Φλώρινα



Τα πανέμορφα παραδοσιακά πλεκτά κεριά της Φλώρινας είναι λίγο γνωστά στη Δυτική Μακεδονία και άγνωστα στην υπόλοιπη Ελλάδα. Κατ' εξαίρεση, τέτοια κεριά προσφέρονται σε μεμονωμένες περιπτώσεις από ειδικά καταστήματα της Θεσσαλονίκης μόνο τις παραμονές του Πάσχα, ενώ στην Αθήνα, πωλούνται σε κάποια κεντρικά καταστήματα δώρων και ειδών λαϊκής τέχνης, χωρίς να αναγράφεται ο τόπος προέλευσης τους.
Η τέχνη των πλεκτών κεριών, που κατά ανεξακρίβωτη παράδοση προέρχεται από το Βυζάντιο, αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στην πόλη της Φλώρινας, όπου υπήρχαν από παλαιά εντόπιοι κηροπλέκτες. Αυτή η τέχνη γνώρισε νέα ακμή μετά το 1914, όταν κατέβηκαν στην απελευθερωμένη πλέον Μακεδονία πρόσφυγες, κατά την πλειονότητά τους από το Μοναστήρι, όπου η κηροπλεκτική ανθούσε επί αιώνες. Ορισμένες, μάλιστα, οικογένειες Μοναστηριωτών εγκαταστάθηκαν στην Έδεσσα, με συνέπεια και εκεί να συναντάται η ίδια τέχνη, σε μικρότερη, όμως, κλίμακα.
Η χλωρίδα της περιοχής της Φλώρινας, με το άφθονο θυμάρι, ευνόησε τη μελισσοκομία, προϊόν της οποίας είναι και το κερί. Οι πλαστικές ιδιότητες του αγνού κεριού και η προσήλωση στα έθιμα, που ειδικά σ' αυτό τον τόπο τηρούνται με θρησκευτική ευλάβεια, ευνόησε την κηροπλεκτική. Η τέχνη αυτή είναι κληρονομική, όπως όλες σχεδόν τα παραδοσιακά επαγγέλματα, και έχει κλειστό οικογενειακό χαρακτήρα. Στα νεότερα χρόνια ασκήθηκε από τους γιους των προσφύγων (δεύτερη γενιά), αλλά όσοι από αυτούς ζουν σήμερα, βρίσκονται στο στάδιο της αποχώρησης, βλέποντας με αρκετό πόνο το αβέβαιο μέλλον της πατρογονικής τους τέχνης, δεδομένου ότι τα παιδιά τους (τρίτη γενιά) δεν την συνεχίζουν πια.
Τα πλεκτά κεριά στη Φλώρινα γνώρισαν ημέρες δόξας κυρίως την εποχή του Μεσοπολέμου,μέχρι το 1950, με φθίνουσα έκτοτε πορεία. Συνήθως, ήταν σε χρήση κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας και της Διακαινησίμου, ως δώρα για το Πάσχα, και λιγότερο τα Χριστούγεννα. Επίσης, σχετίστηκαν σε μεγάλο βαθμό με τα νεκρικά έθιμα και ως τέτοια συνεχίζουν να επιβιώνουν. Κατασκευάζονταν και καταναλώνονταν κατεξοχήν στη Φλώρινα και τις γύρω περιοχές, επειδή δεν κυκλοφορούσε άλλου είδους κερί για τις παραπάνω χρήσεις.
