Home Τουρισμός Θέση-Πρόσβαση


Ο νομός Φλώρινας βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα της Μακεδονίας, μεταξύ των παραλλήλων 40°56'Β και 40°57 Ά και 21°50' Α, αποτελεί δε έναν εκ των τεσσάρων νομών που συγκροτούν την περιφέρεια της Δυτικής Μακεδονίας. Συνορεύει βόρεια με την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, δυτικά με την Αλβανία και τον νομό Καστοριάς, νότια με τον νομό Κοζάνης και ανατολικά με τους νομούς Πέλλας και Κοζάνης.

Το ανάγλυφο του νομού παρουσιάζει εντυπωσιακές εναλλαγές. Χαρακτηριστικά του είναι η παρουσία ορεινών όγκων κατά 60,8%, ημιορεινών κατά 13,2% και πεδιάδων κατά 26%. Στα δυτικά του νομού εκτείνεται το όρος Τρικλάριο (υψ. 1.776, Μπούτσι), στα βορειοδυτικά ο ορεινός όγκος του Βαρνούντα ή Περιστερίου (υψ. 2.334), στα νοτιοανατολικά το Βέρνον ή Βίτσι (υψ. 2.128) και ανατολικά εκτείνεται ο Βόρας ή Κάίμακτσαλάν (υψ. 2.524).

Ο νομός Φλώρινας διαρρέεται από αρκετούς μικρούς ποταμούς, αλλά το κύριο χαρακτηριστικό του είναι ότι διαθέτει έξι λίμνες: το μεγαλύτερο τμήμα της Μικρής Πρέσπας, τμήμα της Μεγάλης Πρέσπας, τμήμα της Βεγορίτιδας και τις λίμνες Ζάζαρη, Πέτρες και Χειμαδίτιδα.

topography1

(Ο γραφικός οικισμός των ψαράδων στη Μεγάλη Πρέσπα)

Το κλίμα είναι ηπειρωτικό και χαρακτηρίζεται από ψυχρούς χειμώνες και θερμά καλοκαίρια. Οι διακυμάνσεις του δείκτη της θερμοκρασίας είναι σημαντικές, ενώ οι χιονοπτώσεις, οι οποίες κατά τη διάρκεια του χειμώνα αποτελούν σύνηθες φαινόμενο, σε συνδυασμό με τις ιδιαίτερα χαμηλές θερμοκρασίες προσδίδουν στον νομό ένα σπάνιο χρώμα.

Η πόλη της Φλώρινας απέχει οδικά 585 χλμ. από την Αθήνα και 173 χλμ. από τη Θεσσαλονίκη. Τα δρομολόγια των υπεραστικών λεωφορείων (ΚΤΕΛ), εκτελούν καθημερινά δύο δρομολόγια για την Αθήνα, έξι για τη Θεσσαλονίκη, έξι για την Κοζάνη και τρία για την Καστοριά, μέσω του Αμυνταίου. Επιπλέον, αστικές και υπεραστικές γραμμές συνδέουν την πόλη της Φλώρινας - διαμέσου ασφαλτοστρωμένων οδικών αξόνων - με όλα τα δημοτικά διαμερίσματα και τις κοινότητες του νομού, ενώ τις συνοικίες της πόλης εξυπηρετεί η αστική συγκοινωνία. Την εικόνα του οδικού συγκοινωνιακού δικτύου της Φλώρινας συμπληρώνει η επικοινωνία της με την πρώην Γιουγκοσλαβία, διαμέσου του μεθοριακού σταθμού της Νίκης και με την Αλβανία, διαμέσου του μεθοριακού σταθμού της Κρυσταλλοπηγής.

Πλησιέστερα αεροδρόμια για πτήσεις προς την Αθήνα είναι της Κοζάνης (σε απόσταση 81 χλμ. από τη Φλώρινα) και της Καστοριάς (σε απόσταση 100 χλμ. από τη Φλώρινα μέσω Αμυνταίου, 67 χλμ. μέσω της Βίγλας και 60 χλμ. μέσω του Βιτσίου).

Η ονομασία της Φλώρινας απασχόλησε κατά καιρούς αρκετούς ερευνητές και έτσι διαμορφώθηκαν διάφορες απόψεις όσον αφορά στην προέλευσή της. Μία πρώτη υπόθεση θέλει την ονομασία να προέρχεται από κάποια αρχαία παράδοση, σύμφωνα με την οποία κτήτορες της πόλης ήταν δύο βασιλόπουλα, ο Φλώρις και ο Λέρις. Μία δεύτερη εκδοχή αναζητεί την προέλευση του ονόματος από τη λέξη Φιλύρα, δηλαδή το δέντρο της Φλαμουριάς, το οποίο ευδοκιμεί ιδιαίτερα στην πόλη και την περιοχή της. Τρίτη υπόθεση στηρίζει την προέλευση της ονομασίας στις λέξεις χλωρίς - χλωρός.

Κοινότητες Πρεσπών

Στα βορειοδυτικά του νομού βρίσκονται οι περίφημες λίμνες Μικρή και Μεγάλη Πρέσπα, κοιτίδα της αρχαίας Βρυγιίδας, στη συμβολή των συνόρων με την πρώην Γιουγκοσλαβία και την Αλβανία. Πρόκειται για μία περιοχή και έναν κόσμο όπου ο επισκέπτης διαπιστώνει από την πρώτη στιγμή μία υπέροχη σύζευξη φυσικού και μεταφυσικού, ενός κόσμου που έχει διατηρήσει το χρώμα και τον αέρα μίας άλλης εποχής. Αυτός ο χαρισματικός χώρος, ο οποίος καταλαμβάνει έκταση 413.513 στρεμμάτων, συνοικείτε από 14 δημοτικά διαμερίσματα, 4 οικισμούς και 3 κοινοτικά διαμερίσματα. Η περιοχή, με Προεδρικό Διάταγμα του 1974, κηρύχθηκε Εθνικός Δρυμός και τόπος ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, ο οποίος προστατεύεται από τη διεθνή σύμβαση του Ραμσάρ. Επιπλέον, φημίζεται για τα βυζαντινά και μεταβυζαντινά της μνημεία, το οικοσύστημα με τις σπάνιες φυσικές ομορφιές, τα περίφημα φασόλια και τα αλιεύματα, αλλά και για το «Φεστιβάλ των Πρεσπών», που καθιερώθηκε να γίνεται τον Αύγουστο και αποτελεί πόλο έλξης επισκεπτών.

