Δύο εκατοντάδες περίπου ναοί, σε διάστημα μεγαλύτερο των πεντακοσίων χρόνων, διέσωσαν στο εσωτερικό τους σπαράγματα, αλλά και ακέραια σύνολα της ξυλόγλυπτης διακόσμησής τους. Στον ικανό αριθμό των τέμπλων που θα παρατεθούν, θα πρέπει να συνυπολογιστούν όλα τα αντικείμενα των ναών που φέρουν ξυλόγλυπτη διακόσμηση. Μία πρώτη κατηγορία θα μπορούσαν να αποτελέσουν τα συμβατικά κινητά μέλη των ναών, όπως οι άμβωνες, οι επισκοπικοί θρόνοι, τα κουβούκλια του Επιταφίου, τα προσκυνητάρια, τα αναλόγια, ακόμα και τα αρτοφόρια της Ιεράς Τράπεζας. Τα δομικά στοιχεία, δηλαδή οι οροφές, τα καφασωτά του γυναικωνίτη και του νάρθηκα ή ακόμα, στα παλαιότερα παραδείγματα, ο διακοσμημένος οπλισμός της στέγης, συγκροτούν μία δεύτερη εξίσου σημαντική ομάδα.

Η παρουσίαση που ακολουθεί, πρωτόλεια, προδρομική και κατά βάση διερευνητική, προσπαθεί να καταγράψει μία ασφαλή -στον άξονα του χρόνου- πορεία της ξυλογλυπτικής από τους πρώτους μεταβυζαντινούς χρόνους ως την περίοδο του Μεσοπολέμου, με την ελπίδα να περιγράψει τον πλούτο των επιβιώσεων των εκκλησιαστικών ξυλόγλυπτων, που αποτελεί μαρτυρία ζωής των κατοίκων της περιοχής. 0 όγκος αυτού του υλικού μόλις έχει αρχίσει να προκαλεί το ενδιαφέρον της σύγχρονης έρευνας. Η ιδιότυπη αυτή κληρονομιά προσφέρει το πλαίσιο για την ουσιαστική ανασύσταση της εικόνας ενός παρελθόντος, που παραμένει οργανικά ζωντανό στο λατρευτικό παρόν.

Δύο τεμάχια που διασώθηκαν από το επιστύλιο του κυριακού ναού στο ασκηταριό της Μεταμόρφωσης, στη Μεγάλη Πρέσπα, είναι τα παλαιότερα ξυλόγλυπτα του νομού. Μας συνδέουν με τα πρώιμα ξυλόγλυπτα του ευρύτερου βαλκανικού χώρου, που μιμούνται τον τρόπο και τη μορφή των αντίστοιχων πολυτελών μαρμάρινων φραγμάτων. Η θεματολογία δε μας επιτρέπει να παραγνωρίσουμε κάποιες σχεδιαστικές ικανότητες του τεχνίτη, που κατασκευαστικά παραμένουν ημιτελείς. Ταυτόχρονα, παραμένει προβληματική η χρονολογική απόδοση του ξυλόγλυπτου στον 15ο αιώνα, καθώς μπορεί να συνδεθεί με τον 13ο αιώνα της κατασκευής του ασκηταριού, αλλά και με τις φάσεις ανακαίνισης του κυριακού ναού στο διάστημα του 16ου και 17ου αιώνα.

Αποφεύγοντας τις αδυναμίες του ξυλόγλυπτου της Μεταμόρφωσης, με επάρκεια γλυπτική και σχεδιαστική, ξεχωρίζει για τη μοναδικότητα του το περιθύρωμα στο καθολικό της Παναγίας Πορφύρας, στο νησί του Αγίου Αχίλλειου. Η ακριβής χρονολόγηση της πρώτης φάσης τοιχογράφησης του ναού, το 1524, μας επιτρέπει να θεωρήσουμε με σχετική ασφάλεια το κάσωμα, ως το πρώτο μεταβυζαντινό δείγμα ξυλογλυπτικής του νομού. Έτσι, ο προφανής ερασιτεχνισμός πιθανόν κάποιου μοναχού ξυλόγλυπτη της Μεταμόρφωσης, αντιπαραβάλλεται με τις ιδιότητες ενός εξειδικευμένου τεχνίτη στην περίπτωση της Παναγίας Πορφύρας.

