Φλώρινα



Eίναι γνωστό πως η ονομασία της Φλώρινας έχει συσχετισθεί με την πλούσια βλάστηση της περιοχής της, τόσο στο παρόν, όσο και στο παρελθόν, κάτι που αποδεικνύεται από τα πλούσια κοιτάσματα λιγνίτη που κρύβει στα σωθικά της. Έτσι λοιπόν, είναι εύλογο να αποκτήσει ένα όνομα σχετικό με τη Flora, τη θεά της βλάστησης για τους αρχαίους Ρωμαίους και τον όρο που σήμερα μεταφράζεται σε χλωρίδα. Όταν όμως αναφέρεται η χλωρίδα μίας περιοχής, συνειρμικά, είναι δεδομένο να συνδέεται και η πανίδα, αφού αποτελούν τα αλληλένδετα ζωντανά-βιοτικά στοιχεία των οικοσυστημάτων στα οποία συμμετέχουν. Κι αυτή πραγματικά είναι το ίδιο ποικιλόμορφη. Κι αν ακόμα δεχθούμε την ονομασία της Φλώρινας ως «πόλη των φλουριών», γιατί να μην αναλογισθούμε, πως ο θησαυρός για τον οποίο αναφέρει η παράδοση και ο θρύλος, δεν είναι τίποτε άλλο, από τον πραγματικά μεγάλο φυσικό πλούτο, με τις πολλές και ποικίλες μορφές ζωής που εκφράζονται με τον σύγχρονο όρο βιοποικιλότητα. Το σύμπλεγμα αυτό, χλωρίδας και πανίδας, έχει τη δική του ιστορία και είναι συνδεμένο άρρηκτα με το γεωλογικό υπόβαθρο, τη γεωγραφική θέση και το επακόλουθο κλίμα, τα αβιοτικά στοιχεία ενός οικοσυστήματος.
Η ιστορία της γης της Φλώρινας
Κοιτώντας τον νομό της Φλώρινας από ψηλά και νότια, εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι η γεωμορφολογία του παρουσιάζει τρία διακριτά υψίπεδα-διαζώματα, του Αμυνταίου, της Φλώρινας και των Πρεσπών. Η κεντρική πεδιάδα της Φλώρινας περιβάλλεται από τους κυρίαρχους ορεινούς όγκους του Βαρνούντα δυτικά, του Βέρνου νοτιοδυτικά και του Βόρα ανατολικά. 0 Βαρνούντας απομονώνει δυτικά το οροπέδιο των Πρεσπών, ενώ οι νότιες χαμηλές παρυφές του Βόρα και του Βέρνου αποτελούν το σημείο οριοθέτησης μεταξύ των υψιπέδων Φλώρινας και Αμυνταίου. Συμπλήρωμα σ'αυτό το ανάγλυφο της γης, είναι οι έξι λίμνες της, δύο στις Πρέσπες και τέσσερις στην περιοχή Αμυνταίου, ένας αριθμός που δίνει μία μοναδικότητα για τα δεδομένα του ελλαδικού χώρου. Συνολικά η έκταση του νομού είναι 1.924 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Απ' αυτήν το 59,5% είναι ορεινά, το 11,5% ημιορεινά και το υπόλοιπο 29% πεδινά εδάφη. Αυτή η σημερινή εικόνα δεν ήταν η ίδια στο πέρασμα των αιώνων, αλλά είναι το αποτέλεσμα τρομακτικών για τον ανθρώπινο νου γεωλογικών ανακατατάξεων που συνέβησαν στην περιοχή. Απολιθώματα από κοχύλια και άλλους θαλάσσιους οργανισμούς δείχνουν πως η περιοχή δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά ένα σημείο του πυθμένα μίας αρχέγονης θάλασσας, της Τηθύος, μέχρι περίπου 40-50 εκατομμύρια χρόνια πριν, κατά την εποχή του Ηώκαινου. Από την εποχή αυτή και μετά ξεκίνησε μία περίοδος καθοριστικών γεωλογικών αλλαγών στην ευρύτερη περιοχή, με αποτέλεσμα τη δημιουργία των γνωστών σημερινών ευρωπαϊκών ορεινών όγκων, συμπεριλαμβανομένων των Βαλκανίων. Πάνω σ' αυτούς τους πρωταρχικούς όγκους ακολούθησαν μεγάλες καθιζήσεις. Έτσι, οι λεκάνες Φλώρινας-Αμυνταίου, που είναι τμήματα μίας μεγαλύτερης επιμήκους λεκάνης, φαίνεται να δημιουργήθηκαν από παράλληλα επιμήκη ρήγματα κατά το μειόκαινο (26-11 εκατομμύρια χρόνια πριν). Στο ρήγμα αυτό αναπτύχθηκε μία μεγάλη λίμνη. Στα περιθώρια της λίμνης αυτής είχαν σχηματισθεί έλη στα οποία συσσωρευόταν οργανική φυτική ύλη, η οποία διατηρήθηκε ως σήμερα με τη μορφή του λιγνίτη, αφού ακολούθησε ανάδυση της λίμνης και απόθεση ιζημάτων επάνω από αυτή κατά τον πλειόκαινο (11-1 εκατομμύριο χρόνια πριν). Η στάθμη της ενιαίας τότε Πρέσπας, μίας από τις αρχαιότερες λίμνες, βρισκόταν 80 μέτρα ψηλότερα. Στα τελευταία ένα εκατομμύριο χρόνια οι λίμνες υποχώρησαν και έντονες γεωλογικές ανακατατάξεις (τεκτονική ανάδυση περιοχής Κλειδιού, τεκτονικό βύθισμα λίμνης Βεγορίτιδας), σε συνδυασμό με την επίδραση των παγετώνων, οδήγησαν στη σημερινή μορφή της γης.
Επακόλουθο αποτέλεσμα αυτών των μακρο-χρόνιων αναδεύσεων της γης υπήρξε και η εμφάνιση μίας ποικιλίας πετρωμάτων τόσο στην επιφάνεια, όσο και στο υπόβαθρο, με ασβεστόλιθο κυρίαρχο στον Βόρα, γρανίτη και σχιστόλιθο στον Βαρνούντα και στο Βέρνο και ιζηματογενή (αλουβιακά) αποθέματα διάφορης προέλευσης στα υψίπεδα Αμυνταίου, Φλώρινας και Πρεσπών. Αυτή ακριβώς η ποιότητα του εδάφους, με τα ιδιαίτερα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά, καθορίζει ως ένα βαθμό και τα είδη της χλωρίδας που θα βλαστήσουν στην περιοχή. Έτσι, για παράδειγμα στις Πρέσπες υπάρχει σαφής διαφορά στη χλωρίδα μεταξύ των δύο πλευρών των λιμνών, γιατί ανατολικά κυριαρχούν γρανιτικά πετρώματα, ενώ δυτικά ασβεστολιθικά.
Η ιστορία της φύσης
Με βάση όσα προαναφέρθηκαν παραπάνω για το ιστορικό της γεωλογικής διαμόρφωσης της περιοχής, φαίνεται πως για εκατομμύρια χρόνια και κυρίως κατά τον μεσοζωικό αιώνα (200-65 εκατομμύρια χρόνια πριν), τον αιώνα που μεσουράνησαν οι δεινόσαυροι στη γη, σε αυτό το σημείο του ωκεάνιου βυθού της Τηθύος ζούσαν θαλάσσιοι οργανισμοί, πρωτόγονοι μικροσκοπικοί στην αρχή, μεγαλύτεροι και πιο εξελιγμένοι στη συνέχεια. Αυτοί οι οργανισμοί με τη δράση τους, αλλά και το σώμα τους μετά τον θάνατο τους, δια-μόρφωσαν σε διαφορετικά επίπεδα το πέτρωμα. Έτσι για παράδειγμα, τα ασβεστολιθικά πετρώματα είναι προϊόν μακροχρόνιας αλληλεπίδρασης του μητρικού πετρώματος με τα σώματα και κυρίως τα κελύφη τους, τα οποία είναι πλούσια σε ανθρακικό ασβέστιο.