Οι Ψαράδες, γραφικός παραλίμνιος παραδοσιακός οικισμός της Μεγάλης Πρέσπας, ο οποίος ιδρύθηκε, όπως λέγεται, μετά τα μέσα του 14ου αιώνα από Θεσσαλούς ομήρους, οφείλει την ονομασία του στην κύρια βιοποριστική εργασία των κατοίκων του. Περίφημος για τα ασκηταριά και τις βραχογραφίες, σιωπηλά απομεινάρια του βυζαντινού μοναστικού μεγαλείου, για την παραδοσιακή αρχιτεκτονική, αλλά και για το δάσος από ψευδοκυπαρίσσι και για τα υπέροχα παραλιακά ταβερνάκια.

Η Πύλη, κατεστραμμένη από τον Εμφύλιο Πόλεμο, είναι νεόκτιστος οικισμός κοντά στη Μικρή Πρέσπα, με έντονη κι εδώ χαραγμένη την παράδοση ότι οι κάτοικοι της είναι απόγονοι Θεσσαλών ομήρων. Λίγο έξω από το χωριό βρίσκεται ο ερειπωμένος ναός του Αγίου Νικολάου (11ος αι.), ενώ σε απόσταση 13 χλμ. βρίσκεται το Βροντερό, ένας κτηνοτροφικός οικισμός, οικοδομημένος μέσα σε πυκνά δάση βελανιδιάς. Το υπέδαφος του οικισμού είναι πλούσιο σε κοιτάσματα βωξίτη.

topography2

(Πρώτη, μερική άποψη τοι οικισμού απ' το καμπαναριό της εκκλησίας)

Στα γαλήνια νερά της Μικρής Πρέσπας συναντά κανείς το μικρό, καταπράσινο, γραφικό νησάκι του Αγίου Αχίλλειου, ξακουστό για τα βυζαντινά και μεταβυζαντινά εκκλησιαστικά του μνημεία, από τα οποία ξεχωρίζει η περίφημη βασιλική, αφιερωμένη στη μνήμη του αγίου Αχιλλείου.

Ανατολικά της Μεγάλης Πρέσπας, στους πρόποδες του Βαρνούντα, βρίσκεται ο Άγιος Γερμανός, παλαιό κεφαλοχώρι το οποίο ιδρύθηκε, όπως λέγεται, από κατοίκους της γειτονικής κοινότητας του Λαιμού. Φέρει την ονομασία του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού, ο οποίος κατά την παράδοση απεβίωσε εδώ. Στο κέντρο του σημερινού χωριού δεσπόζει ο ομώνυμος σταυροειδής ναός (αρχές 11ου αι.), στο εσωτερικό του οποίου απαντά κανείς και το κενοτάφιο του αγίου. Οι παραδοσιακές πετρόκτιστες κατοικίες δίνουν μία ξεχωριστή μεγαλοπρέπεια στον οικισμό, ο οποίος στεγάζει και την «Εταιρία Προστασίας Πρεσπών».

Πολύ κοντά στον Άγιο Γερμανό, βρίσκεται ο Λαιμός, η σημερινή έδρα του δήμου των Πρεσπών. Η παράδοση θέλει τους κατοίκους του να έλκουν την καταγωγή τους από τη Λάρισα. Οι παλαιοί ναοί της Υπαπαντής (15ος αι.) και της Αγ. Παρασκευής (19ος αι.), αναμφίβολα αποτελούν ακόμη ένα τεκμήριο της διαχρονικής παρουσίας του Ελληνισμού στην περιοχή της Πρέσπας. Πρωτοποριακό για την εποχή του θεωρείται το μαθητικό περιοδικό «Αυγή», το οποίο κυκλοφόρησε στον Λαιμό το 1937, με τη μέριμνα του αείμνηστου διδασκάλου Λάζαρου Βαφειάδη. Αξίζει να επισκεφθεί κανείς το Λαογραφικό Μουσείο του χωριού.

Στα ΝΔ του Λαιμού, βρίσκεται το Πλατύ. Μικρός, πεδινός οικισμός, του οποίου οι ήσυχοι και φιλόξενοι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με την καλλιέργεια των περίφημων φασολιών της Πρέσπας. Έγινε ονομαστό στις 7 Ιουλίου του 1964, όταν ο καταγόμενος από το χωριό Σάββας Δημητρίου, διαγωνιζόμενος στους διεθνείς αγώνες πάλης στο Βουκουρέστι, κέρδισε το χρυσό μετάλλιο. Σημαντικός είναι ο ναός του Αγίου Νικολάου (1591), λίγο έξω από το χωριό, κατάγραφος με τοιχογραφίες του 16ου αιώνα.

Λίγα χλμ. πιο κάτω βρίσκονται τα χωριά Καλλιθέα, Λευκώνας και Καρυές. Γεωργικοί οικισμοί, οι κάτοικοι των οποίων διακρίνονται για την εργατικότητα και την φιλοξενία τους. Στα ΒΔ του Λευκώνα, όπου σώζονται ερείπια, παράδοση των κατοίκων τοποθετεί την παλαιά πόλη της Πρέσπας. Οι Καρυές, όπως λέγεται, μεταφέρθηκαν στη σημερινή τους τοποθεσία κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, κατόπιν της θέλησης ενός μπέη. Παλαιότερα εδώ γινόταν «η γιορτή του Νάρκισσου», ενώ η Καλλιθέα, παίρνει την ονομασία της από την ιδεώδη θέα που προσφέρει η τοποθεσία της, αφού βρίσκεται σχεδόν απέναντι της νησίδας του Αγίου Αχιλλείου.

Η Μικρολίμνη, παραλίμνιο ψαροχώρι, οφείλει την ονομασία της στη Μικρή Πρέσπα. Ονομαστή για τους καλαμιώνες και τα πλατύφυλλα νούφαρα, τα σπάνια είδη πουλιών που φιλοξενεί, τον βιολογικό σταθμό της Ελληνικής Εταιρίας, τη μαγευτική διαδρομή που απολαμβάνει ο επισκέπτης κατευθυνόμενος προς την περιοχή και τη θέα στο μικρό πανέμορφο ακατοίκητο νησάκι, το Βιδρονήσι στη Μικρή Λίμνη (Πρέσπα). Σε μικρή απόσταση ανατολικά της Μικρολίμνης, βρίσκεται ο μικρός οικισμός της Οξυάς, γνωστός για τους αξιόλογους ναούς του Αγίου Αθανασίου (19ος αι.) και της Αγίας Παρασκευής (19ος αι.).

