετε να σας κάμωμεν Βουλγάρους. Είναι αίσχος δι' υμάς ν' απορρίψητε την εθνικότητα σας... Εάν δεν αναλογισθήτε ότι είσθε Βλάχοι και Αλβανοί και όχι Έλληνες, ταχέως θα κρημνευθείτε εις την άβυσσον». Παρόμοιες ήταν οι παραινέσεις του Καραδάκ: «Προς τους αδελφούς Βουλγάρους του χωριού Σβέτα-Πέτκα σήμερον όμως σας αποκαλούμεν Γραικομανείς, ως μη αναγνωρίζοντες την εθνικότητα σας αδελφοί προύχοντες, δημογέροντες, ιερείς και νέοι». Τους μηνούσε: «Ιδού και ημείς σήμερον θα σας σφάξωμεν, κρεμάσωμεν, καύσωμεν και θα μεταβάλωμεν το παν εις κόνιν και στάκτην, εάν δεν συμβαδίσητε με ημάς. Εντροπή εις σας, ανίδεοι να ονομάζησθε Έλληνες και ν' αποχωρίζησθε από ημάς...». Σε μία άλλη περίπτωση Ιταλός αξιωματικός της διεθνούς χωροφυλακής που επόπτευε τη Μακεδονία «...μεταβάς εις Ζέλοβον [Ανταρτικό] και συναθροίσας τους εκεί χωρικούς επί μακρόν ανέπτυξεν εις αυτούς διάφορα επιχειρήματα, όπως τους καταπείση περί της βουλγαρικής των εθνικότητος. Οι Ζελοβίται, γνωστοί διά τα εξαιρετικώς ευσταθή αυτών φρονήματα, λίαν καταλλήλως απήντησαν τω Ιταλώ αξιωματικό, όστις εν τέλει βλέπων ότι αι θεωρίαι του δεν επιτυγχάνουσι του σκοπού δεν εδίστασε να βεβαίωση τους δυστυχείς χωρικούς ότι η Ευρώπη προώρισεν ήδη το διαμέρισμα εκείνο διά την Βουλγαρίαν».

Ο Ιταλός αξιωματικός και η Ευρώπη ολόκληρη έπεσαν έξω στους υπολογισμούς, αλλά είναι αλήθεια ότι η πεδιάδα της Φλώρινας και της Πελαγονίας ολόκληρης αποτελούσε έναν από τους δυσκολότερους στόχους για τα ελληνικά ανταρτικά σώματα, εκτεθειμένα καθώς ήταν στον τουρκικό στρατό και μακριά από τα φυσικά τους κρησφύγετα. Οι πεδινοί στόχοι θα ήταν απρόσβλητοι χωρίς τη βοήθεια του Σίμου Στογιάννη, του Σταύρου Κωτσόπουλου, του Παύλου Ρακοβίτη, της οικογένειας Σαπουντζή και όλου του μυστικού δικτύου της «Άμυνας», που δραστηριοποίησε ως διπλωματικός υπάλληλος στο Μοναστήρι ο Ίων Δραγούμης. Τα ίδια στρατηγικά προβλήματα συνάντησε το 1912, κατά τη διάρκεια του Α' Βαλκανικού Πολέμου, και ο ελληνικός στρατός. Η ατυχής μάχη του Αμυνταίου στοίχισε στην Ελλάδα το Μοναστήρι, και μετέβαλε την απελευθέρωση της Φλώρινας και των γύρω χωριών σε ελληνοσερβικό αγώνα δρόμου, που κερδήθηκε και πάλι χάρη στη σύμπραξη των εντόπιων οπλαρχηγών.

Στα χρόνια του Μεγάλου Πολέμου

Μολονότι η ελληνική επιτυχία ήταν αδιαμφισβήτητη, η ελληνοσερβική προστριβή έμελλε να συνεχιστεί για αρκετά χρόνια μετά την απελευθέρωση, με διάφορες μορφές. Βασική αιτία στάθηκε η συνεχιζόμενη αστάθεια και η αβεβαιότητα, ως προς τη μονιμότητα των συνοριακών ρυθμίσεων, εξαιτίας των πολεμικών αναμετρήσεων και της διπλωματίας του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Πολλαπλασιαστικά λειτούργησε, επίσης, ο εθνικός διχασμός και η αργοπορημένη συμμετοχή της Ελλάδας στις επιχειρήσεις, γεγονός που, ειδικά στη δυτική Μακεδονία, δημιούργησε εμφανές κενό εξουσίας. Στις 4 Αυγούστου 1916 Βούλγαροι στρατιώτες κατέλαβαν τη Φλώρινα για 17 ημέρες. Οι Γάλλοι στρατιώτες τους απομάκρυναν μετά από μάχη και ουσιαστικά ανέλαβαν τη διοίκηση της περιοχής. Κοντά σ'αυτούς αναπτύχθηκαν το 1916 τα υπολείμματα του σερβικού στρατού στη Μακεδονία. Την ανάπτυξη ακολούθησε η σερβική εθνική προπαγάνδα, κυρίως στους τομείς της Εκπαίδευσης και της Εκκλησίας. Σέρβοι στρατιώτες εξεδίωξαν από τη Μελίτη και τη Βεύη τις Ελληνίδες δασκάλες και επέβαλαν τη χρήση της σερβικής γλώσσας, ενώ στο Αμμοχώρι έκλεισαν το ελληνικό σχολείο.