Αργότερα, μετά την ανάδυση της στεριάς και των μεγάλων ορεινών όγκων, ακολούθησε σταδιακή εποίκηση χερσαίων ζώων. Τα ζώα αυτά σαφώς είναι μεταγενέστερα των δεινοσαύρων, οι οποίοι εξαφανίστηκαν πριν από 65 εκατομμύρια χρόνια. Κατά τον πλειστόκαινο (2 εκατομμύρια-10 χιλιάδες χρόνια πριν) έζησαν θηλαστικά, όπως πρωτόγονοι ιπποπόταμοι, ιππάρια (προγονικές μορφές αλόγων), γιγάντια μαμούθ που το βάρος
τους πλησίαζε τους 3 τόνους, πρωτόγονα ελαφοειδή και κάστορες, όπως αποδεικνύουν απολιθώματα στον Περδίκκα, τον Σωτήρα, τη Βεγόρα και τα ορυχεία του Αμυνταίου. Ο λιγνίτης της περιοχής Αμυνταίου δεν είναι παρά τα λείψανα μεταμορφωμένης φυτικής βλάστησης μίας αρχέγονης χλωρίδας (ποώδους έως θαμνώδους), η παρουσία της οποίας αποτελεί παγκόσμια αποκλειστικότητα. Ο ξυλίτης, από την άλλη μεριά, της περιοχής Φλώρινας είναι τα αντίστοιχα λείψανα δενδρώδους βλάστησης της εποχής εκείνης. Το πέρασμα των χρόνων, η αλλαγή στις κλιματολογικές συνθήκες, με εναλλαγή θερμών και ψυχρών περιόδων (παγετώνες), αλλά και η πρόσφατη εμφάνιση του ανθρώπου, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της σύγχρονης κατάστασης στα οικοσυστήματα της περιοχής. Οι παγετώνες, μάλιστα, φαίνεται να έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της σύγχρονης παρουσίας ή και απουσίας διάφορων οργανισμών, αφού απο-τέλεσαν την αιτία να «κατέβουν» στην περιοχή είδη με βορειότερη κατανομή. Στην πορεία του χρόνου πολλοί οργανισμοί εξαφανίστηκαν. Πρόσφατα παραδείγματα εξαφάνισης ειδών άγριας πανίδας έχουμε αρκετά. Δυστυχώς όμως όχι από φυσικές αιτίες, αλλά από τον άνθρωπο. Τα δύο πιο γνωστά είναι το ελάφι (Cervus elaphus) και ο λύγκας (Lynx lynx). Το όνομα του δεύτερου είδους, μάλιστα, φέρνει στον νου τη μυθολογία και την ιστορία της περιοχής, αφού ο Λόγκος ήταν ο πρώτος βασιλιάς, αλλά και το πρώτο όνομα της πόλης της Φλώρινας, ενώ οι Λυγκιστές ήταν ιστορικό φύλο των αρχαίων Μακεδόνων. Και τα δύο είδη εξαφανίστηκαν από την περιοχή κατά τον εικοστό αιώνα. Ένα ακόμα είδος που εξαφανίστηκε είναι ο θαλασσαετός (Haliaetus albicila) , ο οποίος αναφέρεται μέχρι πρόσφατα ως κάτοικος τόσο στις Πρέσπες, όσο και στις λίμνες Ζάζαρη και Χειμαδίτιδα.
Υδρολογία της περιοχής
Εκτός όμως από το έδαφος, η υγρασία και γενικότερα η παρουσία του νερού καθορίζει και τη βλάστηση. Το νερό κάνει έντονα αισθητή την παρουσία του και υπάρχει είτε ως επιφανειακό, κυρίως με την ύπαρξη των έξι λιμνών και των ποταμών με τους χείμαρρους τους, είτε ως υπόγειο, εγκλωβισμένο ανάμεσα στις διάφορες μορφές πετρωμάτων. Τα υπόγεια υδροφόρα αποθέματα φαίνεται να είναι περισσότερα στη λεκάνη Αμυνταίου, ενώ στη λεκάνη της Φλώρινας συγκεντρώνονται περισσότερο προς το μέσο και βόρειο τμήμα της. Ο υδροφόρος ορίζοντας, όπως και τα ποτάμια και οι λίμνες της περιοχής, ενισχύονται από τις σημαντικές βροχοπτώσεις, αλλά και τα πολλά χιόνια, κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Αυτή η σημαντική παρουσία του νερού, με τις διάφορες μορφές του, αποτελεί και τον σημαντικότερο παράγοντα, σε συνδυασμό με το γεωλογικό υπόβαθρο, για την ανάπτυξη της βλάστησης στην ευρύτερη περιοχή. Το καλοκαίρι, όπως είναι φυσικό, οι περισσότεροι χείμαρροι στερεύουν και τα ποτάμια έχουν την ελάχιστη ροή νερού. Τέλος, χαρακτηριστικά για την υδρολογία της περιοχής, είναι τα ιαματικά νερά του Λιμνοχωρίου και τα όξινα νερά σε ορισμένα σημεία, όπως στις κοινότητες Ιτιάς, Παπαγιάννη και Ξινού Νερού.
Το κλίμα
Το κλίμα επηρεάζεται από τη γεωγραφική και υψομετρική θέση της περιοχής, σε συνδυασμό με τους μεγάλους ορεινούς όγκους και την παρουσία των λιμνών στις Πρέσπες και στην περιοχή του Αμυνταίου. Το κλίμα είναι καθαρά ηπειρωτικό, με ψυχρούς χειμώνες, πολλές βροχοπτώσεις και χιονοπτώσεις και μέση ετήσια θερμοκρασία 11,5°0. αν και υπάρχει αισθητή διαφορά μεταξύ των τριών υψιπέδων. Η παρουσία των λιμνών επηρεάζει θετικά το μικροκλίμα των γειτονικών τους περιοχών, προσφέροντας ηπιότερες συνθήκες κατά τη διάρκεια του χειμώνα, αν και κατά μεγάλες περιόδους ολικού παγετού οι μικρότερες λίμνες παγώνουν.
Υγροβιότοποι της, Φλώρινας
Ως υγροβιότοποι, σύμφωνα με τον ευρύτερα αποδεκτό ορισμό της Σύμβασης Ραμσάρ, της διεθνούς «Σύμβασης για τους Υγροτόπους Διεθνούς Σημασίας ως Ενδιαιτήματος για Υδρόβια Πουλιά», θεωρούνται «φυσικές ή τεχνητές περιοχές αποτελούμενες από έλη γενικώς, από μη αποκλειστικώς ομβροδίαιτα έλη με τυρφώδες υπόστρωμα, από τυρφώδεις γαίες, ή από νερό. Οι περιοχές αυτές είναι μονίμως ή προσωρινώς κατακλυζόμενες με νερό, το οποίο είναι στάσιμο ή ρέον, γλυκό, υφάλμυρο ή αλμυρό. Οι περιοχές αυτές, επίσης, περιλαμβάνουν και εκείνες που καλύπτονται με θαλασσινό νερό, το βάθος των οποίων, κατά την αμπώτιδα, δεν υπερβαίνει τα έξι μέτρα». Περιλαμβάνουν δηλαδή μία μεγάλη ποικιλία βιοτόπων, όπως λίμνες, βάλτους, ποτάμια, έλη, λιμνοθάλασσες κτλ. Χαρακτηρίζονται από αυξημένη παραγωγικότητα και μεγάλο δείκτη βιοποικιλότητας, αποτελούν δηλαδή βιότοπο για ένα μεγάλο αριθμό ειδών φυτών και ζώων, ενώ φιλοξενούν εδώ και χιλιάδες χρόνια τον άνθρωπο, προσφέροντας του ευνοϊκό περιβάλλον διαβίωσης.
Οι σημαντικότεροι υγροβιότοποι του νομού της Φλώρινας είναι οι έξι λίμνες της, η Μικρή και Μεγάλη Πρέσπα, η Ζάζαρη, η Χειμαδίτιδα, η λίμνη των Πετρών και η Βεγορίτιδα. Συνήθως, αναφέρονται ανά δύο, λόγω άμεσης σχέσης που υπάρχει μεταξύ τους. Τα ποτάμια του νομού θα αναφερθούν στα αγροτικά οικοσυστήματα, αφού καθορίζουν ως ένα βαθμό τα χαρακτηριστικά τους.