Οι φάσεις κατασκευής των πλεκτών κεριών είναι κατά βάση δύο: το φτιάξιμο του κέρινου κορδονιού, που λέγεται «σαμάς», και το πλέξιμο. Ειδικότερα, όμως, για να κάνουν κεριά με λευκό χρώμα ακολουθούσαν μία επίπονη και χρονοβόρα διαδικασία, το «λεύκασμα», που προηγείται από τις δύο κύριες φάσεις. Για το λεύκασμα δεν χρησιμοποιούνται χημικά μέσα, παρά μόνο οι ακτίνες του πρώτου καλοκαιρινού ήλιου, οι οποίες επιδρούν επί ημέρες επάνω στα απλωμένα λεπτά τρίμματα του ακατέργαστου κεριού (που γίνονται με τη βοήθεια ειδικού μηχανισμού), μέχρι να ξασπρίσουν. Αυτή η δουλειά χρόνο με το χρόνο γίνεται όλο και λιγότερο, κατά πρώτο λόγο γιατί το αγνό μελισσοκέρι στοιχίζει περισσότερο σε σχέση με τη λίγο σκληρότερη λευκή παραφίνη, που κυκλοφορεί στο εμπόριο υποκαθιστώντας το φυσικό κερί. Από την άλλη πλευρά, παρατηρείται έλλειψη κατάλληλων εργατικών χεριών, δηλαδή, τεχνίτες με γνώση της διαδικασίας, με μεράκι και με χαμηλό ημερομίσθιο. Τέλος, έλειψαν, όπως λένε, οι ταράτσες των παλαιών σπιτιών για το άπλωμα των τριμμάτων.
Μία άλλη εργασία, εκτός από τις βασικές που προαναφέραμε, είναι η ετοιμασία του φιτιλιού από καλής ποιότητας λευκό βαμβακόνημα. Αυτό ήταν δουλειά των γυναικών στο σπίτι, οι οποίες το έγνεφαν πολύκλωνο και γερά στριμμένο, ώστε και αυτό να αποτελεί εγγύηση για την ποιότητα του κεριού. Στη συνέχεια, για να χρησιμοποιηθεί το φιτίλι με ευκολία από τον τεχνίτη, οι κατασκευάστριες το έκαναν τσιλέ (κούκλα) και το περνούσαν στην ανέμη που βρίσκεται κοντά στο τσάρκι. Το τσάρκι ή τσέρκι είναι ένα ογκώδες και σύνθετο εργαλείο από ξύλο, που αποτελείται από τα δύο καρούλια (το μπάνα ή κυλίνδρους), τη γέφυρα, το νούμερο και τον ταβά με το κερί, αναγκαίο για τη διαδικασία της κατασκευής του σαμά (κερί σε μορφή χοντρού νήματος πολλών μέτρων). Ένα τσάρκι, μουσειακό πια αντικείμενο, εκτίθεται στη Δημόσια Βιβλιοθήκη Φλώρινας «Βασιλική Πιτόσκα-Βαρνά», ενώ άλλα τρία, που βρίσκονται στην ιδιοκτησία των τελευταίων κηροπλεκτών, σε πείσμα της παρακμής της τέχνης, λειτουργούν κάπου-κάπου. για την παρασκευή ελάχιστου πλέον σαμά. Για τις επόμενες φάσεις κατασκευής του κεριού απαιτούνται ορισμένα ακόμη μέσα και εργαλεία, όπως τα καλούπια, λίγα μικρά κομμάτια ξύλου απλούστατα στη μορφή, που χρειάζονται για το πλέξιμο. Απαραίτητα είναι τα θερμαντικά σώματα, (σόμπα, μαγκάλι) και, φυσικά, διάφορα σκεύη, όπως δοχεία για το βράσιμο του κεριού (καζάνι, κατσαρόλα, λεκάνη) και κουτάλες για τον καθαρισμό (λαγάρισμα) και τη μετάγγιση του.