Το ελαφρά έξεργο ή στρωτό ανάγλυφο της επιπεδόγλυφης τεχνικής, που εφαρμόζεται στο ξυλόγλυπτο της Παναγίας Πορφύρας, παραμένει κοινός τόπος μέχρι και το επόμενο παράδειγμα, που χρονολογείται ακριβώς το 1670 και μας μεταφέρει στο νοτιοδυτικό τμήμα του νομού, το Λέχοβο.

Τα βημόθυρα που διασώθηκαν από παλαιότερο ναό, κατά παράδοση της Παναγίας, συνδέονται με τους πρώτους χρόνους του οικισμού, αλλά και με πρωτεύοντα εργαστήρια του δυτικομακεδονικού χώρου, που η τεχνοτροπική τους γλώσσα ανιχνεύεται σε αρκετά έργα ακόμα και του 16ου αιώνα. Τα βημόθυρα του Λεχόβου φέρουν μικτή διακόσμηση, γραπτή και γλυπτική.

Δίπλα στη μορφή της Θεοτόκου, στην παράσταση του Ευαγγελισμού, μνημονεύονται στην αφιερωματική επιγραφή τα ονόματα του Δημητρίου και του Ιωάννη από το Λινοτόπι. Τα βημόθυρα έχουν επιχρυσωθεί, ενώ το βάθος χρωματίζεται ερυθρό και κυανό. Κατασκευαστικά, οι επιφάνειες που εξέχουν δεν καμπυλώνουν πλέον, αλλά δέχονται οξεία αφαίρεση του βάθους τους. Η επεξεργασία παραμένει στα όρια της αφαίρεσης, αλλά παρατηρείται κάποια, σχεδόν λόγια, σχεδιαστική ικανότητα, καθώς τα ιδιαίτερα μοτίβα παραπέμπουν σε πολυτελείς και επώνυμες κατασκευές του Αγίου Όρους. Αν η ξυλόγλυπτη διακόσμηση είναι έργο του ζωγράφου της γραπτής διακόσμησης, τότε έχουμε να κάνουμε με το πρώτο δείγμα που διαφοροποιεί τη ζωγραφική-αγιογραφική παραγωγή του Λινοτοπίου και σημειώνει τη στροφή των ζωγράφων του προς την ξυλογλυπτική και την επιχρύσωση.

Στον ναό της Αγίας Παρασκευής στο Πισοδέρι, διασώζονται βημόθυρα, που σύμφωνα με επιγραφή, είναι έργο του καλλιτέχνη Ευσταθίου από τη Γράμμοστα, του έτους 1730. Η αναφορά της Γράμμοστας παραπέμπει στις τύχες του Λινοτοπίου, αλλά και της ευρύτερης περιοχής της Μοσχόπολης. Η συρρίκνωση τους, που συντελείται από τα τέλη του 18ου αιώνα, είναι δηλωτική της μείωσης της παραγωγής των καλλιτεχνικών εργαστηρίων, αλλά και της μεταφοράς τους, μαζί με τον πληθυσμό των οικισμών, προς τα ανατολικά της μέσης βαλκανικής χερσονήσου. Οι πληροφορίες της επιγραφής διευκρινίζουν ότι το βημόθυρο είναι σε δεύτερη χρήση στον ναό, ο οποίος το 1848 δέχθηκε τις τελευταίες επισκευαστικές επεμβάσεις.