Οι Πρέσπες
Με την ονομασία Πρέσπες αναφέρεται το βορειοδυτικότερο υψίπεδο της ελληνικής επικράτειας, το οποίο απομονώνεται από τον υπόλοιπο νομό της Φλώρινας, από το Βαρνούντα ανατολικά και το Τρικλάριο (Σφήκα) νότια. Βόρεια, δεν υπάρχει φυσικό σύνορο, παρά μόνο αυτό που χωρίζει πολιτικά τη Μεγάλη Πρέσπα στα τρία γειτονικά κράτη: Ελλάδα, Αλβανία και Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Ως οικοσύστημα περιλαμβάνει κατ' επέκταση και περιοχές που ανήκουν στις γειτονικές χώρες. Δυτικά, φυσικό σύνορο αποτελούν τα μικρότερα όρη Ντέβας και Βροντερό (Τσουτσούλι). Η είσοδος στην περιοχή γίνεται από ένα μικρό αυχένα, νοτιοανατολικά της λεκάνης, το Περβάλι και, πραγματικά, η πρώτη αίσθηση που δημιουργείται στον επισκέπτη είναι πως εισέρχεται «... στη λίμνη την αξέχαστη με τα δασά λιβάδια, με τα μεγάλα τα βουνά τα λογγωμένα γύρω...» όπως την περιγράφει ο ποιητής Κωστής Παλαμάς.
Οι Πρέσπες, μαζί με την αποξηραμένη λίμνη Μαλίκ στην Αλβανία και την Αχρίδα, στην περιοχή της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, αποτελούσαν κατά την κλασική αρχαιότητα το σύμπλεγμα των λιμνών της Δασσαρητικής λεκάνης. Στις νεότερες εποχές η λίμνη Μικρή Πρέσπα ονομαζόταν και Βρυγηίς. Το όνομα αυτό δεν είναι τυχαίο, αφού είναι γνωστό ότι στην περιοχή αυτή κατοικούσαν οι αρχαίοι Φρύγες (Βρύγες κατά την αρχαία μακεδόνικη προφορά).
Η Μικρή Πρέσπα απομονώθηκε από την ενιαία κάποτε Πρέσπα, με τη σταδιακή απόθεση φερτών υλικών από τον χείμαρρο του Αγίου Γερμανού και τη δημιουργία μίας στενής λωρίδας γης μεταξύ των δύο Πρεσπών. Μετά την εκτροπή του, κατά την περίοδο 1936-1945, ο χείμαρρος αυτός εκβάλλει πλέον στη Μεγάλη Πρέσπα. Η Μικρή Πρέσπα βρίσκεται σε υψόμετρο 853,5 μέτρων, κατά 10 περίπου μέτρα ψηλότερα από τη Μεγάλη Πρέσπα. Γι' αυτό και τα νερά της χύνονται στη Μεγάλη Πρέσπα μέσω ενός σύντομου ποταμού στη θέση «Κούλα». Είναι μία μακρόστενη, μεσοτροφική λίμνη, με το μέγιστο μήκος της να φθάνει τα 13,6 χιλιόμετρα και το νοτιότερο άκρο της να καταλήγει στην Αλβανία. Η επιφάνεια της είναι 47,35 τετραγωνικά χιλιόμετρα, από τα οποία τα 43,5 είναι στην Ελλάδα και τα υπόλοιπα στην Αλβανία. Το βαθύτερο σημείο της είναι 8,4 μέτρα, ενώ το μέσο βάθος της είναι 4,1 μέτρα.
Η Μεγάλη Πρέσπα είναι ολιγοτροφική λίμνη, έχει συνολική επιφάνεια 272 τετραγωνικά χιλιόμετρα, από τα οποία τα 37-39 είναι στην Ελλάδα. Το μέγιστο μήκος της είναι 26,9 χιλιόμετρα και το μέγιστο βάθος της 50 μέτρα. Τα νερά της επικοινωνούν υπόγεια με τη λίμνη Αχρίδα, η οποία βρίσκεται 160 μέτρα χαμηλότερα και από εκεί καταλήγουν στην Αδριατική θάλασσα μέσω του ποταμού Δρίνου. Η στάθμη της έχει πέσει σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Η πτώση αυτή έχει αποτυπωθεί χαρακτηριστικά με μία ανοιχτόχρωμη ζώνη στα απότομα βράχια της λίμνης.
Από πολύ νωρίς αναγνωρίστηκε η μοναδικότητα και η σπουδαιότητα των Πρεσπών ως ενδιαίτημα σημαντικών ειδών οργανισμών, κυρίως πτηνών. Η Ελληνική Πολιτεία, αναγνωρίζοντας τις φυσικές αξίες της περιοχής, ανακήρυξε την περιοχή Εθνικό Δρυμό, το 1974. Πρόκειται για τον μεγαλύτερο εθνικό δρυμό στην Ελλάδα, με έκταση 250 τετραγωνικά χιλιόμετρα, από τα οποία η ζώνη απόλυτης προστασίας, ο πυρήνας, καταλαμβάνει 49,3 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Το στοιχείο βέβαια που ξεχωρίζει τις Πρέσπες από τους υπόλοιπους εθνικούς δρυμούς δεν είναι το μέγεθος, δεν είναι ποσοτικό αλλά ποιοτικό. Είναι η μεγάλη ποικιλομορφία σε φυσικές διαπλάσεις και τύπους ενδιαιτημάτων. Από το επίπεδο του νερού των λιμνών, όπου φωλιάζουν οι Πελεκάνοι, μέχρι τις βουνοκορφές των βουνών που περιβάλλουν τις Πρέσπες και βρίσκει κρησφύγετο ο χρυσαετός (Aquiila chrysaetos), συναντά κανείς μία σειρά από διαφορετικούς βιότοπους, καλαμιώνες, υγρολίβαδα, αγροτικές εκτάσεις, δασικές διαπλάσεις, υποαλπικά και αλπικά λιβάδια.
Αυτή ακριβώς η ποικιλία των βιοτόπων απεικονίζεται επίσης και στον μεγάλο αριθμό διαφορετικών μορφών ζωής, τόσο των φυτικών ειδών, που αποτελούν την χλωρίδα της περιοχής, όσο και των ζώων που συνθέτουν την πανίδα της. Από τα 6.000 είδη φυτών της ελληνικής χλωρίδας, στις Πρέσπες απαντούν περίπου 1.400 είδη (σχεδόν το 25%). Απ'αυτά κάποια έχουν εξέχουσα σημασία. Η κενταύρια της Πρέσπας (Centaura prespana) είναι ενδημικό είδος, δεν υπάρχει δηλαδή πουθενά αλλού στον κόσμο, παρά μόνο σ'αυτήν την περιοχή. Το παράσιτο Phelypaea prespana φύεται μόνο σε δύο σημεία των Βαλκανίων, το ένα είναι η Πρέσπα. Τα βουνοκυπάρισσα ή κέδρα, ή άρκευθοι, συνήθως φύονται με θαμνώδη μορφή. Στις Πρέσπες και κυρίως στο ψηλότερο σημείο του δρόμου που ενώνει την Κούλα με τους Ψαράδες, γύρω από το εξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου, τα δύο είδη αυτών των φυτών (Juniperus foetidissima και Juniperus excelsa) υπάρχουν με την ιδιαίτερα σπάνια για την Ευρώπη μορφή υπεραιωνόβιων δένδρων. Η περιοχή, γι' αυτόν τον λόγο, ανήκει πλέον στον πυρήνα του εθνικού δρυμού. Εκτός, όμως, από αυτά τα είδη, δεν είναι λίγα εκείνα που προσδίδουν ιδιαίτερη ομορφιά στο τοπίο και αναδεικνύουν την εικόνα των Πρεσπών, όπως τα επιφανειακά νούφαρα και τα νεροκάστανα στη Μικρή Πρέσπα, οι καλαμιώνες, οι ίριδες των βάλτων, οι βελανιδιές, οι οξιές και τα μακεδονίτικα έλατα ακόμα ψηλότερα.