Η ορεινή κοινότητα της Κρυσταλλοπηγής αποτελείται από τα κοινοτικά διαμερίσματα της Κρυσταλλοπηγής, του Βατοχωρίου και του Κώττα. Η Κρυσταλλοπηγή είναι ο τελευταίος οικισμός προς τα ΝΔ της Φλώρινας, επάνω στα σύνορα με την Αλβανία. Ιδρύθηκε από Ηπειρώτες και Γρεβενιώτες πριν από τα μέσα του 18ου αιώνα. Η νέα τοποθεσία της προήλθε από μετακίνηση της κοινότητας, μετά την καταστροφή που υπέστη κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο. Το Βατοχώρι λίγα χιλιόμετρα ΒΑ της Κρυσταλλοπηγής, είναι γνωστό για τη συμμετοχή του στην επανάσταση του 1878, αλλά και για την πολύ αξιόλογη λαογραφική συλλογή που διαθέτει. Λίγο βορειότερα συναντά ο επισκέπτης τα λημέρια του θρυλικού οπλαρχηγού των Κορεστίων Καπετάν Κώττα και το χωριό που φέρει σήμερα το όνομά του. Επισκεπτόμενος κάποιος την οικία του Κώττα, σήμερα μουσείο, μπορεί να κάνει ένα ταξίδι στα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα. Βορειότερα, βρίσκονται οι ορεινοί οικισμοί του Πράσινου και του Τριγώνου, γνωστοί για τη συμμετοχή τους στην επανάσταση του 1878. Αξιόλογη θεωρείται η εκκλησία του Αγ. Νικολάου Τριγώνου (1866).

Ακόμη βορειότερα, βρίσκεται το Ανταρτικό, με ονομασία προερχόμενη από τους πολλούς αντάρτες-Μακεδονομάχους που ανέδειξε. Τον 19ο αιώνα εγκαθίστανται στο Ανταρτικό Ηπειρώτες διωγμένοι από τον Αλή Πασά, αλλά και από την περιοχή της Δίβρης, οι οποίοι υπέφεραν τα πάνδεινα από τις αυθαιρεσίες των Τουρκαλβανών. Αξιόλογα θεωρούνται τα διώροφα και τριώροφα πετρόκτιστα οικήματα, αλλά και ο ναός του Αγίου Αθανασίου (1864).

Μερικά χλμ. ΒΑ είναι το Πισοδέρι, παλαιό κεφαλοχώρι, γνωστή κλεισουροδιάβαση από τα αρχαία χρόνια, με έντονη παρουσία κατά τη βυζαντινή περίοδο, αλλά και σ' αυτήν της Τουρκοκρατίας. Τις πρώτες δεκαετίες του 18ου αιώνα δέχθηκε διωγμένους Έλληνες από τη Μοσχόπολη και το Βιθκούκι, ενώ συμμετείχε στις επαναστάσεις του 1821 και 1878. Λέγεται ότι απ'εδώ καταγόταν ο αγωνιστής και ιστορικός της επανάστασης του 1821 Ν. Κασομούλης. Είναι ονομαστό για την πλησιόχωρη βυζαντινή μονή της Αγίας Τριάδος, η οποία και θεωρείται ο τόπος ίδρυσης της «Νέας Φιλικής Εταιρείας» στα 1867. Στο παρεκκλήσι του Αγίου Χαράλαμπου, στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής (1848), στο Πισοδέρι, τάφηκε για πρώτη φορά η κεφαλή του αρχηγού του Μακεδονικού Αγώνα Παύλου Μελά. Ξακουστή είναι η παλαιά Μοδέστειος Σχολή, η επιβλητική παρουσία της οποίας ακόμη και σήμερα προκαλεί τον θαυμασμό στον επισκέπτη. Από το Πισοδέρι κατάγονται οι εξέχοντες συγγραφείς και ιστορικοί Π. Τσάμης. Α. Τσάμη και Σ. Λιάκος, η προσφορά των οποίων στην πνευματική κίνηση του τόπου θεωρείται αναμφισβήτητη. Αξιόλογη προσπάθεια αποτελεί και η διμηνιαία εφημερίδα του συλλόγου των απανταχού Πισοδεριτών, «Τα Πισοδερίτικα».

Κοινότητες στους πρόποδες του Περιστερίου

Σε μικρή απόσταση από τη Φλώρινα, βρίσκεται η Πρώτη, που πήρε την ονομασία της από τη συμβολή της στον Μακεδονικό Αγώνα. Η σημερινή τοποθεσία του χωριού είναι μεταγενέστερη και λέγεται, κατά την παράδοση, ότι οικοδομήθηκε ανάμεσα στον 17ο και 18ο αιώνα από Ηπειρώτες ή Θεσσαλούς ή κατοίκους του γειτονικού Μοριχόβου. Είναι ονομαστή για την Ι. Μονή του Αγίου Μάρκου, κτισμένη στα 1864. Σε κοντινή απόσταση, βορειότερα, είναι η Κλαδοράχη, γνωστή για τη μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, όπου εικάζεται ότι στα 1867 ιδρύθηκε η «Νέα Φιλική Εταιρεία». Στον τόπο της μονής προϋπήρχε αγίασμα της Παναγίας, χρονολογούμενο μετά τον 17ο αιώνα, γεγονός που μας στρέφει στη θεώρηση ότι ήδη κατά τον 18ο αιώνα πρέπει να υφίστατο ο οικισμός. Αξιόλογος επίσης είναι και ο ναός του Αγίου Προκοπίου (1870-1874).