(Πισοδέρι, ναός Αγίας Παρασκευής, γενική άποψη του τέμπλου)

Το ξυλόγλυπτο του βημchurch1οθύρου, σε πρώτη φάση, απομακρύνεται τεχνοτροπικά από τα δεδομένα των λεχοβίτικων βημοθύρων, με την παρουσία του διάτρητου διακόσμου στο ανώτερο τμήμα των

θυροφύλλων, καθώς το ξυλόγλυπτο παραμένει στρωτό. Η διαφοροποίηση από τη σχηματοποίηση της προηγούμενης περιόδου είναι δεδομένη, με σαφείς υπόνοιες πλαστικής απόδοσης των θεμάτων. Η ξυλογλυπτική στο Πισοδέρι παραμένει συντηρητική στους τρόπους της διακόσμησης που φέρει ή πλαισιώνει τον γραπτό ζωγραφικό διάκοσμο, ο οποίος αποτελεί τον κύριο φορέα των μηνυμάτων για τους θεατές-πιστούς. Δειλά, όμως, οι νύξεις πλαστικότητας και οι λανθάνουσες φυσιοκρατικές φόρμες με την παρουσία συμβόλων συνθέτουν μία γλώσσα κατανοητή στο λατρευτικό κοινό, θεμελιώνοντας μία αυτοτελή -αυστηρά διακοσμητική— γλώσσα, που οι τρόποι της παραμένουν πιστοί στην παράδοση, αγνοώντας τις επιδράσεις των δυτικών ή ανατολικών προτύπων της ίδιας εποχής. Τα σωζόμενα τμήματα του αρχαιότερου τέμπλου της Αγίας Παρασκευής επιτρέπουν την αποσπασματική ανασύσταση της μορφής ενός τριμερούς τέμπλου-εικονοστασίου, που θα επικρατήσει στα επόμενα χρόνια.

Τέσσερις δεκαετίες περίπου αργότερα, η επιγραφή του τέμπλου στο καθολικό της μονής Γεννήσεως της Θεοτόκου, στην Κλεισούρα, μας επαναφέρει στο Λινοτόπι. Σε αυτήν αναφέρεται το όνομα του επιχρυσωτή Κωνσταντίνου, που συμμετείχε στις εργασίες που έγιναν για την επιχρύσωση του τέμπλου, το 1772. Το τέμπλο, σε δεύτερη χρήση, αποτελεί ξεκάθαρο δείγμα των κατακτήσεων του ανατολικού μπαρόκ και ροκοκό. Επιβάλλεται με τον όγκο και την πολυτελή παρουσία του σε κυρίαρχο δομικό στοιχείο των διαστάσεων του ναού. Διαχωρίζει απόλυτα σε ύψος το Ιερό Βήμα και αποκτά πλαστική αρχιτεκτονική υπόσταση με τον καταμερισμό των επιφανειών και την κλίση του ανώτερου τμήματος. Η ανθρώπινη μορφή ως μεμονωμένο θέμα, αλλά και οργανωμένη σε σύνθετες παραστάσεις των Γραφών, προσδίδει διηγηματικό περιεχόμενο στην παρουσία του τέμπλου. Η διάπλαση του όγκου της διακόσμησης, δίχως τον δισταγμό του πειραματισμού και με την αυτοπεποίθηση της πλαστικής αρτιότητας, συγκροτεί ένα διαφορετικό ρόλο για το Ιερό Βήμα, το οποίο αισθητικά και συγκινησιακά προβάλλει εξίσου σημαντικό με τις λατρευτικές εικόνες που φέρει.