Η προσωρινή κυβέρνηση Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη ήταν βέβαια ενήμερη για τη σερβική προπαγανδιστική κίνηση. Ήδη, στις αρχές του 1917, ο επιθεωρητής των δημόσιων σχολείων της Φλώρινας Κ. Ιωαννίδης σε έγγραφό του προς την Ανώτατη Διοίκηση Θρησκευμάτων και Παιδείας της προσωρινής κυβέρνησης παρατηρούσε πως «οι φίλοι Σέρβοι οικειοποιούνται το τμήμα τούτο μετά προθέσεως να επεκτείνωσι την κατοχήν αυτών εφ' όλης της σειράς των ορέων από Μοριχόβου μέχρι Βοδενών» και πως η συμπεριφορά τους έπληττε καίρια «την μόλις αναγεννώμενην ενταύθα ελληνικήν εκπαίδευσιν». Λίγο αργότερα, ο γραμματέας της Νομαρχίας Φλώρινας Δ. Φερραίος, με επιστολή προς τον Βενιζέλο, επαναλάμβανε παρόμοιες κατηγορίες, ενώ επισήμανε την ουδέτερη στάση που κρατούσαν οι γαλλικές αρχές της περιοχής, με το επιχείρημα πως το ζήτημα ήταν «καθαρώς πολιτικής φύσεως». Στην Αθήνα οι εφημερίδες, αντιβενιζελικές στην πλειοψηφία τους, στηλίτευαν την «ενδοτική» πολιτική του Βενιζέλου. Περιέγραφαν επίσης τις αυθαιρεσίες του σερβικού στρατού, ο οποίος συμπεριφερόταν «ως κατακτητής εχθρικής χώρας».

Οι αυθαιρεσίες, η αυταρχική συμπεριφορά και οι επιτάξεις ακόμη και ολόκληρων χωριών, όπως συνέβη για παράδειγμα στο Πισοδέρι, στις οποίες προέβη κυρίως η 8η ταξιαρχία του σερβικού στρατού, που έδρευε στη Φλώρινα, προκάλεσαν την αντίδραση των κατοίκων του Αμυνταίου και του νομάρχη της Φλώρινας. Η κατάσταση άρχισε να εξομαλύνεται μόνο από τα τέλη του 1917 και ύστερα. Συνέβαλαν βέβαια σ' αυτό και οι Έλληνες στρατιώτες, που από τα τέλη του 1917 παρατάχθηκαν στο πλευρό των δυνάμεων της Entente. Πάντως, οι σερβικές διαμαρτυρίες, π.χ. για την ίδρυση σχολείου για τις σερβικές προσφυγικές οικογένειες, συνεχίστηκαν τουλάχιστον έως το 1920. Την ίδια περίοδο οι ευρύτατες στρατιωτικές επιχειρήσεις επηρέασαν την οικονομική και τη δημογραφική εικόνα της περιοχής. Η διάνοιξη πολλών δρόμων, η κατασκευή αποχετευτικών έργων, η σιδηροδρομική γραμμή για το τρενάκι τύπου Decauville, που εκτελούσε το δρομολόγιο Μεσονήσι-Άλωνα, το τελεφερίκ Liverta, που συνέχιζε από τα Άλωνα μέχρι το Πισοδέρι και, ως κορωνίδα, το ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης της Φλώρινας, είναι μερικά από τα έργα που διατηρούνται ακόμη στη μνήμη των κατοίκων. Μέχρι την ώρα της συμμαχικής προέλασης πολυάριθμοι Σέρβοι πρόσφυγες, από τις γειτονικές επαρχίες, που τελούσαν υπό βουλγαρική κατοχή, κατέφυγαν προσωρινά, εκόντες άκοντες, στον νότο αναζητώντας καταφύγιο. Την πορεία τους ακολούθησαν και πολλές ελληνικές οικογένειες από το Μοναστήρι και τις γύρω περιοχές, που κατέφυγαν κι αυτές στη Φλώρινα. Αλλά και αντίστροφα, μερικές εκατοντάδες κάτοικοι της περιοχής έφυγαν προς βορρά, κυρίως στη Βουλγαρία αλλά και τη Σερβία, ακολουθώντας τον υποχωρούντα βουλγαρικό στρατό. Συνολικά, όσοι εγκατέλειψαν τον νομό Φλώρινας την περίοδο 1912-1918 ήταν 576 άτομα, δηλαδή το 2% επί του συνολικού πληθυσμού του νομού.