Στην πανίδα της περιοχής εξέχουσα θέση καταλαμβάνουν τα πουλιά, με τους πελεκάνους να αποτελούν σύμβολα του δρυμού. Στην Ελλάδα ο αριθμός των πουλιών που έχουν παρατηρηθεί ξεπερνά τα 420 είδη. Απ'αυτά περίπου τα 260 μπορεί να τα συναντήσει κανείς στις Πρέσπες. Τα 140 περίπου είδη φωλιάζουν στην περιοχή, ενώ τα υπόλοιπα, είτε διαχειμάζουν, είτε επισκέπτονται την περιοχή κατά τη μετανάστευση.
Από τα επτά είδη πελεκάνων που υπάρχουν στον κόσμο, ο αργυροπελεκάνος (Pelecanus crispus) και ο ροδοπελεκάνος (Pelecanus onocrotalus) είναι τα δύο είδη που ενδημούν στην Ευρώπη. Αναπαράγονται στην περιοχή σε κοινές αποικίες αναπαραγωγής, αλλά με ξεχωριστές ομάδες φωλιών. Ο αργυροπελεκάνος είναι λίγο μεγαλύτερος σε μέγεθος, αλλά σπανιότερος, αφού ο συνολικός αριθμός των ζευγαριών του δεν ξεπερνά τα 1300 σε παγκόσμιο επίπεδο. Θεωρείται παγκόσμια απειλούμενο είδος. Στις Πρέσπες αναπαράγεται ένας από τους μεγαλύτερους πληθυσμούς, με έναν αριθμό ζευγαριών που κυμαίνεται μεταξύ 110-400. Συχνά οι πελεκάνοι χρησιμοποιούν γειτονικές λίμνες (Ζάζαρη, Χειμαδίτιδα, λίμνη Καστοριάς) ή ακόμα και τη λίμνη Κερκίνη για την καθημερινή αναζήτηση της τροφής τους. Η τροφή, θα πρέπει να σημειωθεί, είναι κυρίως τσιρόνια και πλατίκες, είδη για τα οποία δεν ανταγωνίζονται τους ψαράδες, αφού δεν έχουν εμπορική αξία.
Από τους υπόλοιπους αντιπροσώπους των πτηνών, σημαντική είναι η παρουσία και ενός ακόμα παγκόσμια απειλούμενου είδους, της λαγγόνας (Phalacrocorax pygmaeus). Από τα διάφορα είδη ερωδιών, ο αργυροτσικνιάς (Egretta alpa) έχει στην περιοχή τον μεγαλύτερο αναπαραγόμενο πληθυσμό στην Ελλάδα (6-25 από τα 30 περίπου ζευγάρια). Η περιοχή αποτελεί ακόμα ένα από τα νοτιότερα σημεία αναπαραγωγής ενός «βόρειου» είδους, του χηνοπρίστη (Mergus mergasner).
Εκτός όμως από τα πουλιά, στον Εθνικό Δρυμό Πρεσπών φιλοξενούνται και άλλες ομάδες ζώων. Υπάρχουν γύρω στα 45 είδη θηλαστικών, από τα οποία 8 είναι νυχτερίδες, ενώ από τα ερπετά έχουν παρατηρηθεί 21 είδη, από τα οποία δύο είναι χελώνες, 9 είναι σαύρες και 10 είναι φίδια. Από τα αμφίβια έχουν παρατηρηθεί 11 είδη.
Σημαντικό ρόλο στο οικοσύστημα των λιμνών παίζει επίσης και η μοναδική ιχθυοπανίδα με 20 είδη και δύο υβρίδια. Από αυτά, τα 11 είναι αυτόχθονα, ενώ τα υπόλοιπα έχουν εισαχθεί. Η μπράνα των Πρεσπών (Barbus prespensis) είναι ενδημικό είδος ψαριού και θεωρείται ως «κινδυνεύον» είδος στο Κόκκινο Βιβλίο των απειλούμενων σπονδυλοζώων της Ελλάδας. Επίσης, ενδημικά θεωρούνται άλλα τρία είδη, το σκουμπούζι (Chondrostoma prespensis), το τσιρόνι (Chalcalburnus belvica), η βρυγοβελονίτσα (Cobitis meridionalis) και τέσσερα υποείδη των λιμνών, η πέστροφα του Αγίου Γερμα-νού (Salmo trutta peristericus), η πλατίκα (Rutilus ohridanus prespensis), το τσιρονάκι (Alburnoides bipunctatus ohridanus) και η τσίμα (Paraphoxinus epiroticus prespensis).
Οι λίμνες Ζάζαρη και Χειμαδίτιδα
Αν και είναι δύο ξεχωριστές λίμνες με διαφορετικά χαρακτηριστικά, σχεδόν πάντα αναφέρονται μαζί, ίσως γιατί διαμορφώνουν μία ενιαία περιοχή και οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους είναι εμφανείς. Η λίμνη Ζάζαρη, μία από τις ομορφότερες λίμνες της Ελλάδας, σε υψόμετρο 602 μέτρα, έχει εμβαδόν περίπου 2 τετραγωνικά χιλιόμετρα και μέγιστο μήκος 2 χιλιόμετρα. Τροφοδοτείται από το ποτάμι του Σκλήθρου, αλλά και από υπόγειες πηγές, ενώ στη συνέχεια τροφοδοτεί με τη σειρά της την Χειμαδίτιδα. Το μέγιστο βάθος αυτής της μεσοτροφικής λίμνης είναι 3 μέτρα και το μέσο βάθος 1,5 μέτρα.
Η λίμνη Χειμαδίτιδα είναι μεγαλύτερη, με έκταση 10,8 τετραγωνικά χιλιόμετρα και μέγιστο μήκος 6,3 χιλιόμετρα. Είναι ρηχότερη, με το μέσο βάθος της να μην ξεπερνά το ένα μέτρο και το μέγιστο τα 2,5 μέτρα. Βρίσκεται 9 μέτρα χαμηλότερα από τη Ζάζαρη με υψόμετρο μέσης στάθμης 593 μέτρα. Πρόκειται για λίμνη με έντονο ευτροφισμό, ο οποίος είναι εμφανής από την πολύ μεγάλη έκταση απροσπέλαστων καλαμιώνων, οι οποίοι όμως αποτελούν σημαντικό βιότοπο για την αναπαραγωγή, διαχείμαση και γενικότερη διαβίωση σημαντικών οργανισμών. Η σημερινή λίμνη αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης παλαιότερα λίμνης, ένα σημαντικό μέρος της οποίας αποστραγγίστηκε μεταπολεμικά και μετατράπηκε σε καλλιεργούμενες εκτάσεις.
Οι δύο λίμνες, και κυρίως η Χειμαδίτιδα, έδιναν στο παρελθόν και συνεχίζουν ακόμα να προσφέρουν στα κοπάδια των κτηνοτρόφων πιο ήπιες συνθήκες διαβίωσης κατά τη διάρκεια του δριμύτατου χειμώνα της ευρύτερης περιοχής, αλλά και πιο απομακρυσμένων διαμερισμάτων. Τα χειμαδιά, άλλωστε, χάρισαν ως αντάλλαγμα το όνομα στη μία από τις λίμνες. Πλούσια κάποτε σε ζωή τα τέσσερα χειμαδιά, ένα σε κάθε μυχό του ημιορεινού όγκου δίπλα από την Χειμαδίτιδα, και ακόμη ένα-δύο στη Ζάζαρη, απομένουν πλέον ως ερείπια. Μετά τις αλλαγές στον τρόπο εκτροφής των αιγοπροβάτων και βοοειδών, τα τελευταία χρόνια, σε πείσμα των καιρών, λίγα μόλις κοπάδια κτηνοτρόφων εξακολουθούν να βόσκουν στη γύρω περιοχή και να θυμίζουν αμυδρά το παρελθόν.Στο σύμπλεγμα των δύο λιμνών έχουν καταγραφεί σημαντικά είδη φυτών (150 είδη) και κυρίως ζώων/Εχουν παρατηρηθεί 141 είδη πουλιών, από τα οποία τα 100 είναι ιδιαίτερα σημαντικά. Αξίζει όμως να αναφερθεί πως στη Χειμαδίτιδα αναπαράγεται, με τον μεγαλύτερο πληθυσμό στην Ελλάδα, η βαλτόπαπια (Aythya nyroca), με 60 ζευγάρια, η οποία είναι παγκόσμια απειλούμενο είδος. Ακόμη, στις δύο λίμνες φιλοξενούνται 12 είδη θηλαστικών, 7 είδη ερπετών, 7 είδη αμφιβίων και 8 είδη ψαριών.