Βορειότερα, βρίσκονται οι Άνω Κλεινές, ένας γεωργοκτηνοτροφικός οικισμός, ο οποίος λέγεται ότι ιδρύθηκε πριν από τον 19ο αιώνα, αν λάβουμε υπόψη και τις χρονολογίες σύστασης των γειτονικών οικισμών. Η παράδοση τοποθετεί στο κάστρο των Κλεινών την αρχαία πόλη Βεύη της Λόγκου. Στα ανατολικά της βρίσκονται οι Κάτω Κλεινές, έδρα του ομώνυμου δήμου, γνωστή για την ξυλόστεγη βασιλική της Γεννήσεως της Θεοτόκου (1838), η οποία διαθέτει αξιόλογες τοιχογραφίες. Με αφετηρία το έτος οικοδόμησης του ναού, μπορούμε να τοποθετήσουμε την ίδρυση του οικισμού πριν από τον 19ο αιώνα, από Ηπειρώτες, αλλά και Πελοποννήσιους από τη Σπάρτη, ενώ κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα εγκαταστάθηκαν εδώ οικογένειες από τις γειτονικές κοινότητες του Κρατερού, του Ακρίτα και του Παρορίου.

Κοινότητες της πεδιάδας Φλώρινας

Στα δυτικά της Φλώρινας, σε απόσταση οκτώ χλμ., βρίσκονται τα Άλωνα. Πρόκειται για μία ορεινή γεωργοκτηνοτροφική κοινότητα, στην οποία εγκαταστάθηκαν την περίοδο της Τουρκοκρατίας Ηπειρώτες που ασχολούνταν με την επεξεργασία ξύλου και χαλκού. Η ημερομηνία κτίσης του ναού του Αγίου Αθανασίου (1858) επιτρέπει την εκτίμηση ότι ο οικισμός υφίστατο ήδη στα τέλη του 18ου αιώνα. Αξιόλογη θεωρείται η ανδρική παραδοσιακή φορεσιά των Αλώνων, η οποία λέγεται ότι είναι αυτή που ενέπνευσε τη στολή των μακεδονομάχων. Τα Άλωνα είναι η γενέτειρα του μακεδονομάχου Σίμου Ιωαννίδη, το όνομα του οποίου δόθηκε στον νέο οικισμό, μερικά χιλιόμετρα ανατολικά από τα Άλωνα, που δημιουργήθηκε για να στεγάσει τους κατοίκους των ορεινών εγκαταλειμμένων κοινοτήτων του Τριβούνου και της Κορυφής.

Πολύ κοντά στην Αγία Παρασκευή βρίσκεται ο Πολυπλάτανος. Οφείλει την ονομασία του στην εγκατάσταση Ποντίων που έδωσαν το όνομα του χωριού της καταγωγής τους. Η εκκλησία του, στο όνομα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, κτίστηκε στα 1850, γεγονός που μαρτυρεί και την ύπαρξη της κοινότητας την περίοδο αυτή. Σε μικρή απόσταση βορειότερα, στα σύνορα με την πρώην Γιουγκοσλαβία, βρίσκεται η Νίκη, η οποία αποτελεί μία από τις χερσαίες οδικές αρτηρίες της χώρας που οδηγούν προς την Ευρώπη. 0 επισκέπτης συναντά το τελωνείο και το τουριστικό περίπτερο, ενώ αξιόλογη θεωρείται και η βασιλική του Αγίου Νικολάου, οικοδομημένη στα 1830. Στα ΝΑ βρίσκεται ο Νέος Καύκασος, προσφυγικός οικισμός, που κτίστηκε στα 1924. Αποτελεί τον τελευταίο σιδηροδρομικό σταθμό της χώρας στη διασύνδεση της με την πρώην Γιουγκοσλαβία. Στο κέντρο του χωριού δεσπόζει η προτομή του εθνομάρτυρα μητροπολίτη Κορυτσάς Φώτιου Καλπίδη.

Σε μικρή απόσταση ΝΑ βρίσκονται το Μεσοχώρι και η Μαρίνα. Το πρώτο είναι γνωστό για το εργοστάσιο παραγωγής διοξειδίου του άνθρακα-ξηρού πάγου, ενώ η Μαρίνα, που ιδρύθηκε την περίοδο της Τουρκοκρατίας, πήρε την ονομασία της, κατά την παράδοση, από το όνομα μίας κόρης. Ο ναός του χωριού κτίστηκε στα 1872 επάνω στα λείψανα μίας πλάκας, που είχε τη χρονολογία 1470 και σχετίζεται κατά πάσα πιθανότητα με παλαιότερο ναό του χωριού. Διαθέτει αξιόλογες εικόνες φιλοτεχνημένες από φλαμπουριώτη αγιογράφο. Στο κέντρο του χωριού δεσπόζει η προτομή του μακεδονομάχου Γεώργιου Σκαλίδη.

Νοτιότερα, βρίσκεται το κεφαλοχώρι του Παπαγιάννη, που πήρε την ονομασία του, κατά την παράδοση, για να τιμηθεί κάποιος ιερέας με το όνομα αυτό, ο οποίος λέγεται ότι πρόσφερε σημαντικές υπηρεσίες στον ελληνισμό του χωριού. Μία άλλη εκδοχή θέλει το χωριό να δημιουργήθηκε επάνω στα υπολείμματα εγκαταστάσεων ενός στρατοπέδου της αρχαίας εποχής. Στην ευρύτερη περιοχή πιθανολογείται ότι δόθηκε η μάχη της Πελαγονίας ή Βορίλα Λόγγου (1259 μ.Χ.). Την περίοδο της Τουρκοκρατίας αποτέλεσε τσιφλίκι ενός Οθωμανού μπέη. Αξιομνημόνευτη είναι η ίδρυση -στις 15 Αυγούστου του 1926— του συνδέσμου ο «Άγιος Νικόλαος». Το χωριό είναι γνωστό για τις περίφημες πηγές μεταλλικού νερού που διαθέτει, ενώ η εφημερίδα «Η φωνή του κάμπου», που εκδίδει ο μορφωτικός σύλλογος «Μέγας Αλέξανδρος», προβάλλει τα δρώμενα της περιοχής.

topography3(Πανοραμική άποψη του Βαρικού στο νοτιότερο όριο του νομού Φλώρινας)

Σε κοντινή απόσταση, ανατολικά, βρίσκεται η Ιτιά, φημισμένη και αυτή για τα μεταλλικά της νερά, ενώ λέγεται ότι αρκετοί κάτοικοι της προέρχονται από το Μορίχοβο και άλλοι από την Ήπειρο. Στα σύνορα του χωριού πρέπει να δόθηκε η περιώνυμη μάχη της Πελαγονίας, ενώ αξιόλογη για την ιστορία του θεωρείται η βασιλική της Γεννήσεως της Θεοτόκου. Λέγεται ότι τον 17ο αιώνα λειτουργούσε ελληνικό σχολείο στο χωριό.