Μεσοπολεμικές εντάσεις και ανοικοδόμηση

Η ευνοϊκή για την Ελλάδα έκβαση του Μεγάλου Πολέμου παγίωσε τα κέρδη των Βαλκανικών Πολέμων, αλλά τα μακεδoνικά προβλήματα συνέχισαν να υπονομεύουν τις σχέσεις της τόσο με τη Βουλγαρία όσο και με τη Σερβία. Στις διπλωματικές προστριβές του Μακεδονικού προστέθηκε ένας ακόμη παράγοντας έντασης: οι εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, που συνέρευσαν στην ελληνική επικράτεια μετά το 1922. Το ζήτημα της αγροτικής τους αποκατάστασης αποτέλεσε τον βασικό άξονα γύρω από τον οποίο συντηρήθηκαν, μετά το 1920, οι περισσότερες από τις παραδοσιακές συγκρούσεις των αρχών του αιώνα στον αγροτικό μακεδονικό χώρο, μολονότι ελάχιστοι από αυτούς επέλεξαν ως τόπο εγκατάστασής τους τον νομό Φλώρινας.

Η αντίστροφη κίνηση Μουσουλμάνων και Μικρασιατών ήταν η μία μόνο όψη των δημογραφικών μεταβολών της δεκαετίας του 1920. Η άλλη αφορούσε στη μετανάστευση όσων θεωρούσαν εαυτούς Βουλγάρους βάσει της συνθήκης του Νεϊγύ, που υπογράφηκε το φθινόπωρο του 1919 μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας. Όπως όμως και την προηγούμενη δεκαετία, τη λύση αυτή εκμεταλλεύτηκαν ελάχιστοι πολίτες στην περιοχή της Φλώρινας, συνολικά την περίοδο 1923-1930 μόνο 600 περίπου άτομα. Η εθελούσια αποχώρηση αυτών των βουλγαριζόντων δεν τερμάτισε τις βλέψεις της Σόφιας. Αντίθετα, παραστρατιωτικοί κύκλοι εξακολουθούσαν να υποκινούν τρομοκρατικές ενέργειες ένοπλων κομιτατζήδων, όπως τη δυναμιτιστική επίθεση του σώματος Γκιρόφσκι στο ξενοδοχείο «Διεθνές» το 1925.

Η εξήγηση των βουλγαρικών και σερβικών παρεμβολών στην περιοχή της Φλώρινας, όπως και στο παρελθόν, γίνεται κατανοητή μόνο εντός του πλαι-σίου των οικονομικών προβλημάτων και του αντίκτυπού τους στη διοίκηση, την εκπαίδευση και την κοινωνική πρόνοια. Στον τομέα της οικονομίας ήταν ορατή η αμηχανία που προξενούσε η έλλειψη τίτλων ιδιοκτησίας και η καθυστέρηση στη διανομή της γης. Οι εντόπιοι, δικαιολογημένα, προσδοκούσαν πως η αποχώρηση των ανταλλάξιμων μουσουλμάνων θα τους ωφελούσε άμεσα, καθώς θα κληρονομούσαν την έγγεια ιδιοκτησία τους. Από την άλλη, οι πρόσφυγες, ως μάρτυρες μίας εθνικής καταστροφής, θεωρούσαν πως οι περιουσίες των Μουσουλμάνων τους ανήκαν δικαιωματικά, ως αποζημίωση όσων είχαν χάσει. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η γη ήταν ανεπαρκής, κατά κανόνα ορεινή και άγονη. Μέσα σ'αυτό το πλαίσιο, η πολιτικοποίηση της οικονομικής αντιδικίας προσφύγων και εντοπίων ήταν αναπόφευκτη όσο και προσοδοφόρα για τα πολιτικά κόμματα.

Τη διετία 1929-1930 δεκάδες σωματεία, τόσο γηγενών όσο και προσφύγων, ξεφύτρωσαν σαν μανιτάρια σε διάφορες πόλεις και χωριά του νομού. Στο Αμμοχώρι οι εντόπιοι συνασπίσθηκαν γύρω από τη «Δύναμη» και οι πρόσφυγες γύρω από τον «Εύξεινο Πόντο». Στο Αρμενοχώρι οι δύο πόλοι ήταν ο «Άγιος Δημήτριος» και ο «Πόντος». Στον Ακρίτα και την Παλαίστρα οι γηγενείς σχη-μάτισαν την «Πρόοδο», στο Νεοχωράκι τον «Αγρότη» και στο Πέρασμα τους «Αγίους Αναργύρους», ενώ οι πρόσφυγες ίδρυσαν στην Κολχική τη «Φιλοπονία», στον Νέο Καύκασο την «Ελπίδα», στον Άγιο Βαρθολομαίο την «Αγάπη» και στο Νεοχωράκι την «Αλληλοβοήθεια». Τα σωματεία, παρά τις ευφημιστικές ονομασίες τους, διεκδικούσαν δυναμικά τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης των αγροτών και των ακτημόνων σε βάρος πολλές φορές των συγχωριανών τους. Όμως, σε κάθε περίπτωση, ήταν σαφές πως η ανέχεια, λόγω των μικρών κλήρων, μάστιζε τόσο τους εντοπίους όσο και τους πρόσφυγες και πως μόνο μία ουσιαστική αναδιανομή της γης θα βελτίωνε το βιοτικό τους επίπεδο. Μετά το 1930,καθώς η διανομή οριστικών κλήρων προχώρησε, οι σχετικές διαμάχες περιορίστηκαν.