(Αριστερά:Η Ζάζαρη, είναι μία από τις ομορφότερες λίμνες στην Ελλάδα που προσφέρεται για δραστηριότητες αναψυχής)

(Η λίμνη Χειμαδίτιδα προσφέρει στο άμεσο περιβάλλον της χειμερινό καταφύγιο για τα ποίμνια. Στο βάθος διακρίνεται ένα από τα λίγα χειμαδιά που συνεχίζουν να λειτουργούν)
Οι λίμνες Πετρών και Βεγορίτιδας
Στα όρια των νοτιοδυτικών απολήξεων του Βόρα με τα χαμηλότερα βορειοανατολικά σημεία της λεκάνης του Αμυνταίου έχουν σχηματισθεί οι λίμνες Πετρών και Βεγορίτιδας, σαν συνέχεια της υδρολογικής λεκάνης της Εορδαίας. Η λίμνη Πετρών είναι πολύ μικρότερη, δέχεται τα νερά από τη λίμνη Χειμαδίτιδα και τροφοδοτεί με τη σειρά της τη Βεγορίτιδα. Είναι μία μεσοτροφική λίμνη και η μέση στάθμη της βρίσκεται σε υψόμετρο 572 μέτρων. Η επιφάνεια της έχει έκταση 8 τετραγωνικά χιλιόμετρα, μέγιστο μήκος 6 χιλιόμετρα, μέσο βάθος ένα μέτρο, ενώ το μέγιστο βάθος της δεν ξεπερνά τα 3 μέτρα.
Η λίμνη Βεγορίτιδα είναι μία από τις βαθύτερες λίμνες της Ελλάδας. Η περιγραφή της με τα τυπικά χαρακτηριστικά μίας λίμνης είναι ιδιαίτερα δύσκολη, αφού το μέγεθος της μεταβάλλεται συνέχεια, με τα νερά της να υποχωρούν γοργά τα τελευταία χρόνια, κυρίως λόγω της υπερβολικής άντλησης για τις ανάγκες του υδροηλεκτρικού σταθμού Άγρα, του ατμοηλεκτρικού σταθμού Αμυνταίου-Φιλώτα και της άρδευσης των γειτονικών γεωργικών εκτάσεων. Το 1900 η στάθμη βρισκόταν σε υψόμετρο περίπου 525 μέτρων και το 1956 είχε φθάσει, μετά από μία αυξητική γενικά πορεία, αλλά και σημαντικές αυξομειώσεις, τα 543 μέτρα, που αποτελούν τη μέγιστη στάθμη που έχει παρατηρηθεί στον εικοστό αιώνα. Στη συνέχεια εμφανίστηκε μία πτωτική τάση. η οποία ανακόπηκε κατά περιόδους. Τα τελευταία χρόνια (1996, 1997) εμφανίζεται μία τάση μείωσης του ρυθμού πτώσης της στάθμης της λίμνης ή σταθεροποίησης σε υψόμετρο 510 μέτρων περίπου/Ετσι, θεωρώντας τη στάθμη σε υψόμετρο 513 μέτρων, το μέγιστο βάθος της μπορεί να φθάνει τα 70 μέτρα, το μέγιστο μήκος 15,5 χιλιόμετρα και το μέγιστο πλάτος 6,5 χιλιόμετρα, ενώ η επιφάνεια της έχει έκταση 59 τετραγωνικά χιλιόμετρα.
Αν και οι λίμνες αυτές και ιδιαίτερα η λίμνη Πετρών θεωρούνται σημαντικά υποβαθμισμένες, εν τούτοις παρουσιάζουν μία σημαντική ποικιλία οργανισμών και ιδιαίτερα πτηνών. Στη λίμνη Πετρών έχουν παρατηρηθεί περισσότερα από 90 είδη πουλιών, ενώ στο σύμπλεγμα των δύο λιμνών, περισσότερα από 130, πολλά από τα οποία είναι απειλούμενα. Μάλιστα, στη λίμνη των Πετρών, αναπαράγονται σπάνια είδη, όπως η λαγγόνα (Phalacrocorax pygmaeus), η οποία έχει δημιουργήσει στην περιοχή μία δεύτερη αποικία στον νομό της Φλώρινας, μετά από αυτή των Πρεσπών που ήδη αναφέρθηκε. Αυτές είναι οι δύο από τις τρεις αποικίες του είδους στην Ελλάδα, τις μοναδικές στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Από τα θηλαστικά εξέχουσα σημασία έχει η παρουσία της βίδρας (Lutra lutra), γιατί θεωρείται πολύ καλός δείκτης καθαρότητας των νερών στα οποία ζει. άρα οι ελπίδες για διατήρηση των υγροβιότοπων αυτών σε ικανοποιητικό επίπεδο συνεχίζουν να υπάρχουν. Μοναδική είναι, τέλος, και η παρουσία ενός ψαριού στη Βεγορίτιδα, του κορήγωνου (Coregonus lavaretus).
Ορεινά οικοσυστήματα
Βαρνούντας
Ο Βαρνούντας (ή Περιστέρι) αποτελεί το φυσικό όριο μεταξύ της λεκάνης της Φλώρινας και των Πρεσπών και εκτείνεται από την περιοχή της πόλης της Φλώρινας, βόρεια μέχρι και πέρα από τα σύνορα με την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Δυτικά, τροφοδοτεί τον χείμαρρο του Αγίου Γερμανού, ο οποίος εκβάλλει στις Πρέσπες. Νοτιοδυτικά, φιλοξενεί τις πηγές του Λαδοπόταμου, ο οποίος ξεκινά από τις ρεματιές της περιοχής Πισοδερίου και διασχίζοντας τα Κορέστια σχηματίζει έναν από τους σημαντικότερους παραποτάμους του Αλιάκμονα. Νότια, τροφοδοτεί τις πηγές του ποταμού της πόλης της Φλώρινας, του Σακουλέβα, ο οποίος κατά κάποιο τρόπο αποτελεί και ένα σημείο οριοθέτησης με τις βόρειες πλαγιές του Βέρνου. Ένα ακόμα πραγματικά οριακό σημείο μεταξύ των δύο ορεινών όγκων είναι η Βίγλα, όπου υπάρχουν οι εγκαταστάσεις του ομώνυμου χιονοδρομικού κέντρου. Στις ανατολικές πλαγιές πηγάζει ο χείμαρρος του Ακρίτα, ο οποίος ενώνεται χαμηλότερα με τον Εριγώνα ποταμό. Η κορυφή του, το Περιστέρι, αγγίζει τα 2.334 μέτρα. Χαρα-κτηρίζεται από διάφορους τύπους ενδιαιτημάτων με πάρα πολλά σπάνια και σημαντικά είδη χλωρίδας, από τις χαμηλές περιοχές με δάση βελανιδιάς μέχρι την ανωδασική ζώνη με τα υποαλπικά και αλπικά λιβάδια. Στις ανατολικές πλαγιές υπάρχουν πυκνά δάση οξιάς και καστανιάς σε ορισμένα σημεία, ενώ δυτικά στις πλαγιές της περιοχής Πρεσπών η ελάτη δημιουργεί μεικτά δάση με την οξιά. Η σημύδα (Betula pendula), φυλλοβόλο δένδρο κοινό στις βορειότερες χώρες, εδώ εμφανίζει αμυδρά ένα από τα λίγα σημεία της νοτιότερης εξάπλωσης της (βόρεια Ελλάδα). Ο Βαρνούντας, πραγματικά, αποτελεί ένα από τα τελευταία καταφύγια της άγριας ζωής στην Ελλάδα. Μάλιστα, εκτός από τους τυπικούς αντιπροσώπους της πανίδας του, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η παρουσία του αγριόγιδου (Rupricapra rupricapra), αλλά και η νοτιότερη παρουσία στην Ευρώπη δύο ειδών ερπετών, του αστρίτη (οχιά) των βουνών (Vipera berus) και της αμμόσαυρας (Lacerta agilis).