Το τέμπλο είναι προϊόν του ισχυρότερου κέντρου της περιοχής στο διαμετακομιστικό εμπόριο της οθωμανικής Ανατολής με τη χριστιανική Δύση, αλλά και της μητρόπολης πολυπληθών κοινοτήτων αποδήμων στην Κωνσταντινούπολη και τις πόλεις της αυστροουγγρικής επικράτειας της εποχής. Στο τέμπλο του μοναστηριού της Κλεισούρας αποτυπώνεται η συσσώρευση οικονομικών πόρων σε αυτές τις κοινότητες, παράλληλα με την επικοινωνία, την επίδραση και αφομοίωση στοιχείων και καλλιτεχνικών κατακτήσεων της Δύσης. Οι τρόποι διακόσμησης αυτού του τέμπλου αποτελούν την κορυφαία στιγμή της αυτοδύναμης καλλιτεχνικής μετουσίωσης του ξύλου. Η πολυεπίπεδη γλυπτική του κουφωτού ή σκαλιστού στον αέρα τέμπλου θα παραμείνει ζητούμενο σε όλα τα τέμπλα, μέχρι και τα τέλη του 19ου αιώνα, με τη διαφορά της λεπτουργικής εκζήτησης, που θα επαναφέρει τα ξυλόγλυπτα στον πρότερο διακοσμητικό τους χαρακτήρα. Προσδιοριστικά παραδείγματα, ενδεικτικά της εκφραστικής ολοκλήρωσης, της κατασκευαστικής αρτιότητας, αλλά και της συνακόλουθης ψυχρότητας πρέπει να θεωρηθούν, το τέμπλο του Αγίου Νικολάου στο Νυμφαίο, που χρονολογείται στο τρίτο τέταρτο του 19ου αιώνα, κατεστραμμένο σήμερα, και το τέμπλο της Κοίμησης της Θεοτόκου στο χωριό Κέλλη, που τοποθετείται στους τελευταίους χρόνους του 19ου αιώνα. Στο δεύτερο τέμπλο μαρτυρείται εκ νέου ο περιορισμός της ανθρώπινης μορφής σε μεμονωμένο διακοσμητικό μοτίβο, παράλληλα με τον     περιορισμό του φυσικού διακόσμου στα όρια των διαχώρων που συγκροτούν οι νεοκλασικοί πια όγκοι.

Το μοναδικό επιγραφικό στοιχείο που υπάρχει στο τέμπλο του Αγίου Γεωργίου, στην πόλη της Φλώρινας, είναι η αριθμητική χρονολογία 1840. Ο ναός έχει δεχθεί πολλαπλές επεμβάσεις και πρέπει να θεωρηθεί ασφαλής η υπόθεση ότι το τέμπλο συνετέθη από τμήματα παλαιότερων εικοναστασίων. Η μοναδικότητα του έγκειται στον απόλυτο περιορισμό του ξυλόγλυπτου διακόσμου σε ζώνες με απλό φυτικό διάκοσμο, που διαχωρίζουν και πλαισιώνουν τις σειρές των εικόνων. Οι μόνες επιβιώσεις παλαιότερων μορφών διακόσμησης με εικονιστικά θέματα διατηρούνται στα βημόθυρα και στο «κλαδί» με τον σταυρό και τα λυπηρά. Στη λιτή, όμως, απόδοση προστίθεται η εικονογράφηση των θωρακίων με σκηνές της Παλαιάς Διαθήκης, ενώ παραστάσεις της Καινής Διαθήκης καλύπτουν τις επιφάνειες των τοξοτών επιστέψεων των δεσποτικών εικόνων. Η πιθανή απόδοση τους σε εργαστήριο του ηπειρωτικού χώρου, καθώς τεχνοτροπικά και θεματολογικά μας παραπέμπουν στις κατακτήσεις των αγιογράφων των Χιονάδων αυτής της εποχής, αιτιολογεί τη διαφοροποίηση στα αισθητικά κριτήρια για την επιλογή της μορφής του τέμπλου, που αποκτά συνειδητά ολοκληρωμένο αφηγηματικό ρόλο. Η μορφή του τέμπλου θα πρέπει να ερμηνευθεί σε συνάρτηση με τον περιορισμό στο ελάχιστο του αριθμού των ναών που τοιχογραφούνται αυτήν την εποχή. Ένα δεύτερο στοιχείο είναι το κατασκευαστικό κόστος. Οι ανάλογες πληροφορίες της ευρύτερης περιοχής ορίζουν κόστος ανάλογο, αν όχι μεγαλύτερο, με την κατασκευή ενός ευμεγέθους κουφωτού ή σκαλιστού στον αέρα ξυλόγλυπτου τέμπλου, χωρίς να προσεγγίζουν από την άλλη πλευρά το απαγορευτικό κόστος της επιχρύσωσης.