Οι τεταμένες σχέσεις εντοπίων και προσφύγων, λόγω της οικονομικής καχεξίας, προστέθηκαν σε μία σειρά από εγγενή προβλήματα οικονομικής καθυστέρησης, διοικητικής και εκπαιδευτικής δυστοκίας και κοινωνικής ανεπάρκειας, που αντιμετώπιζε ο νομός Φλώρινας σε όλη την περίοδο του Μεσοπολέμου. Στην ουσία, δεν επρόκειτο παρά για εκφάνσεις προβλημάτων που αντιμετώπιζε σε ολόκληρη την έκταση του το ελληνικό κράτος, επιτείνονταν όμως λόγω της μετάβασης από το τουρκικό στο ελληνικό δημόσιο και λόγω της αποσαθρωμένης υποδομής της Τουρκοκρατίας. Την έκταση της υστέρησης μεγιστοποιούσαν οι νομαρχιακές εκθέσεις, στην προσπάθεια των νομαρχών να αποσπάσουν επιπρόσθετα κονδύλια. Το τετράπτυχο των προβλημάτων αυτών απάρτιζαν οι επικοινωνίες, ο εκσυγχρονισμός της γεωργίας, η δημόσια υγεία και η εκπαίδευση.

Έως τα τέλη της δεκαετίας του 1920 οι εκάστοτε νομάρχες περιέγραφαν την κατάσταση στο οδικό δίκτυο ως εξαιρετικά προβληματική. Η βασική οδική αρτηρία, που συνέδεε τη Φλώρινα με τη Θεσσαλονίκη και το Μοναστήρι, βρισκόταν σε μέτρια κατάσταση. Μάλιστα, ένα τμήμα της, μήκους περίπου δύο χιλιομέτρων, κοντά στο χωριό Κέλλη, ήταν σχεδόν κατεστραμμένο με αποτέλεσμα, κατά τους χειμερινούς μήνες, να διακόπτεται συχνά η συγκοινωνία. Σε ακόμη χειρότερη κατάσταση βρισκόταν ο δρόμος που συνέδεε τη Φλώρινα με την Κορυτσά δυσχεραίνοντας το διαμετακομιστικό εμπόριο με την Αλβανία, που αποτελούσε σημαντική αγορά για τα ελληνικά προϊόντα. Αλλά και η οδός Αμυνταίου-Καστοριάς διάμέσου Αετού, Σκλήθρου, Λεχόβου και Βασιλειάδας, παρότι επισκευαζόταν σε διάφορα σημεία της, ήταν ακόμη δύσβατη σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο απαιτούμενος χρόνος και τα έξοδα για να διανυθεί ήταν μεγαλύτερα από εκείνα που απαιτούνταν για την απόσταση Αμυνταίου-Θεσσαλονίκης. Αποτέλεσμα της όλης κατάστασης ήταν οι τιμές των τροφίμων και των άλλων ειδών πρώτης ανάγκης να επιβαρύνονται σημαντικά.

Οι συνθήκες υγιεινής χρειάζονταν, επίσης, πολλές βελτιώσεις για να θεωρηθούν επαρκείς· παρόλα αυτά όμως είχε επιτευχθεί κάποια σχετική πρόοδος, η οποία δεν έμενε απαρατήρητη. Τη διετία 1929-1930 το 15% των κατοίκων του νομού έπασχε από ελονοσία και το 1,5% από φυματίωση, ποσοστά όμως που συγκρινόμενα με τα αντίστοιχα της υπόλοιπης Μακεδονίας ήταν μάλλον χαμηλά. Επιδημία οστρακιάς στη διάρκεια του καλοκαιριού του 1929 σκόρπισε τον θάνατο σε τουλάχιστον 140 παιδιά, αξιοσημείωτος ήταν όμως και οαριθμός των ιαθέντων παιδιών, που σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της νομαρχίας, έφτανε τα 612 άτομα. Επίσης, το 1931, μία επιδημία τυφοειδούς πυρετού στα Ασπρόγεια αντιμετωπίστηκε επιτυχώς με τη χρήση αντιτυφικών εμβολίων, χωρίς να υπάρξουν θύματα. Όμως ο φόβος του θανάτου δεν είχε παρέλθει ούτε από τη Φλώρινα ούτε από την ελληνική επαρχία γενικότερα.