Βέρνον
Το Βέρνον (ή Βίτσι) αποτελεί κατά κάποιο τρόπο συνέχεια του Βαρνούντα και φυσικό σύνορο των νομών Φλώρινας και Καστοριάς. Νότια, καταλήγει σε δύο κλάδους, ο ένας συνεχίζει τον διαχωρισμό των δύο νομών μέχρι τον αυχένα της Κλεισούρας, ενώ ο δεύτερος κατευθύνεται νοτιο-ανατολικά, με χαμηλές παρυφές, όπως το Ραδόσι, που σχηματίζουν τη διάβαση του Κλειδιού, σημείο όπου καταλήγουν και οι νοτιοδυτικές απολήξεις του Βόρα. Ψηλότερη κορυφή του είναι το Βίτσι, με ύψος 2.128 μέτρα. Η ονομασία Βίτσι συχνά αναφέρεται όχι μόνο για την κορυφή, αλλά για όλο τον ορεινό όγκο, κάτι που συμβαίνει και στην περίπτωση του Βαρνούντα με το Περιστέρι. Στο Βέρνον, λοιπόν, στις δασωμένες με πυκνά δάση οξιάς βόρειες πλαγιές του, στον Πολυπόταμο, στη Δροσοπηγή, στην Υδρούσα και στο Φλάμπουρο, συναντά κανείς τις γεννήτορες πηγές του Εριγώνα ποταμού. Το νότιο Βέρνον τροφοδοτεί τις λίμνες του Αμυνταίου, ενώ οι δυτικές πλαγιές του ανή-κουν στη λεκάνη απορροής της λίμνης της Καστοριάς. Από τους πρόποδες του βουνού μέχρι και τα 1.000 μέτρα κυριαρχούν οι διαπλάσεις δρυός, ενώ από το σημείο αυτό και μέχρι τα ανώτερα δασοόρια με τα αλπικά λιβάδια κυριαρχεί η οξιά με πολύ πυκνά και αδιαπέραστα δάση. Η περιοχή, κυρίως επάνω από το όριο βελανιδιάς-οξιάς, χαρακτηρίζεται από την παρουσία περισσότερων από 40 σημαντικών φυτικών ομάδων αλλά και μίας πλούσιας πανίδας.
Βόρας
Ο Βόρας (Κάίμακτσαλάν) είναι το τρίτο ψηλότερο βουνό της Ελλάδας, μετά τον Όλυμπο και τον Σμόλικα, με την κορυφή του να φθάνει τα 2.524 μέτρα. Αποτελεί το φυσικό σύνορο των νομών Φλώρινας και Πέλλας, ενώ οι χαμηλές νοτιο-δυτικές του πλαγιές, όπως έχει αναφερθεί, διαχωρίζουν τη λεκάνη της Φλώρινας από εκείνην του Αμυνταίου. Αν και η πρώτη εικόνα του βουνού από τη μεριά της Φλώρινας δείχνει έναν ξερό και άγονο όγκο, αντίθετα, το σύνολο του βουνού παρου-σιάζει πάρα πολύ μεγάλη και μοναδική ποικιλία οικοτόπων, με εκτεταμένες περιοχές από συνεχόμενα δάση με μεγάλη ποικιλία δένδρων (βελα-νιδιές, οξιές, καστανιές, έλατα, πεύκα), βαθιές κοιλάδες, χαράδρες και βοσκότοπους. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την παρουσία πάρα πολλών σημαντικών ειδών, τόσο χλωρίδας, με πάνω από 150 ομάδες φυτών, όσο και πανίδας. Χαρακτηριστικό της περιοχής είναι τα απομεινάρια δάσους του πεύκου Ρinus peuce, όπως και της βελανιδιάς Quercus trojana. Η βελανιδιά αυτή, μάλιστα, βρίσκεται κυρίως στις δυτικές πλαγιές του νομού Φλώρινας, όπου σχηματίζει πιο εκτεταμένα δάση. Υπάρχουν αρκετά σημαντικοί αντιπρόσωποι της πανίδας, ενδημούν όμως και είδη που δεν απαντώνται στους άλλους δύο ορεινούς όγκους του νομού, όπως η χερσαία χελώνα Testudo graeca από τα ερπετά και αρκετά είδη πουλιών από τα τουλάχιστον 130 που έχουν παρατηρηθεί, όπως ο βασιλαετός (Aquila heliaca), ο γυπαετός (Gypaetus barbatus) και ο χιονόστρουθος (Montifringilla nivalis). Ιδιαίτερη σημασία έχει η περιοχή για τα αρπακτικά, καθώς έχουν παρατηρηθεί 23 είδη από τα οποία 13 φωλιάζουν, αλλά και για τους δρυοκολάπτες που αντιπροσωπεύονται εδώ με 9 είδη.
Μανιτάρια και ορχιδέες των βουνών της Φλώρινας
Η μοναδικότητα του φυσικού περιβάλλοντος της Φλώρινας, εκτός από την παρουσία εκατοντάδων ειδών, φαίνεται και από δύο συγκεκριμένες ομάδες οργανισμών. Η πρώτη ανήκει στο βασίλειο των μυκήτων και είναι τα μανιτάρια, ενώ η δεύτερη στο βασίλειο των φυτών και είναι οι ορχιδέες.
Τα μανιτάρια συγκροτούν μία συγκεκριμένη ομάδα μυκήτων και είναι από τους πιο σημαντικούς οργανισμούς στα οικοσυστήματα. 0 ρόλος τους είναι η αποσύνθεση των οργανικών ενώσεων και η απελευθέρωση ανόργανων στοιχείων, έτσι ώστε να είναι δυνατή η απορρόφηση τους από τα φυτά. Για τον άνθρωπο τα μανιτάρια έχουν ιδιαίτερο φαρμακευτικό, ερευνητικό και, τα εδώδιμα, γαστρονομικό ενδιαφέρον. Στην περιοχή της Φλώρινας η ποικιλία των μανιταριών είναι μία από τις σπουδαιότερες της Ελλάδας, με σπάνι-ους αντιπροσώπους, όπως το γανόδερμα (Ganoderma lucidum), οι τρομπέτες της αφθονίας (Craterellus cornicopioides), οι οποίες αποτελούν φάρμακο για διαβητικούς και το αυτί του Ιούδα (Auricularia auricula-judae). Οι ορχιδέες είναι από τις πιο εξελιγμένες ομάδες φυτών. Λόγω της κατασκευής του άνθους τους και της περίπλοκης εξέλιξης τους, σε συμβίωση με σαπρόφυτα και μύκητες του εδάφους, όπως και της στενής σχέσης που έχουν με ειδικά έντομα για τη επικονίασή τους, αλλά και τα πολλά χρόνια που χρειάζονται τα φυτά μέχρι να ωριμάσουν και ν' ανθίσουν, παρουσιάζουν ένα ιδιαίτερο πρόβλημα και έχουν ανάγκη προστασίας. Με 130 είδη και υποείδη η Ελλάδα κατέχει την πρώτη θέση στην Ευρώπη, με το ένα τρίτο να είναι ενδημικά. Στη Φλώρινα φυτρώνουν γύρω στα 40! Ο κίνδυνος για τις ορχιδέες προέρχεται από το γεγονός πως ο κόσμος δεν τις γνωρίζει σαν ορχιδέες, αλλά σαν σαλέπια. Έτσι, όπως και για τα μανιτάρια, η υπερσυλλογή αποτελεί μεγάλη απειλή γι' αυτούς τους ιδιόμορφους και ιδιότροπους οργα-νισμούς. Η ανάγκη για ενημέρωση οδηγεί στην ειδική αναφορά.Η συλλογή αυτών των δύο προϊόντων της γης, ιδιαίτερα των μανιταριών, συχνά παίρνει μεγάλες διαστάσεις, αφού τόσο για τους σαλεπιτζήδες, όσο και για τους «αλιείς» μανιταριών απο-φέρει σημαντική ενίσχυση στο οικογενειακό τους εισόδημα. Τέλος, εκείνο που έχει ουσιαστική σημασία είναι πως η λύση για τις μεν ορχιδέες είναι η μετρίαση της συλλογής, αν όχι η ολοκληρωτική απαγόρευση, για δε τα μανιτάρια, απλά η αλλαγή του τρόπου συλλογής. Από τα μανιτάρια καταναλώνεται κυρίως το «στέλεχος», δηλαδή το εξέχον από το έδαφος τμήμα τους, που τυχαίνει να είναι και το αναπαραγωγικό όργανο τους. Η ρίζα αποτελεί το «μυκήλιο», είναι ο κύριος οργανισμός και συνήθως, αν όχι πάντα, πετιέται από τους καταναλωτές. Άρα, θα πρέπει, αντί να ξεριζώνεται όλο το μανιτάρι, να κόβεται από τη ρίζα και επάνω, έτσι ώστε το κύριο μέρος του οργανισμού να συνεχίζει τη δράση του.