Με την περίπτωση του τέμπλου του Αγίου Γεωργίου εισάγεται η περίοδος έντονης ανοικοδόμησης ναών, αλλά και επισκευής παλαιότερων στην περιοχή της Φλώρινας, που πρέπει να συνδεθεί με την αλλαγή των οικονομικών όρων αλλά και των διοικητικών περιορισμών. Ήδη, η αναφορά στο τέμπλο

της Κέλλης δείχνει την επιβίωση παλαιότερων μορφών τέμπλου. Το κύριο, όμως, χαρακτηριστικό της περιόδου είναι ο περιορισμός των ξυλόγλυπτων επιφανειών και τρόπων στην κλίμακα που επιβάλλει η νεοκλασική διάρθρωση των εικονοστασίων, με τη σημαντική διαφοροποίηση της διακόσμησης των επιφανειών με γραπτό διάκοσμο, όχι πλέον παραστατικό αλλά διακοσμητικό, ανάλογο της κοσμικής διακόσμησης σπιτιών της ίδιας περιόδου. Η εισβολή του χρώματος διαφοροποιεί τη θεώρηση και την αίσθηση του συνολικού χώρου του ναού. Στις εκκλησίες της Μικρολίμνης, του Πυξού, του Τριγώνου, του Αγίου Γερμανού ή του Πολυποτάμου οι επιλογές των χρωμάτων που επιβάλλονται, λόγω των μεγάλων επιφανειών που καλύπτουν, αποτελούν ευχάριστες εκπλήξεις ακόμα και για τα σημερινά δεδομένα. Στους ίδιους ναούς αυτής της περιόδου ανήκουν και οι μοναδικές περιπτώσεις της συνολικής διακόσμησης των ναών. Οι τεχνίτες του τέμπλου κατασκευάζουν ταυτόχρονα τον άμβωνα, τον επισκοπικό θρόνο και τα προσκυνητάρια. Η ιδιαιτερότητα αυτής της εποχής θα πρέπει να αποδοθεί στις τοπικές οικονομικές και πληθυσμιακές συνθήκες.

Στην Κοίμηση της Θεοτόκου, στους Ψαράδες της Πρέσπας, παραδίδεται το πιο ολοκληρωμένο δείγμα της νέας μορφής του τέμπλου. Άρτιο κατασκευαστικά, δομείται αυστηρά σύμφωνα με τις νεοκλασικές επιταγές. Κίονες και κιονόκρανα, άγγελοι ολόσωμοι που κρατούν στεφάνια νίκης, κομψός φυτικός διάκοσμος που καλύπτει με άνεση και λιτά τις επιφάνειες και τα σημεία, τα οποία καθορίζονται με τους όρους του στολισμού μίας αυστηρής πρόσοψης. Είναι επιζωγραφισμένο και επιλεκτικά επιχρυσωμένο. Σε αντίθεση με τους άλλους ναούς, που οι οροφές τους φέρουν καθαρά κοσμική διακόσμηση με φυτικούς ομφαλούς και μπακλαβαδωτά σχέδια, στην Κοίμηση των Ψαράδων τα τέσσερα διάχωρα, που σχηματίζονται στην οροφή των πλάγιων κλιτών, φέρουν στο κέντρο τους την παράσταση των συμβόλων των Ευαγγελιστών. Η χρονολόγηση των ξυλόγλυπτων του ναού των Ψαράδων στην είσοδο του 20ού αιώνα, οριοθετεί την ολοκλήρωση της πορείας της εκκλησιαστικής ξυλογλυπτικής στον νομό της Φλώρινας.