Στον τομέα της αγροτικής παραγωγής η κατάσταση παρέμενε πρωτόγονη, καθώς έως και τις αρχές του 1930 η εκμηχάνιση της δεν είχε ακόμη ξεκινήσει. Υπηρεσιακοί παράγοντες σημείωναν την ανάγκη σύστασης γεωργικών σχολείων για την εξοικείωση των γεωργών με τις νέες καλλιέργειες, αλλά τα φιλόδοξα σχέδια τους φαίνεται πως έμεναν για αρκετά χρόνια στο επίπεδο του οραματισμού. Το αποτέλεσμα ήταν η παραγωγή να υστερεί τόσο σε ποσότητα όσο και σε ποιότητα, το αγροτικό εισόδημα να παραμένει χαμηλό και ευάλωτο ειδικά κατά τις έκτακτες κακοδαιμονίες, τις επιδρομές ακριδών και τις πλημμύρες. Σ'αυτό το πλαίσιο δεν προκαλεί εντύπωση, η αποδημία προς εύρεση εργασίας πολλών χιλιάδων νεαρών Φλωρινιωτών σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, κυρίως προς την Αμερική και τον Καναδά στα βήματα δηλαδή των πατέρων τους όπου παρέμεναν συνήθως για δύο ή τρία χρόνια. Οι ένθετες πλάκες στις προσόψεις πολλών οικημάτων σ' ολόκληρο τον νομό μαρτυρούν, πώς επενδύθηκαν τα μεσοπολεμικά εμβάσματα.

Στον τομέα της εκπαίδευσης ποικίλα θεσμικά μέτρα υιοθετήθηκαν. Από το 1914 λειτουργούσε στη Φλώρινα πλήρες εξατάξιο γυμνάσιο, από το 1921 ανώτερο τετρατάξιο παρθεναγωγείο, από το 1923 εθνικό οικοτροφείο αρρένων και από το 1927 πεντατάξιο μικτό διδασκαλείο. Όμως στον τομέα της υλικοτεχνικής υποδομές τα αποτελέσματα ήταν μάλλον απογοητευτικά. Ο νομάρχης Παύλος Καλλιγάς χαρακτήριζε ως «τρώγλες» τα περισσότερα από τα σχολικά κτήρια και τα θεωρούσε, μάλλον υπερβολικά, ως τη βασική αιτία της απροθυμίας πολλών οικογενειών, ιδίως στα χωριά, να στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο. Προείχε λοιπόν η ανέγερση σύγχρονων διδακτηρίων, αλλά και η στελέχωση τους με ικανό και επαρκές εκπαιδευτικό προσωπικό. Μάλιστα, στις προτάσεις των κυβερνητικών στελεχών τονίζονταν η χρησιμότητα της προτίμησης εντόπιων δασκάλων, οι οποίοι θα παρέμεναν στην περιοχή και θα γίνονταν έτσι περισσότερο αποδοτικοί.

Τα ζητούμενα αυτά ξεπερνούσαν τις δυνατότητες του ελληνικού κράτους κατά την ταραγμένη δεκαετία του 1920. Μόνον στη Φλώρινα ήταν ήδη ορατά τα πρώτα βήματα της προόδου: η σταδιακή ηλεκτροδότηση και η ασφαλτόστρωση των οδών,η νέα δημοτική αγορά και η ανακαίνιση του υδραγωγείου. Το 1931 ο δήμος της πόλης προκήρυξε δημοπρασία για την ανέγερση δημοτικού νοσοκομείου προϋπολογισμού 1.300.000 δρχ. Επίσης, συνήψε δάνειο 5.000.000 δρχ. για τη διευθέτηση της κοίτης του ποταμού Σακουλέβα. Όμως, οι συνεχείς εκκλήσεις των νομαρχών φαίνεται πως άρχισαν να αποδίδουν καρπούς στη διάρκεια της δεκαετίας του 1930. Στη Νίκη είχε ξεκινήσει η ανέγερση του υποτελωνείου, στην Αχλάδα και τον Σκοπό χτίζονταν γέφυρες, στους λόφους, τη Μελίτη και τα Ασπρόγεια υδραγωγεία. Επίσης, συντηρούνταν ή κατασκευάζονταν διάφοροι εθνικοί και επαρχιακοί οδοί, όπως από τον Ακρίτα προς τις Ανω Κλεινές, την Αχλάδα, τον Τροπαιούχο και τον Γαύρο, και από τη Φλώρινα προς τον Πολυπόταμο και τη Δροσοπηγή. Το αίσθημα της απομόνωσης μετρίασε μετά το 1930 και η αποπεράτωση τηλεφωνικών γραφείων στην Παλαίστρα, το Νεοχωράκι, τη Μελίτη, την Αχλάδα, τον Σκοπό, την Ιτιά, τη Μαρίνα, το Μεσοχώρι, τον Παπαγιάννη, τον Ατραπό, τον Πολυπόταμο, τη Σκοπιά, τον Τροπαιούχο, την Κολχική, το Φλάμπουρο και την Κέλλη.