(H Amanita muscaria είναι ένα από τα πάρα πολλά είδη μανιταριών που συναντά κάποιος στα βουνά της Φλώρινας)
Γεωργικά οικοσυστήματα
Το μεγαλύτερο τμήμα των πεδινών και ημιο-ρεινών εδαφών του νομού της Φλώρινας καταλαμβάνουν καλλιεργούμενες εκτάσεις. Οι εκτάσεις αυτές, σε συνδυασμό με τα ακαλλιέργητα τμήματα, τις χέρσες περιοχές και τα δίκτυα των μικρών και μεγάλων χειμάρρων, συγκροτούν τα γεωργικά οικοσυστήματα, στα οποία καθοριστικό χαρακτήρα δίνουν εδώ και εκατοντάδες χρόνια οι ανθρώπινες δραστηριότητες, αρχικά η γεωργία και η κτηνοτροφία και τελευταία η βιομηχανία.
Η ύπαρξη πεδινών και ημιορεινών περιοχών, καθώς και μικρών υψωμάτων και λόφων, οδηγεί εκ των πραγμάτων σε μία ποικιλία καλλιεργειών, ξερικών και ποτιστικών αλλά και σε εναλλαγή μικροενδιαιτημάτων, με αποτέλεσμα την αύξηση της βιοποικιλότητας στην περιοχή. Από την άλλη μεριά, ζωτικό ρόλο στη λειτουργία αυτών των οικοσυστημάτων παίζουν τα διάφορα ποτάμια συστήματα και στα δύο υψίπεδα Φλώρινας και Αμυνταίου. Στην περιοχή της Φλώρινας οι χείμαρροι της λεκάνης ενώνονται ο ένας μετά τον άλλο και δημιουργούν στην περιοχή του Μεσονησίου, όπου συναντιέται ο Σακουλέβας ποταμός με τους χείμαρρους του Τροπαιούχου, του Περάσματος και του Αμμοχωρίου, την αρχή, ουσιαστικά, του Εριγώνα ποταμού, παραπόταμου του Αξιού. Στη λεκάνη του Αμυνταίου δύο είναι οι κύριοι ποτάμιοι οδοί: ο Αμύντας ποταμός, ο οποίος ξεκινά ως χείμαρρος του Σκλήθρου, συνεχίζει μέσω των λιμνών Ζάζαρης και Χειμαδίτιδας και εκβάλλει στη λίμνη των Πετρών, και ο Εορδαίος ποταμός, ο οποίος συγκεντρώνει τα νερά της περιοχής Εορδαίας και εκβάλλει στη λίμνη Βεγορίτιδα. Σε όλο το μήκος αυτών των χειμάρρων και, κυρίως, στα όρια σύνδεσης των πεδινών με τις ορεινές εκτάσεις, ιδιαίτερη σημασία δίνει η παρουσία του δένδρου σκλήθρο (Alnus glutinosa), το οποίο ανήκει στα προστατευόμενα είδη των παραποτάμιων, αλουβιακών ζωνών. Η υλοτομία του απαγορεύεται αυστηρά. Στο δένδρο αυτό, μάλιστα, οφείλει και την ονομασία του το χωριό Σκλήθρο, στον δήμο Αετού.
Αποτέλεσμα, λοιπόν, αυτής της ποικιλίας μικρο-βιοτόπων είναι και μία σημαντική ποικιλία ειδών διαφόρων οργανισμών και κυρίως πτηνών. Ιδιαίτερη, όμως, αναφορά θα πρέπει να γίνει στην παρουσία δύο σημαντικών ειδών, στο κιρκινέζι (Falco naumanni) και τον λιβαδόκιρκο (Circus pygagrus). Το κιρκινέζι είναι ένα παγκόσμια απειλούμενο είδος και ο πληθυσμός του στον νομό φαίνεται να είναι αρκετά σημαντικός. Χαρακτηριστικό αυτού του, κυρίως, εντομοφάγου αρπακτικού είναι η προτίμηση των παλαιών σπιτιών, αποθηκών και αχυρώνων, ως κατάλληλων θέσεων για φώλιασμα. Η περιοχή της Φλώρινας φαίνεται να αποτελεί κομβικό σημείο συγκέντρωσης του είδους πριν την φθινοπωρινή μετανάστευση προς το νότο. Ο λιβαδόκιρκος είναι επίσης αρπακτικό πουλί, για το οποίο ο νομός της Φλώρινας είναι ένα από τα μοναδικά σημεία αναπαραγωγής του στη νότια Βαλκανική και ίσως το μοναδικό στην Ελλάδα.πού, ο μουστακάτος ή μπρέγκα (Βarbus meridionalis) σε χαμηλότερα σημεία των ποταμών, αλλά και στις λίμνες. Το τρίτο είδος είναι ο κοινός κέφαλος (Leuciscus cephalus macedonicus).
Τα αμφίβια που συνήθως ο κόσμος γνωρίζει, δεν είναι παρά ο κοινός νεροβάτραχος (Rana balcanica), ο πράσινος (Bufo viridis) και ο καφέ φρύνος (Bufo bufo) , που ανήκουν στα άνουρα αμφίβια και η σαλαμάντρα (Salamandra salamandra), που συγκαταλέγεται στα ουροδελή, αν και την τελευταία πολλοί τη θεωρούν, λαθεμένα, ερπετό. Υπάρχουν, όμως, και άλλα αξιοπρόσεχτα είδη, όπως ο δενδροβάτραχος (Hyla arborea), ο ευκίνητος βάτραχος (Rana dalmatica) και ο πηλοβάτης (Belobates syriacus), που συναντώνται κυρίως κοντά σε υγροτόπους, ενώ τα κρύα νερά των ορεινών ρυακιών φαίνεται να προτιμούν ο ελληνικός βάτραχος (Rana graeca), η μπομπίνα (Βombina variegata), αλλά και ο τρίτωνας (Triturus cristatus και Triturus vulgaris), με τον τελευταίο να είναι πιο κοινό είδος, ακόμα και στις λίμνες.