Ξεχωριστή και καταληκτική περίπτωση αποτελεί το τέμπλο του ναού του Αγίου Βαρθολομαίου στην ομώνυμη κοινότητα. Κατασκευάστηκε το 1933 από τον Αντώνιο Ταλειαδώρο και τον γιο του, που επικράτησαν στο σχετικό διαγωνισμό που προκήρυξε η Νομαρχία Φλώρινας. Ο αντίπαλος ηπειρώτης ξυλόγλυπτης αποσύρθηκε, αναγνωρίζοντας τα προτερήματα του Ταλειαδώρου, που συνδέονταν με την παράδοση των μετσοβίτικων εργαστηρίων, τα οποία επεκτάθηκαν με έργα και μαθητείες στην περιοχή του βόρειου βιλαετιού του Μοναστηρίου. Παρά την περιορισμένη έκταση των ξυλόγλυπτων επιφανειών και τις εύκολες λύσεις της ξυλοκοπτικής που εισηγείται ο Ταλειαδώρος σε σειρά κοσμικών και εκκλησιαστικών έργων του, η ποιότητα της γλυπτικής του στηρίζεται στην κατασκευαστική αρτιότητα, που υπηρετεί με πληρότητα τη σχεδιαστική ικανότητα του τεχνίτη. Το εκλεπτυσμένο φυσιοκρατικό ξυλόγλυπτο εξέχει με ελάχιστη διαφοροποίηση από το βάθος του, με φυτικά θέματα έντονης πλαστικότητας, μορφές πουλιών και ανθρώπων, αλλά και το θέμα του αναγεννημένου φοίνικα. Ακόμα και μεμονωμένα κεφάλια πουλιών συμπλέκονται οργανικά με τους βλαστούς, παραπέμποντας σε εικονογραφικά πρότυπα που ο ίδιος διατηρεί στο αρχείο του.0 θάνατος του Αντώνη Ταλειαδώρου, το 1936,ορίζει και το τέλος της ξυλογλυπτικής παραγωγής στην περιοχή της Φλώρινας. Τρεις δεκαετίες περίπου αργότερα η κατευθυνόμενη επιλογή τεχνοτροπικών μορφών, που θα πρέπει να αποδίδονται στη βυζαντινή παράδοση, νεκρώνει κάθε αισθητική κληρονομιά και εξέλιξη στον ξυλόγλυπτο διάκοσμο των ναών του νομού. 0 τεχνίτης που μαθήτευσε κοντά στην ηπειρώτη ξυλόγλυπτη στα χρόνια της κατασκευής του τέμπλου της Μηλόβιστας, στα βόρεια του Μοναστηρίου, επέλεξε συνειδητά το επαγγελματικό επίθετο Ταλειαδώρος ως επώνυμο του. 0 θάνατος του αλληγορικά σηματοδοτεί το οριστικό πέρας μίας εποχής καλλιτεχνικής δημιουργίας, που συνθέτουν οι δυνάμεις της παράδοσης στην επαφή τους με τα νέα ρεύματα και τις τεχνοτροπίες, οι όροι του χειροτεχνικού επαγγέλματος και οι ανώνυμες επιταγές των κοινοτήτων της εποχής ως εκφραστές των συλλογικών αισθητικών προτιμήσεων.

church2(Ναός Αγίου Βαρθολομαίου στο ομώνυμο χωριό. Τμήμα της ξυλόγλυπτης διακόσμησης του τέμπλου, έργο των Αντωνίου και Ανέστη Ταλειαδώρου του 1930)

aireti1
politistikes1
phone1
farmakeia1
webcam1
dromologia1
fuel
banner_eolika_parka_florina

Πρόγνωση καιρού

°F°C
Φλώρινα
Cloudy
Humidity: 71%
Wind: N at 10 mph
Thu
Rain
3 | 11
Fri
Mostly Sunny
5 | 13
Sat
Clear
5 | 22

Χρήσιμοι Σύνδεσμοι

diaygeiahoriz
banner_kephorizkepe
dktpta