Αλλά και στον τομέα της γεωργικής και κτηνοτροφικής παραγωγής η κατάσταση άρχισε να εμφανίζει σημάδια βελτίωσης. Οι προληπτικοί, παρότι πολυδάπανοι, ψεκασμοί των αγρών αντιμετώπισαν αποτελεσματικά τις ακρίδες, αλλά και τις διάφορες εποχιακές αρρώστιες, ενώ οι συστηματικοί εμβολιασμοί των κτηνών περιόρισαν δραστικά ορισμένες επιδημικές ασθένειες. Επίσης, η δωρεάν διανομή σπόρου και φυτών, η καθιέρωση κυριακάτικων δημόσιων διαλέξεων περί γεωργικών θεμάτων, η λειτουργία γεωργικών σχολείων και η επίδειξη νέων αγροτικών μεθόδων, άνοιξαν τον δρόμο στην εκμηχάνιση της αγροτικής οικονομίας. Παράλληλα, βελτιώθηκε και η θέση των προσφύγων, Μικρασιατών και Μοναστηριωτών. Το 1932 οι περισσότεροι προσφυγικοί οικισμοί βρίσκονταν πλέον στο στάδιο της οριστικής αποπεράτωσης και ήταν σχεδόν έτοιμοι να υποδεχθούν και τους τελευταίους αστέγους. Κοινωνικά μέτρα, όπως η διανομή συσσιτίου σε μαθητές και σε απόρους, καθώς και η παροχή συντάξεων λειτούργησαν περαιτέρω ανακουφιστικά. Την εικόνα αυτή του προϊόντος εκσυγχρονισμού και της λελογισμένης ευημερίας, τονίζουν και οι σωζόμενες φωτογραφίες δημόσιων και ιδιωτικών εκδηλώσεων, όπου βέβαια έφτανε ο φωτογράφος.

Την ανάκαμψη που παρουσίασε ο νομός -και όχι μόνον αυτός ο νομός της Μακεδονίας -μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1920, σκίασε οπωσσδήποτε το ολοκληρωτικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου. Αρκετές έρευνες έχουν πλέον αποδείξει ότι η εμμονή του μεταξικού καθεστώτος στην αναζήτηση εσωτερικών εχθρών, σε συνδυασμό με την πραγματική απειλή εκ μέρους της Βουλγαρίας, ευνόησε τις λανθάνουσες έως τότε απόψεις για την καταστολή της αλλοφωνίας στην περιοχή. Μολονότι είναι προφανές ότι τα μέτρα αυτά εφαρμόστηκαν επιλεκτικά και δεν προσέλαβαν τη μορφή δημόσιου διωγμού, δεδομένου ότι τις περισσότερες φορές συνδυάστηκαν με τη δίωξη του κομμουνισμού και την επίλυση προσωπικών, οικογενειακών και πολιτικών αντιπαραθέσεων, ωστόσο άφησαν την ανάμνηση μίας ανείπωτης πικρίας. Η δημόσια αναγνώριση για τη μεγάλη και διαρκή συμβολή των αλλόγλωσσων στην ελληνική εθνική υπόθεση δεν αιτιολογούσε ούτε και εξήγησε ποτέ επαρκώς τη σκληρότητα που επέδειξαν πολλές φορές κρατικοί λειτουργοί, ούτε καν την εμμονή, για την εσπευσμένη και, ούτως ή άλλως, αναπόφευκτη γλωσσική τους αφομοίωση.

Από την Κατοχή στη νέα εποχή

Η πικρία αυτή αποτέλεσε ένα από τα επιχειρήματα που περιέπλεξαν την πολιτική κατάσταση στα δύσκολα χρόνια της βουλγαρικής, ιταλικής και γερμανικής κατοχής που ακολούθησαν. Νομιμοποίησε, εξέθρεψε και, εν τέλει, μορφοποίησε όλες τις προσωπικές, αγροτικές, κοινωνικές και πολιτικές δυσαρέσκειες που υπόφωσκαν σ'ένα ευρύ αντιστασιακό κίνημα. Ένα κίνημα που αντλούσε τόσο από την αντάρτικη παράδοση και τον πατριωτισμό των Φλωρινιωτών, όσο και από τις κοινωνικές οξύτητες του Μεσοπολέμου. Η αναλυτική εξέταση των παραγόντων αυτών, που μάλιστα συνδέθηκαν όχι μόνον με την παραδοσιακή ελληνοβουλγαρική διαμάχη, αλλά επίσης με την πολιτική του Γ' Ράιχ, τις βαλκανικές επιλογές της Σοβιετικής Ένωσης, τις σχέσεις των κομουνιστικών κομμάτων και, βεβαίως, τη σταδιακή εγκαθίδρυση του διπολισμού σε διεθνές επίπεδο, ξεπερνά το πλαίσιο αυτής της παρουσίασης. Ουσιαστικά, οι παράγοντες αυτοί έγιναν αντιληπτοί από την άνοιξη του 1943 και εξής, ως παγίδευση του πληθυσμού της περιοχής ανάμεσα σε διάφορες εξίσου καταστροφικές και αμοιβαία εχθρικές επιλογές. Το σκηνικό συνέθεταν ο γερμανικός στρατός, οι φιλοβουλγαρικές ένοπλες ομάδες των δοσιλόγων, το ΕΑΜικό αντιστασιακό κίνημα, το θυγατρικό του «Σλαβομακεδονικό Απελευθερωτικό Λαϊκό Κίνημα» (Σ.Ν.Ο.Φ.), και οι Γιουγκοσλάβοι παρτιζάνοι, όλοι παρόντες και δρώντες ταυτόχρονα στην ορεινή περιοχή του Βίτσιου, των Πρεσπών και του Βαρνούντα. Στην καθημερινή πρακτική, οι επιλογές αυτές σήμαιναν ιδεολογικό εκβιασμό, δυσβάστακτα βάρη εφοδιασμού, εξοντωτική στρατολόγηση, αντίποινα, εκτελέσεις και καταστροφές. Κορωνίδα των δεινών υπήρξε η είσοδος τακτικού βουλγαρικού στρατού στη Φλώρινα, τον Ιανουάριο του 1944, και η συνακόλουθη εκτέλεση επτά Φλωρινιωτών, καθώς και το ολοκαύτωμα της Κλεισούρας, τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς, από τον γερμανικό στρατό. Κάθε επιλογής, ακόμη και της παθητικής, το τίμημα ήταν αίμα.