Τα ερπετά, από τα πιο παρεξηγημένα ζώα ίσως στον κόσμο, αντιπροσωπεύονται στη Φλώρινα με τρεις χαρακτηριστικές ομάδες: τις χελώνες, τις σαύρες και τα φίδια. Στις λίμνες, αλλά και σε ορισμένα σημεία των ποταμών, ζει η λαιμόστικτη νερο-χελώνα (Emys orbicularis), ενώ από τις δύο χερσαίες χελώνες, το είδος Testudo hermani έχει ευρεία κατανομή στον νομό σε πεδινές, ημιορεινές και ορεινές διαπλάσεις, ενώ η χελώνα Testudo graeca συναντιέ-ται μόνο στον Βόρα. Οι κοινές σαύρες, που απαντώνται σχεδόν παντού, είναι η πράσινη σαύρα ή γουστέρα (Lacerta viridis) και η τοιχόσαυρα (Podarcis muralis), ενώ σε όλους τους ορεινούς όγκους ζει η άποδη σαύρα (Anguis fragilis) και η σπανιότερη τρανόσαυρα (Lacerta trilineata). Στον Βαρνούντα, στο Βέρνον και δυτικότερα ζει η γαλαζόλαιμη σαύρα (Algyroides nigropunctatus), όπως και οι σαύρες Podarcis taurica και Podarcis erhardii. Αξιοπρόσεχτη, επιπλέον, είναι και η παρουσία του αβλέφαρου (Ablefarus kitaibeli) και της σαύρας Chalcides ocellatus, δύο ειδών με χαρακτηριστικά επίμηκες σώμα και δυσανάλογα πολύ μικρά και κοντά ποδιά. Πρόκειται για μια συγκεκριμένη οικογένεια σαυρών, που εξελικτικά «πλησιάζουν» τις άποδες σαύρες. Τα νερόφιδα και κυρίως το είδος Natrix natrix, η δεντρογαλιά ή σαπίτης (Malpollon monspessulanus), η οχιά αμμοδύτης (Vipera ammodytes) και οι λαφιάτες Elaphe situla (Παρδαλός λαφιάτης) και Elaphe quatuorlineata, φαίνεται να είναι τα πιο κοινά φίδια, που παρουσιάζουν ευρεία κατανομή στον νομό. Αντίθετα, ο λαφιάτης Elaphe longisisma, το αστραπόφιδο (Columber caspius) και οι σαϊτες Columber najadum και Columber jugularis απαντώνται κυρίως στα δυτικά τμήματα του νομού.
Η πανίδα του νομού
Στις μέχρι τώρα σύντομες περιγραφές των διαφόρων τύπων οικοσυστημάτων έγινε μία σύντομη αναφορά σε είδη σπονδυλοζώων, με πρωταρχική ή εξέχουσα σημασία για το κάθε οικοσύστημα ξεχωριστά. Υπάρχουν όμως και άλλα, εξίσου ιδιαίτερης αναφοράς, είδη, τα οποία ξεπερνούν τα όρια ενός μόνο ορεινού όγκου ή μίας λίμνης.
Έτσι, από την ιχθυοπανίδα θα πρέπει να αναφερθεί η παρουσία του γριβαδιού ή κυπρίνου (Cyprinus caprio) σε όλες τις λίμνες, είδος που παρουσιάζει και το μεγαλύτερο εμπορικό ενδιαφέρον, αλλά και της τούρνας (Essox lucius). στις τέσσερις λίμνες της λεκάνης του Αμυνταίου. Στα ποτάμια, που πηγάζουν τόσο από το Βέρνον, όσο και από τον Βαρνούντα και τον Βόρα, φιλοξενούνται τρία είδη, από τα οποία τα δύο είναι προστατευόμενα: η πέστροφα (Salmo trutta), κυρίως στους χείμαρρους Δροσοπηγής, Ακρίτα.
Ο νομός Φλώρινας φιλοξενεί επίσης και ένα μεγάλο αριθμό φτερωτών αντιπροσώπων. Ανάλογα με το πού βρίσκεται κανείς, σε μία πεδινή έκταση, στις όχθες μίας λίμνης ή σ'ένα ορειβατικό μονοπάτι και φυσικά σε ποια εποχή του χρόνου, θα συναντήσει και διαφορετικά είδη πουλιών. Έτσι, στις χαμηλές περιοχές συναντώνται είδη, όπως οι κορυδαλλοί, οι σουσουράδες, ο σταχτοπετροκλής (Oenanthe oenanthe), το ορτύκι (Coturnix coturnix), οι πέρδικες, οι ερωδιοί των λιμνών, όπως ο σταχτοτσικνιάς (Ardea cinerea) και πιο σπάνια ο λευκοτσικνιάς (Egretta garzetta), η χαλκοκουρούνα (Coracias garullus) στην περιοχή Αμυνταίου, οι κεφαλάδες, ο μελισσοφάγος (Merops apiaster),, ο λευκοπελαργός (Ciconia ciconia), το βραχοκιρκίνεζο (Falco tinnunculus) κ.ά. Στους υγροτόπους παρατηρείται μία διαφορετική ορνιθοπανίδα, όπως το σκουφοβουτηχτάρι (Podiceps cristatus), η φαλαρίδα (Fulica atra), διάφορα είδη ερωδιών, όπως ο πορφυροτσικνιάς (Ardea purpurea), ο νυχτοκόρακας (Nycticorax nycticorax), ο κρυπτοτσικνιάς (Ardeola ralloides), ο λευκοτσικνιάς (Egratta garzetta), ο μικροτσικνιάς (Ixobrychus minutus) και αρπακτικά, όπως ο καλαμόκιρκος (Circus aeruginosus). Στις ορεινές περιοχές η φυσιογνωμία των πουλιών αλλάζει, αφού εκεί τα αρπακτικά πουλιά έχουν ξεχωριστή θέση. Απ'αυτά μόνιμη παρουσία δίνουν ο χρυσαετός (Aquila chrysaetos), η αετογερακίνα (Buteo rufinus), η γερακίνα (Buteo buteo), ο φιδαετός (Circaetus gallicus), το διπλοσάινο (Accipiter brevipes), το ξεφτέρι (Accipiter nisus), ο ασπροπάρης (Neophron percnopterus), το βραχοκιρκίνεζο (Falco tinnunculus), ο μπούφος (Bubo bubo), ενώ σποραδικά εμφανίζονται ο κραυγαετός (Aquila pomarina), ο σταυραετός (Hieraaetus pennatus), το σαίνι (Accipiter brevipes), ο σφηκιάρης (Pernis apivorus). Τέλος, οι πεδινές εκτάσεις Φλώρινας και Αμυνταίου έχουν σημαντική αξία για τη χρήση τους ως μεταναστευτικών οδών για πολλά είδη πουλιών, όπως το μαυροκιρκίνεζο (Falco vespertinus), τον φιδαετό (Circaetus gallicus), τον μαυροπελαργό (Ciconia nigra) και πλήθος στρουθιόμορφων.Σε ό,τι αφορά τα θηλαστικά, ειδικά τα δάση των ορεινών όγκων, φιλοξενούν όλα τα είδη της τυπικής δασικής πανίδας, όπως τον μυωξό (Glis glis), την αγριόγατα (Felis sylvestris), τον ασβό (Meles meles), το ζαρκάδι (Capreolus capreolus), αλλά κυρίως δύο από τα σπανιότερα είδη στην Ευρώπη, τον λύκο (Canis lupus) και την αρκούδα (Ursus arctos), με πολύ αξιόλογους πληθυσμούς. Ένα ακόμα σπάνιο θηλαστικό για την ευρωπαϊκή ήπειρο είναι και η βίδρα (Lutra lutra), η οποία ζει σε όλες τις λίμνες του νομού, αλλά και στα γειτονικά προς αυτές ποτάμια.H Amanita muscaria είναι ένα από τα πάρα πολλά είδη μανιταριών που συναντά κάποιος στα βουνά της Φλώρινας.Η λίμνη Χειμαδίτιδα προσφέρει στο άμεσο περιβάλλον της χειμερινό καταφύγιο για τα ποίμνια. Στο βάθος διακρίνεται ένα από τα λίγα χειμαδιά που συνεχίζουν να λειτουργούν.Μία από τις τελευταίες περιοχές εξάπλωσης της αρκούδας (ursus arctos) στην Ευρώπη είναι τα βουνά της Φλώρινας,στα οποία αποτελεί τον χαρακτηριστικότερο εκπρόσωπο των άγριων θηλαστικών.

(Καταφύγιο του Λύκου στην κοντά στην Αγραπιδιά, δημιούργημα του Αρκτούρου, με στόχο την δια ζωής φιλοξενία λύκων που έχουν κατασχεθεί από τους παράνομους ιδιοκτήτες τους)

(Μία από τις τελευταίες περιοχές εξάπλωσης της αρκούδας (ursus arctos) στην Ευρώπη είναι τα βουνά της Φλώρινας,στα οποία αποτελεί τον χαρακτηριστικότερο εκπρόσωπο των άγριων θηλαστικών )