Μερικά χλμ. ΝΔ, βρίσκεται ο Τριπόταμος, που πήρε την ονομασία του από τους τρεις ποταμούς που τον περιβάλλουν. Και σ' αυτόν εγκαταστάθηκαν οικογένειες από την Ήπειρο και το Μορίχοβο, την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Από τη χρονολόγηση της παλαιάς εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου (1839) μπορούμε να πιθανολογήσουμε ότι ο οικισμός υπήρχε προς τα τέλη του 18ου αιώνα. Το χωριό έγινε ιδιαίτερα γνωστό τα τελευταία χρόνια, αφού από εκεί κατάγεται η γνωστή ολυμπιονίκης Βούλα Πατουλίδου. Στη γειτονική Παλαίστρα, κατεξοχήν γεωργική κοινότητα, ο Λάζαρος Μέλλιος τοποθετεί τη μάχη της Πελαγονίας.

Λίγα χιλιόμετρα ΝΑ της Φλώρινας, βρίσκεται το Αρμενοχώρι του οποίου η ονομασία, κατά μία άποψη, οφείλεται στην παρουσία ενός εξισλαμισμένου μπέη Αρμένιου, ενώ μία άλλη εκδοχή μιλά για την ύπαρξη λίμνης, στη δυτική πλευρά της οποίας βρισκόταν το χωριό. Όποιος ήθελε να το επισκεφθεί, αρμένιζε προς αυτό, ούτως ώστε σταδιακά προέκυψε η ονομασία. Η τρίτη άποψη ότι οι πρώτοι του κάτοικοι ήταν Αρμένιοι, φαίνεται να έχει κάποια ιστορικά ερείσματα. Έξω από το χωριό η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως προϊστορικό τύμβο.

Δύο χλμ. νότια της Φλώρινας, βρίσκεται η Σκοπιά, στην οποία προς τα τέλη του 18ου αιώνα εγκαταστάθηκαν Έλληνες προερχόμενοι από τα Τίρανα. Ο παλαιός ναός της Αγίας Παρασκευής (1832) μας στρέφει στη θεώρηση ότι το χωριό πρέπει να υφίσταται ήδη κατά τον 18ο αιώνα και κατ' άλλη εκδοχή προ του 1750. Αξιομνημόνευτο είναι το γεγονός ότι η κοινότητα έδωσε δύο ιερείς κατά τον Μακεδονικό Αγώνα. Στα ΝΑ βρίσκεται το Πέρασμα, ονομαστό για τις ενθυμήσεις του στα εκκλησιαστικά βιβλία, οι οποίες μαρτυρούν τη συμμετοχή γειτονικών χωριών στις επαναστάσεις του 1821 και 1878. Η παλαιά του εκκλησία, αφιερωμένη στους Αγίους Αναργύρους, «κουβάλάει» ιστορία περίπου επτακοσίων ετών, γεγονός που καταδεικνύει απερίφραστα την ιστορική παρουσία της κοινότητας στο βάθος του χρόνου. Η γειτονική Κολχική, νεότερος γεωργικός οικισμός προσφύγων, πήρε την ονομασία της από τους Πόντιους της περιοχής του Καυκάσου, προς τιμήν της αρχαίας Κολχίδας. Στα ΒΑ του βρίσκεται ο επίσης νέος γεωργικός οικισμός του Αγίου Βαρθολομαίου, τουρκοχώρι ως τα 1922, στο οποίο εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από τον Πόντο.

Κοινότητες του Βέρνου

Ο Τροπαιούχος, μερικά χιλιόμετρα ΝΑ της Σκοπιάς, είναι γνωστός για την παραγωγή της φράουλας, αλλά και για την περίφημη εκκλησία του Αι Γιώργη-Τεκέ. Στα ΒΔ βρίσκεται ο ορεινός Πολυπόταμος, του οποίου η ονομασία οφείλεται στα πολλά ποτάμια που τον διαρρέουν. Στον οικισμό εγκαταστάθηκαν αρκετοί Έλληνες από την Ήπειρο και τα Άγραφα, μερίδα των οποίων κατά τον 19ο αιώνα μετεγκαταστάθηκε στη Φλώρινα. Και αυτό το χωριό έδωσε δύο ιερείς στο Μακεδονικό Αγώνα. Είναι γνωστό για την εξαιρετικής ποιότητας φράουλα που παράγει, καθώς και για τα χειροποίητα παραδοσιακά κεριά. Λίγο πιο κάτω είναι ο Ατραπός, μικρός γεωργικός οικισμός, στον οποίο εγκαταστάθηκαν Ηπειρώτες, διωγμένοι από τον Αλή Πασά.

Νοτιότερα βρίσκεται η Δροσοπηγή, οικισμός που ιδρύθηκε το 1842 από ηπειρώτες κτίστες, αγιογράφους και μαραγκούς, οι οποίοι κυνηγημένοι από Τουρκαλβανούς εγκαταστάθηκαν εδώ. Στα 1919 ιδρύθηκε στο χωριό ο φιλανθρωπικός σύλλογος «Η πρόοδος». Το χωριό φημίζεται για τους νερόμυλους, που χρονολογούνται από τα μέσα του 19ου αιώνα, και την παράδοση στη ζωγραφική και την αγιογραφία. Ακόμη, έχει να επιδείξει καταξιωμένους συγγραφείς, όπως ο αείμνηστος Ε. Τζιάτζιος, ο Χ. Δροσαίος κ.ά. Μερικά χιλιόμετρα ανατολικά βρίσκεται η Άνω Υδρούσα, ημιορεινός γεωργικός οικισμός, ο οποίος ιδρύθηκε κατά την παράδοση περί τα 1680 από ποιμένες, όπου εγκαταστάθηκαν αργότερα Ηπειρώτες διωγ-μένοι από τον Αλή Πασά. 0 παλαιός ναός της Αγίας Παρασκευής οικοδομήθηκε την ίδια περίοδο με τον οικισμό. Κάτοικοι του οικισμού αυτού μετεγκαταστάθηκαν βορειότερα ιδρύοντας την Κάτω Υδρούσα. Το χωριό είναι φημισμένο για την εξαιρετικής ποιότητας φράουλα που παράγει.