Η κατασκευή του σαμά
Για να αρχίσει η διαδικασία κατασκευής του σαμά συνδέουν την άκρη από το βαμβακερό φιτίλι, που είναι περασμένο στην ανέμη, με τον ένα κύλινδρο και στη συνέχεια το περνούν απ' όλα τα εξαρτήματα του τσάρκι. 0 κηροπλέκτης γυρνά με το χερούλι το ένα καρούλι με το φυτίλι, οπότε αυτό ξετυλίγεται σιγά σιγά, περνά κάτω από τη «γέφυρα», μέσα από το «νούμερο», βουτά στο κερί του «ταβά» που διατηρείται υγρό χάρις στο μαγκάλι από κάτω, και στη συνέχεια τυλίγεται γύρω από τον άλλο κύλινδρο έχοντας επάνω του ένα λεπτό στρώμα κεριού. Η κίνηση αυτή γίνεται πολλές φορές ώσπου να τελειώσει το νήμα και το κερί 0 χρόνος που απαιτείται για το τύλιγμα της κλωστής μία φορά στο καρούλι με στρώμα κεριού είναι μία ώρα, και χρειάζεται η συνδρομή ενός βοηθού. Η έτοιμη κουλούρα, στο επιθυμητό πάχος, αποθηκεύεται σε ψυχρό και στεγνό μέρος για να χρησιμοποιηθεί στον κατάλληλο χρόνο.
Το πλέξιμο
0 κηροπλέκτης κάθεται μπροστά σ'ένα μαγκάλι με σκεπασμένο κάρβουνο, έχοντας την απαραίτητη ποσότητα σαμά περασμένη, σαν κουλούρα σχοινιού, στο χέρι. Δουλεύει συνέχεια επάνω από τη χαμηλή φωτιά, για να διατηρείται το κερί μαλακό και εύπλαστο. Ανάλογα με το σχέδιο, δένει την άκρη του κέρινου κορδονιού γύρω από ένα μικρό ξύλινο καλούπι. Με προσοχή, επιτηδειότητα και υπομονή τυλίγει το κορδόνι για να δώσει το βασικό σχήμα και να το κρατά σταθερό, ή το πλέκει ελεύθερα στον αέρα. Σιγά-σιγά προχωρά στη μορφοποίηση του σχεδίου που επιθυμεί.

(Ο Παύλος Δαύκος με την κουλούρα περασμένη στο χέρι πλέκει χωρίς καλούπι, ζεσταίνοντας το κερί επάνω από το μαγκάλι)
Τα σχέδια και οι χρήσεις
Οι μορφές, οι φόρμες, τα μοτίβα, τα σχήματα, όπως χαρακτηρίζονται τα σχέδια των πλεκτών κεριών, επαναλαμβάνονται εδώ και δεκάδες ή εκατοντάδες χρόνια, ανάλογα με τον προορισμό και τον ρόλο τους, που σχετίζεται με τα λατρευτικά και τα νεκρικά έθιμα. Είναι, δηλαδή, της χαράς και της λύπης. Τα πρώτα είναι άσπρα και τα δεύτερα κίτρινα ή μαύρα (έτσι λένε ό,τι είναι σκούρο). Της χαράς είναι κυρίως τα χαρούμενα πλεκτά κεριά του Πάσχα, που ήταν δώρα. όπως γίνεται και τώρα με τις πασχαλιάτικες λαμπάδες Στις κοπέλες της παντρειάς και τις τρίχρονες νύφες τα πεθερικά χάριζαν το «ανθοδοχείο», ενώ στα παλληκάρια και τους γαμπρούς το «κρεβάτι». Στις μικρότερες δώριζαν τον «φιόγκο ή γκαργκλάνι ή κρίνο», το «κανατάκι» και το «ποτηράκι», σπάνια σχέδια που σχεδόν εξέλειπαν.Στα παιδιά και ειδικά στα αγοράκια οι νονοί και οι γονείς δώριζαν το «ρολογάκι», το «καλαθάκι» για να βάζουν το αναστάσιμο αβγό, το «πετεινάρι», ενώ στα κοριτσάκια τα «βραχιολάκια», τις «σαΐτες» αλλά και καλαθάκια με στολίδια, καθώς και περίτεχνα «κρεβατάκια-κούνιες». Το «ανθρωπάκι», το «αεροπλανάκι» και το «αβγό» είναι πιο πρόσφατα σχέδια που έκαναν οι κηροπλέκτες για να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των μικρών πελατών τους. Μάλιστα, ακόμη πιο πρόσφατα το απλό ανθρωπάκι ή «φιγούρα», εξελίχτηκε σε γυναίκα με πανέρι στο κεφάλι που το συγκρατεί με το χέρι της. Στους μεγάλους, οι νέοι πρόσφεραν τον «σταυρό» και ειδικά στις μητέρες το «ευαγγέλιο». Τον σταυρό συνήθιζαν να τον χαρίζουν και τα Χριστούγεννα γενικά, «για υγεία».