Η πρώτη μετακατοχική εικόνα της περιοχής δεν ήταν πολύ καλύτερη. Η ξηρασία το θέρος του 1945 πολλαπλασίασε τα επισιτιστικά προβλήματα, τα μεταφορικά και αροτριώντα ζώα έλειπαν, οι ζωοκλοπές και άλλες παρανομίες της κατοχής εκκρεμούσαν, η ελονοσία, η υποβιταμίνωση, η φυματίωση ήταν μόνιμοι σύντροφοι της νεολαίας. Οι εξαρθρωμένες δημόσιες υπηρεσίες αδυνατούσαν να καλύψουν το κενό που είχε δημιουργηθεί στις παραγωγικές διαδικασίες και να ενθαρρύνουν την επιστροφή στα ερημωμένα χωριά. Η αδυναμία αποκατάστασης της δημόσιας τάξης και η κυριαρχία των ποικίλων ένοπλων ομάδων, πριν αλλά και μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, δεν υπόσχονταν περισσότερη ασφάλεια στο άμεσο μέλλον. Ακόμη και οι διανομές υλικού και τροφίμων από τους διεθνείς οργανισμούς ήταν κατά κανόνα ανεπαρκείς, ενώ οι αδικίες της διανομής όξυναν ακόμη περισσότερο τα κοινωνικά προβλήματα. Τα περισσότερα σχολεία ήταν κλειστά. Η επιστροφή του κράτους, αλλά και η εμφάνιση του παρακράτους, όπου και όπως αυτή επιτεύχθηκε, ήταν συνδεμένη με αντεκδικήσεις και βίαια περιστατικά που γέμιζαν τις στήλες των εφημερίδων. Ήταν, επίσης, συνδεμένη με την εκτεταμένη οπλοφορία. Πάνω από 1.000 όπλα ήταν μοιρασμένα νομίμως σε διάφορα χωριά της Φλώρινας, ενώ η σταδιακή αλλά πρόσκαιρη αποχώρηση παλαίμαχων ανταρτών του Ε.Λ.Α.Σ. και του Σ.Ν.Ο.Φ., είτε στα ορεινά, είτε βορείως των συνόρων, έκανε την εκδίκηση ευκολότερη, έστω για λίγο. Από τους πρώτους μήνες του 1945 ο «αναχωρητισμός» είχε ως αποτέλεσμα τον σχηματισμό ένοπλων ομάδων στα ορεινά της Φλώρινας. Η διέλευση των συνόρων από τις «σλαβομακεδονικές» ομάδες πύκνωσε, καθώς η ηγεσία της Γιουγκοσλαβικής Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας απεργαζόταν συστηματικότερα την «απελευθέρωση της Αιγαιακής Μακεδονίας».

Αν και το διπλωματικό παρασκήνιο της περιόδου 1946-1949 έχει φωτιστεί αρκετά, ώστε να γίνει αντιληπτός ο ρόλος των διεθνών συνθηκών και συμμαχιών, των κομματικών αναγκών και των προσωπικών επιλογών, το επίπεδο της τοπικής κοινωνίας της Φλώρινας δεν αντέχει ακόμη σε μία κοντινότερη ματιά, ίσως ούτε σε αυτή των ιστορικών. Η οριστική διάρρηξη της κοινωνίας, το βίαιο τέλος μίας αργής διαδικασίας που είχε δρομολογηθεί έναν αιώνα νωρίτερα, η αμφίβολη διάκριση ανάμεσα σε πατριώτες, αγωνιστές, προδότες, νικητές και ηττημένους, η ιδιόρρυθμη μεταπολεμική ανασυγκρότηση μίας εκ των πραγμάτων διασπασμένης περιφερειακής κοινωνίας, η δημογραφική αφαίμαξη της περιοχής, ως αποτέλεσμα της πολυσήμαντης και πολύτροπης προσφυγιάς και της κατακλυσμιαίας μετανάστευσης, είναι φαινόμενα που δεν έχουν ακόμη μελετηθεί επαρκώς. Κι'όμως η γνώση τους είναι απαραίτητη για να γίνει κατανοητό σε βάθος το ιστορικό δράμα της Φλώρινας και της περιοχής της. Ένα δράμα που δεν μπορεί να αποτιμηθεί μόνον από το μέγεθος των τεράστιων υλικών καταστροφών ούτε καν των ανθρώπινων απωλειών.