Το Φλάμπουρο, κτισμένο σε υψόμετρο 750 μ.,ιδρύθηκε στα 1861 από Ηπειρώτες της Μοσχόπολης και άλλων περιοχών. Συμμετείχε στην επανάσταση του 1878. Στα 1880, με συνδρομές των ομογενών από τη Βλαχία, οικοδομείται διώροφο σχολείο, ενώ η εκκλησία του χωριού εγκαινιάζεται στα 1872. Το χωριό, πέρα από τα αγροτικά και δασικά προϊόντα, έχει να επιδείξει και καταξιωμένους συγγραφείς, όπως ο Χ. Ι. Στυλιάδης και ο Α. Πόγας. Αξιοσημείωτο επιπλέον είναι και το γεγονός της κυκλοφορίας από το 1986 μηνιαίας εφημερίδας με τίτλο, «Τα Φλαμπουριώτικα», από τον ομώνυμο πολιτιστικό-μορφωτικό σύλλογο.

Κοινότητες του Βόρα

Η Κέλλη, στα ανατολικά της Φλώρινας, είναι ένας ορεινός κτηνοτροφικός οικισμός, του οποίου η ονομασία παραπέμπει στην αρχαία Κέλλα της Λυγκιστίδας, που αποτελούσε σημαντικό σταθμό της Εγνατίας οδού. Η Κέλλη απαντάται και στο περίφημο Παρισινό Τακτικό 1555, το οποίο παρουσιάζει την τάξη των επισκοπών και μητροπόλεων του οικουμενικού θρόνου κατά τον 7ο και στις αρχές του 8ου αιώνα, ως επισκοπή ευρισκόμενη στην πνευματική δικαιοδοσία της Μητρόπολης Θεσσαλονίκης. Οικογένειες του χωριού συμμετείχαν στην εθνική παλιγγενεσία του 1821, ενώ η παρουσία του στη Χάρτα του Ρήγα (1797) αναμφίβολα αποτυπώνει την ύπαρξη του οικισμού κατά τον 18ο αιώνα. Μία ξεχωριστή δραστηριότητα που αναπτύσσεται στην Κέλλη σήμερα είναι η λειτουργία εργαστηρίου υφαντικής.

Μερικά χιλιόμετρα δυτικά δεσπόζει η Βεύη, της οποίας η ονομασία προέρχεται από τα βάθη των αιώνων και μας θυμίζει την αρχαία πολίχνη της Λυγκιστίδας Βεύη. Την περίοδο της Τουρκοκρατίας αποτελούσε τσιφλίκι του Ιζέτ Πασά. Ο αξιόλογος ναός του Αγίου Νικολάου, που χρονολογείται στα 1600, αναμφισβήτητα καταδεικνύει την παρουσία οργανωμένου οικισμού από την περίοδο αυτήν και μετά, ο οποίος διέθετε λατρευτικό κέντρο. Τα τελευταία χρόνια, το χωριό είναι γνωστό για τα πλούσια κοιτάσματα λιγνίτη που εξορύσσονται από το υπέδαφος του. Νοτιότερα, συναντά κανείς το Κλειδί και τα περίφημα, στρατηγικής σημασίας, στενά του Κιλίτ-Ντερβέν. Λέγεται ότι πρωτοκτίστηκε από κατοίκους της αρχαίας Γκράντιτσας, μετά την καταστροφή της από τους Ρωμαίους. Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας αποτελούσε έδρα Δερβενίου, ενώ τον Απρίλιο του 1941 οι ελληνικές και συμμαχικές δυνάμεις προέβαλαν σθεναρή αντίσταση και εμπόδισαν επί ικανό χρονικό διάστημα την προέλαση των χιτλε-ρικών στρατευμάτων.

Η Μελίτη, στα ΒΑ της Φλώρινας, διαθέτει ως κληρονομιά την ονομασία από την αρχαία πολίxνη της Λόγκου Μελίτωνα, δίπλα από την οποία διερχόταν η περίφημη Εγνατία οδός. Γνωστή για το εξαιρετικής ποιότητας μέλι που παράγει, τους περίφημους παλαιότερα βαρελάδες της, αλλά και για τον βυζαντινό ναό του Αγίου Γεωργίου, που αποτελεί ένα ακόμη τεκμήριο από την ιστορία της. Η ολοκλήρωση της κατασκευής του νέου ατμοηλεκτρικού σταθμού της ΔΕΗ θα δώσει ιδιαίτερη δυναμική στην περιοχή και θα καταστήσει τη Μελίτη βιομηχανικό κέντρο. Λίγο βορειότερα βρίσκεται η Αχλάδα, η οποία κατά την Τουρκοκρατία αποτελούσε τσιφλίκι μπέηδων και είναι γνωστή σήμερα για τα λιγνιτωρυχεία της. Ο Σκο-πός, σε μικρή απόσταση ΒΑ της Αχλάδας, έχει ως κληρονομιά το βυζαντινό κάστρο και τα ιστορικά γεγονότα που συνδέονται με τους αγώνες του αυτοκράτορα Βασιλείου Β' εναντίον του βούλγαρου ηγεμόνα Σαμουήλ. Αξίζει να επισκεφτεί κανείς τον ναό του Αγίου Νικολάου (1700), και τους νεότερους ναούς του Αγίου Νικολάου (1871) και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (1876), από τη χρονολόγηση των οποίων μπορούμε να εικάσουμε την ύπαρξη του οικισμού κατά τον 18 αιώνα, πιθανόν και παλαιότερα.