Εκτός από τα λευκά και χρωματιστά κεριά της χαράς, υπάρχουν και τα μεγάλα στο φυσικό χρώμα, τα λεγόμενα «μαύρα κεριά του πένθους» ή «νεκρικά» ή «ψυχοκέρια», που ήταν συνήθως τα «κουβάρια (καλάθες ή άϊβες)» και το «κουτί ή μνήμα». Ακόμα και το «σαρίκι» ή «τουρμπάν» ή «τσάλμα» και το «σαλιγκάρι» ή «πόφτσα». Έπρεπε να τα καίνε σαράντα ημέρες μετά τον θάνατο, κάθε Σάββατο και Κυριακή, γι' αυτό τα έλεγαν το «σαραντάρι». Τα κρατούσαν στα μνημόσυνα, στα Ψυχοσάββατα, την Πεντηκοστή, (την πιο μεγάλη γιορτή των νεκρών), τη Μεγάλη Εβδομάδα και, κυρίως, τη Μεγάλη Πέμπτη και Παρασκευή ή ακόμη και το Πάσχα, όσοι είχαν πρόσφατα νεκρό. Αν ο νεκρός ήταν νέος, το κερί ήταν άσπρο. Όλα αυτά τα προσέφεραν και στους ηλικιωμένους. Όσοι επισκέπτονταν σπίτι που πενθούσε, ανάλογα με τη σχέση τους, δώριζαν νεκρικά κεριά, με κυρίαρχο το κουβάρι. Το προσεκτικό ξετύλιγμά του δίπλα στο νεκρό απαιτεί συνεχή επαγρύπνηση και συγκέντρωση, προϋπό
θεση της προσευχής.Ένα ασυνήθιστο είδος λαμπάδας είναι ο δικέφαλος αετός. Διάτρητη, γλυπτή, πολύπλοκη, θριαμβική, με έντονα χρώματα, κόκκινα και μπλε ή με σταυρούς σε κάθετη διάταξη, φερμένη από τις πατρίδες Μεγάροβο και Μοναστήρι. Το σώμα του αετού μ' ανοιχτά φτερά στην κορφή και σε κάθετη σειρά βυζαντινοί σταυροί και ατρακτοειδή μοτίβα, με κατάληξη τα πόδια με τα γαμψά νύχια. Το πρωτότυπο είναι προγονικό κειμήλιο της οικογένειας Δάφκου από το Μοναστήρι και ήταν μάλλον διακοσμητικό παραστάδων της Ωραίας Πύλης ναού. Επί χρόνια αυτή η λαμπάδα πάλιωνε κρεμασμένη στον τοίχο του κηροποιείου των αδελφών Δάφκου. Πρόσφατα, άρχισε να βγαίνει σε αντίγραφα ή πιο απλοποιημένη, από αναγκαστική προσαρμογή στους νόμους της ζήτησης και της προσφοράς
(Ο Ιωσήφ Δάφκος τυλίγει το βαμβακερό φυτίλι από την ανέμη στο καρούλι του τσάρκι για ν' αρχίσει η κατασκευή του κέρινου κορδονιού)
Χρώμα και διακόσμηση
Τα τελευταία χρόνια, με το σκεπτικό προσέλκυσης πελατών, χρωματίζουν τον σαμά κόκκινο, μπλε και σπανιότερα, κίτρινο ή καφέ. Τα δύο πρώτα χρώματα, μόνα τους ή πλεγμένα εναλλάξ με άσπρο, τα χρησιμοποιούν για τα νεανικά και παιδικά κεριά. Το κίτρινο και το καφέ σκούρο, που μπήκαν πιο πρόσφα
τα στο χρωματολόγιο,προορίζονται για τους μεγάλους και για το πένθος. Η αύξηση των χρωματιστών κεριών ίσως υποδηλώνει την δυσκολία λεύκανσης αφενός, και την έλλειψη φυσικού, αγνού μελισσοκεριού, αφετέρου. Επιπλέον, διακοσμούν τα κεριά με χρυσή κλωστή, με χρυσόχαρτα, εικονίτσες και κέρινα επιθήματα, όπως είναι οι σταυροί και οι μπιλίτσες. Κάθε κηροπλέκτης βέβαια, έχει, όπως και παλιά, τη δική του παραλλαγή και με τον καιρό προσθέτει κάποια λεπτομέρεια που θα κάνει το σχέδιο πιο ενδιαφέρον και πρωτότυπο.Προστάτης των κηροπλεκτών είναι ο Άγιος Δανιήλ, που τον τιμούν με αργία και αρτοκλασία στις 17 Δεκεμβρίου.