Στα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια ο νομός Φλώρινας γνώρισε όλα τα προβλήματα της οικονομικής καθυστέρησης και της στρεβλής ανάπτυξης που αντιμετώπιζε την ίδια περίοδο η ελληνική ύπαιθρος σχεδόν στο σύνολο της. Η εγγενής οικονομική καχεξία, το μικρό αγροτικό εισόδημα (το 1961, το 86% του πληθυσμού του νομού είχαν καταγραφεί ως αγρότες), αλλά και τα πρόσφατα ψυχολογικά τραύματα της Κατοχής και του Εμφυλίου οδήγησαν ένα σημαντικό κομμάτι του ενεργού πληθυσμού, αφενός σε αστικοποίηση, αφετέρου σε αποδημία και μάλιστα αυτή τη φορά, όπως φάνηκε στην πορεία του χρόνου, μόνιμη. Χωριά ολόκληρα, όσα είχαν επιβιώσει του Εμφυλίου, αποδεκατίστηκαν, όπως η Βεύη, το Αρμε-νοχώρι, το Αμμοχώρι, οι Άνω Κλεινές, το Φλάμπουρο, το Βαρικό, το Ποιμενικό, η Κλαδορράχη, τα Άλωνα, η Παλαίστρα, το Μοσχοχώρι.

Ουσιαστικά, κάθε κώμη και χωριό της περιοχής συρρικνώθηκε. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1940 έως και τη δεκαετία του 1960 ο πληθυσμός του νομού μειώθηκε κατά 22% περίπου (από 88.895 το 1940 σε 69.351 το 1951 και σε 67.356 κατοίκους το 1961). Γη της επαγγελίας, λόγω των ακαταμάχητων ημερομισθίων, στάθηκαν κυρίως ο Καναδάς και η Αυστραλία κατά πρώτο λόγο και κατά δεύτερο οι Η.Π.Α. και η Δυτική Γερμανία. Στο Τορόντο και τη Μελβούρνη οι φλωρινιώτικες κοινότητες γνώρισαν γοργή και απρόσμενη ακμή, κοινωνική, οικονομική και πολιτισμική. Η επικοινωνία των αποδήμων με τις πατρίδες τους σφράγισε την ιστορία των τελευταίων δεκαετιών του νομού και αποτελεί έως σήμερα στοιχείο της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας του. Μέσω των τακτικών αυτών επαφών, που στη συντριπτική τους πλειοψηφία έχουν πολιτισμικό χαρακτήρα, της συστηματικής ανάπτυξης και καλλιέργειας των καλών τεχνών στην πόλη της Φλώρινας και της κλιμακούμενης τουριστικής δραστηριότητας τελικά διατηρήθηκε σε σημαντικό βαθμό η πολιτισμική ιδιαιτερότητα του νομού.

Η ιδιαιτερότητα αυτή επέζησε παρά την ερήμωση των ορεινών χωριών και τον κοινωνικό εκσυγχρονισμό των πεδινών κοινοτήτων, τον οποίο επιτάχυνε κατά τη δεκαετία του 1960 και του 1970 σειρά έργων: η ίδρυση και η λειτουργία μερικών μεγάλων βιομηχανικών μονάδων (Πτολεμαΐδα, Ξινό Νερό, Αμύνταιο), η άρδευση των ελών της Χειμαδίτιδας και των Πετρών, οι μεταβολές στις καλλιέργειες και η ασφαλτόστρωση του επαρχιακού δικτύου. Στο τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα ο νομός της Φλώρινας σημείωσε σημαντική πρόοδο σε όλους τους τομείς του κοινωνικού βίου, όπως παρατηρήθηκε και στην υπόλοιπη Ελλάδα.Παρά τα φαινόμενα αυτά, τα οποία αλλού στην Ελλάδα οδήγησαν στην ισοπέδωση της τοπικής ταυτότητας, οι εντόπιες λαϊκές παραδόσεις και οι μνήμες των ιστορικών αγώνων αναδείχθηκαν στην πορεία του χρόνου ως το σημαντικότερο κεφάλαιο του νομού της Φλώρινας.

new1 

Ο καπετάν Κώτας με τους συντρόφους και συναγωνιστές του: Β. Ράμμου, Γ. Κολίτση, καπετάν Σίμο, Παύλο Κύρου και Γ. Γαδούτση

new2

Ο Φλωρινιώτης οπλαρχηγός του Μακεδονικού Αγώνα Λάκης Πύρζας, ένας από τους στενότερους συνεργάτες του Παύλου Μελά



aireti1
politistikes1
phone1
farmakeia1
webcam1
dromologia1
fuel
banner_eolika_parka_florina

Πρόγνωση καιρού

°F°C
Φλώρινα
Clear
Humidity: 61%
Wind: NE at 9 mph
Thu
Mostly Sunny
-2 | 8
Fri
Clear
2 | 8
Sat
Clear
1 | 12

Χρήσιμοι Σύνδεσμοι

diaygeiahoriz
banner_kephorizkepe