Κοινότητες του Αμυνταίου

Το Αμύνταιο, έδρα του ομώνυμου δήμου που βρίσκεται ΝΑ της Φλώρινας, οικοδομήθηκε στα 1800 από κατοίκους γειτονικών οικισμών και πήρε την ονομασία του από τον βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα Α' (540-498 π.Χ.). Στα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα αποτελούσε τσιφλίκι του Ρεούφ Πασά. Ο ερχομός του σιδηροδρόμου έδωσε μία ιδιαίτερη ώθηση στην ανάπτυξη της περιοχής, η οποία έγινε σταυροδρόμι και διαμετακομιστικό κέντρο εμπορευμάτων. Τα τελευταία χρόνια, το Αμύνταιο φημίζεται για τα κρασιά του και ιδιαίτερα για τον φυσικό αφρώδη οίνο ροζέ. Ονομαστή, επίσης, είναι η εμποροπανήγυρη στις αρχές του Οκτώβρη, οι εκδηλώσεις «Αμύνταια» τον Αύγουστο, καθώς και η γιορτή κρασιού. Επιπλέον, αξίζει να επισκεφτεί κανείς τους αξιόλογους ναούς του Αγίου Νικολάου (1821) και της Αγίας Παρασκευής (1850), η οποία θεωρείται προστάτιδα της πόλης. Οι κάτοικοι ενθυμούνται πολλά περιστατικά της θαυματουργικής επέμβασης της, με την οποία διασώθηκε το Αμύνταιο. Ο σύλλογος «Αμύντας», προσφέρει πολύχρονες υπηρεσίες στην πολιτιστική και πνευματική κίνηση της περιοχής.

Σε μικρή απόσταση βρίσκονται οι Πέτρες, δίπλα στην ομώνυμη λίμνη, γνωστή για την ελληνιστική πόλη, που έφεραν πρόσφατα στην επιφάνεια οι ανασκαφές, και το βυζαντινό κάστρο στα βόρεια της λίμνης. Αξιόλογοι θεωρούνται και οι ναοί των Αγίου Νικολάου (1700), Αγίου Δημητρίου (1800) και Αγίου Νικολάου (1801 ανακαίνιση), οι οποίοι αναμφίβολα δείχνουν τη ζωντανή παρουσία του οικισμού την περίοδο της χρονολόγησής τους. Αξιοσημείωτο είναι, επίσης, το γεγονός λειτουργίας ελληνικού σχολείου ήδη από τα 1813, όπως μαρτυρούν ενθυμήσεις εκκλησιαστικών βιβλίων του χωριού. Τέλος, ο ανεμόμυλος στο κέντρο του χωριού, κτισμένος την περίοδο της Τουρκοκρατίας, αποτελεί μοναδικό στολίδι και ξαφνιάζει ευχάριστα τον επισκέπτη.

Ο Άγιος Παντελεήμονας, πολύ κοντά στο Αμύνταιο, δεσπόζει στις όχθες της λίμνης Βεγορίτιδας, στις απόκρημνες πλαγιές της οποίας βρίσκουν ασφαλές καταφύγιο σπάνιοι πληθυσμοί πουλιών. Η ονομασία του προήλθε από τον ομώνυμο άγιο και προστάτη του χωριού, ο οποίος λέγεται ότι την περίοδο της Τουρκοκρατίας, με τις θαυματουργικές του επεμβάσεις, έσωσε τον οικισμό και τους κατοίκους από αρκετές καταστροφές. Οι παλαιές εκκλησίες του Αγίου Αθανασίου (1600-1800), του Αγίου Παντελεήμονα (1729), της Αγίας Παρασκευής (1750) και της Αγίας Τριάδος (1813), αποτελούν μαρτυρίες ύπαρξης του οικισμού τουλάχιστον από τον 16ο αιώνα και ίσως παλαιότερα. Το χωριό είναι ονομαστό για τα κρασιά που παράγει, καθώς και για τα αλιεύματα της Βεγορίτιδας.

Σε μικρή απόσταση από το Αμύνταιο, βρίσκονται η Βεγόρα και η Λεβαία, νεότεροι οικισμοί που πήραν την ονομασία τους, η Βεγόρα από την παρακείμενη λίμνη και η Λεβαία από την αρχαία Λεβαία. Οι σημαντικές ανακαλύψεις αρχαιολογικών ευρημάτων τα τελευταία χρόνια στην περιοχή Βεγόρας-Λεβαίας προσδίδουν ιδιαίτερη αξία σ' αυτήν, αφού η πόλη που ανακαλύφθηκε φαίνεται ότι ήταν η πρώτη πρωτεύουσα των αρχαίων Μακεδόνων, πριν από αυτήν της Έδεσσας. Η περιοχή της Βεγόρας διαθέτει πλούσιο υπέδαφος σε λιγνίτη. Νοτιότερα ο Φιλώτας, έδρα του ομώνυμου δήμου, νεότερος οικισμός, γνωστός για το εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και για τις καλοκαιρινές πολιτιστικές εκδηλώσεις «Φιλώτεια».

Δυτικά του Αμυνταίου προβάλει το Ξινό Νερό, περίφημο για τις πλούσιες πηγές φυσικού μεταλλικού νερού που διαθέτει, ήδη, από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Το χωριό υφίσταται τον 18ο αιώνα, καθόσον αρχειακές πηγές μνημονεύουν τις επιθέσεις που δεχόταν εκ μέρους τουρκαλβανικών συμμοριών. Ο ναός του Αγίου Αθανασίου κτίστηκε στα 1850, ενώ το δημοτικό σχολείο του έχει κηρυχθεί διατηρητέο κτήριο. Λίγα χλμ. νοτιότερα βρίσκεται ο Ροδώνας, νέος γεωργικός οικισμός, ο οποίος είναι γνωστός για τη λαογραφική του συλλογή σε παλαιά γεωργικά μηχανήματα.

Σε κοντινή απόσταση βρίσκεται ο Αετός, έδρα του ομώνυμου δήμου, γνωστός, τα τελευταία χρόνια, για το κέντρο ενημέρωσης για την αρκούδα, που ιδρύθηκε από το περιβαλλοντικό κέντρο «Αρκτούρος», για τα ερείπια φρουρίου σε λόφο βόρεια του χωριού, αλλά και για τη γιορτή της πιπεριάς. Αξιόλογη θεωρείται η μονή των Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ (1890), καθώς και η παλαιότερη εκκλησία του Αγίου Αθανασίου (1837), από τη χρονολόγηση της οποίας μπορούμε να εικάσουμε ότι περί τα τέλη του 18ου αιώνα υφίστατο ο οικισμός. Νοτιότερα, στους Αγίους Αναργύρους, δίπλα στη λίμνη Χειμαδίτιδα, αξιοσημείωτα είναι τα ερείπια πόλης μέσα στη λίμνη, η οποία ονομαζόταν Ρουδνίκη, ενώ στη λίμνη της Ζάζαρης, λίγο βορειότερα, βρίσκεται το Αιμνο-χώρι, με ονομασία η οποία προέρχεται από τις λίμνες που το περιβάλλουν. Είναι γνωστό για την ιαματική του πηγή.