(Από την παραγωγή του σύγχρονου εργαστηρίου κηροπλαστικής Δημ. Τσούκα στη Φλώρινα. Κεριά σε διάφορα σχήματα που χαρίζονται τα Χριστούγεννα και το Πάσχα)
Η παρακμή
Μετά το 1950 εισέβαλε η λευκή παραφίνη σαν πρώτη ύλη για την παρασκευή των κεριών και η μαζική παραγωγή με μηχανικό τρόπο (δηλαδή με το βούτηγμα του τελάρου, που έχει πολλά κάθετα ισοϋψή φιτίλια, μέσα στο καζάνι με το κερί). Έτσι, το κόστος γίνεται σημαντικά λιγότερο σε σύγκριση με τα χειροποίητα πλεκτά κεριά. Έκτοτε, η άσπρη λαμπάδα της παραφίνης κατακτώντας καθημερινά έδαφος, κυριάρχησε και μπήκε θριαμβευτικά στη αγορά, δημιουργώντας πρόβλημα διάθεσης στους κηροπλέκτες. με τον αντίστοιχο παραμερισμό των πλεκτών κεριών
Ωστόσο, οι Φλωρινιώτες κηροποιοί έδωσαν και εδώ το τοπικό τους χρώμα. Έκαναν τις λαμπάδες "τσιμπητές" (σκαλιστές) με την τανάλια ή με τα νύχια και τις διακόσμησαν με δαχτυλίδια από χρωματιστά χρυσόχαρτα. Επίσης, αναπροσάρμοσαν τα καταστήματα τους εγκαθιστώντας και καφεκοπτήρια, πουλώντας ζαχαρωτά, ξηρούς καρπούς ή τελείως πρόσφατα εκκλησιαστικά είδη. Το εργαστήριο πήγε στο βάθος, στο πατάρι ή στο σπίτι και τα πλεκτά κεριά πήραν μια μικρή θέση στα ράφια.
Παρά την καθημερινή μείωση του χώρου που καταλαμβάνουν στα ράφια των κηροποιείων τα πλεκτά κεριά, παρά την ελάττωση των τεχνιτών και την εγκατάλειψη των εθίμων που τα απαιτούσαν -με μόνους πιστούς τηρητές και καταναλωτές τους γέροντες, τους απόδημους και τους ρομαντικούς- τα παραδοσιακά χειροποίητα τοπικά,πλεκτά κεριά της Φλώρινας, δεν έπαψαν να είναι τα πρώτα και τα καλύτερα. Για να μη χαθεί λοιπόν, αυτή η παλαιά και τόσο ωραία τέχνη της κηροπλεκτικής, τα προϊόντα της διεκδικούν τώρα ευρύτερη αναγνώριση και προβολή, όχι μόνο σ'όλη την Ελλάδα, αλλά και παγκόσμια, με την πρωτοβουλία και τη βοήθεια της τοπικής κοινωνίας,γιατί το αξίζουν, όπως και η Φλώρινα.