Προς τα δυτικά του Λιμνοχωρίου βρίσκεται το Σκλήθρο, γεωργοκτηνοτροφικός οικισμός που λέγεται ότι μετράει ήδη επτά αιώνες παρουσίας και ζωής. Αξίζει να επισκεφθεί κανείς τους ναούς του Αγίου Δημητρίου (1837) και του Αγίου Γεωργίου (1867), ενώ είναι γνωστό, τα τελευταία χρόνια, για τη γιορτή της πατάτας που διοργανώνεται με σκοπό την ανάδειξη των προϊόντων της περιοχής του. Δυτικότερα, τα Ασπρόγεια, με το μνημείο του οπλαρχηγού Καπετάν Βαγγέλη, κτισμένα από Αγραφιώτες και Ηπειρώτες στα τέλη του 17ου αιώνα περίπου, στις ανατολικές πλαγιές του όρους Βέρνου. Το χωριό ανέδειξε σημαντικούς αγωνιστές κατά τον Μακεδόνικο Αγώνα.

Το μαστοροχώρι του Λεχόβου, νοτιότερα στους πρόποδες του Βέρνου, κατοικούμενο ήδη από τα μέσα του 17ου αιώνα και ίσως παλαιότερα, αποτελούσε τσιφλίκι του Σάίν Μπέη. Μετά την καταστροφή της Μοσχόπολης, εγκαταστάθηκαν σ' αυτό Μοσχοπολίτες και άλλες οικογένειες από διάφορες περιοχές της Ηπείρου, διωγμένες από τον Αλή Πασά. Κάτι που συνέβη και στα 1822, όταν μετά την καταστροφή της Νάουσας, πολλοί Ναουσαίοι ήρθαν στο Λέχοβο. Στα 1914 ιδρύθηκε το «Εθνικό Σωματείο Οικοδόμων και λοιπών Επαγγελματιών» «0 Άγιος Παντελεήμων», από τα πρώτα στην Ελλάδα, ενώ από το 1921 λειτουργεί ο πολιτιστικός σύλλογος «Προφήτης Ηλίας», ο οποίος τα τελευταία χρόνια εκδίδει και εφημερίδα με τίτλο «Τα νέα του Λεχόβου». Στα 1943 τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής πυρπόλησαν το Λέχοβο, το οποίο για την προσφορά του στους αγώνες του έθνους ανακηρύχθηκε, με Προεδρικό Διάταγμα του 1998, «Μαρτυρικό Χωριό». Αξιόλογος είναι ο ναός του Αγίου Δημητρίου (1812-ανακαίνιση 1868) και το Εθνολογικό-Λαογραφικό Μουσείο. Μεγάλη, επίσης, θεωρείται η συνεισφορά στην πνευματική κίνηση του Λεχοβίτη συγγραφέα, ιστορικού και ποιητή Τ. Γκοσιύπουλου, όπως και του Π. Οικονόμου.

Βορειότερα, σε υψόμετρο 1.350 μ. επί του όρους Βέρνου, στέκει επιβλητικός ο διατηρητέος παραδοσιακός οικισμός του Νυμφαίου, ο οποίος πρωτοκτίστηκε στα τέλη του 14ου μ.Χ. αιώνα από κατοίκους των γειτονικών λιμνών, ενώ αργότερα εποικίστηκε από Μοσχοπολίτες. Συμμετείχε στις επαναστάσεις του 1821 και του 1878, καθώς και στην ίδρυση της «Νέας Φιλικής Εταιρείας», στα 1867. Το χωριό έδωσε μεγάλες, διαπρεπείς εμπορικές οικογένειες, όπως είναι η οικογένεια Τσίρλη που μεγαλούργησε στην Αίγυπτο και την Οδησσό,η οικογένεια Σωσσίδη με την εμπορία των καπνών,η οικογένεια Νίκου με πεδίο δράσης τη Σουηδία και η οικογένεια Μπουτάρη με τα περίφημα κρασιά. Σήμερα, η επιβλητική «Νίκειος Σχολή» έχει μετατραπεί σε συνεδριακό κέντρο του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης. Ο Ιππικός Όμιλος του Νυμφαίου, ο «Αστικός Συνεταιρισμός Γυναικών του Νυμφαίου» «Η Νύμφη», το ορεινό εκπαιδευτικό κέντρο της ΧΑΝ, καθώς και οι εγκαταστάσεις της μη κερδοσκοπικής εταιρίας «Αρκτούρος», το Λαογραφικό του Μουσείο, αλλά και τα λιθόστρωτα σοκάκια με τα εξαιρετικής αρχιτεκτονικής διώροφα και τριώροφα αρχοντικά,προσδίδουν στο Νυμφαίο μία ιδιαίτερη αίγλη,ανάλογη του ένδοξου ιστορικού του παρελθόντος,η οποία επισφραγίζεται με τη συμμετοχή του οικισμού στο δίκτυο «Των Ελλήνων οι Κοινότητες».Στο νοτιότερο τμήμα του νομού, στα όρια των νομών Φλώρινας, Κοζάνης και Καστοριάς βρίσκεται κτισμένη στους πρόποδες του Μουρικίου,η κοινότητα του Βαρικού, το όνομα της οποίας σημαίνει υδρότοπος και έχει άμεση σχέση με τους χειμάρρους που διαρρέουν την περιοχή. Είναι ονομαστό για την ενασχόληση των κατοίκων του με την παραδοσιακή καλαθοπλεκτική, αλλά και για τη γιορτή της φασολάδας, τον Δεκαπενταύγουστο.

aireti1
politistikes1
phone1
farmakeia1
webcam1
dromologia1
fuel
banner_eolika_parka_florina

Πρόγνωση καιρού

°F°C
Φλώρινα
Cloudy
Humidity: 71%
Wind: N at 10 mph
Thu
Rain
3 | 11
Fri
Mostly Sunny
5 | 13
Sat
Clear
5 | 22

Χρήσιμοι Σύνδεσμοι

diaygeiahoriz
banner_kephorizkepe
dktpta