Η Φλώρινα είναι ένας τόπος σπάνιας φυσικής ομορφιάς. Βρίσκεται γεωγραφικά σε μια θέση απ' όπου πέρασαν και περνούν σ' όλη τη διάρκεια της ιστορίας της διάφοροι λαοί. Η διέλευση τους άφησε σημάδια. Οι πολιτισμοί τους συναντώνται και εν μέρει αλληλοεπηρεάζονται. Γηγενείς, Βλάχοι, Αρβανίτες ή Αρβανιτόβλαχοι, Σαρακατσάνοι, πρόσφυγες από τη Βόρεια Ήπειρο, την ευρύτερη Άνω Μακεδονία και το κοσμοπολίτικο Μοναστήρι, από την Μ.Ασία, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη, όλοι μαζί διεκδικούν χώρο στο ενδυματολογικό χοροστάσι της περιοχής Φλώρινας, που είναι ίσως το πλουσιότερο απ' όλη την Ελλάδα σε ποικιλίες ενδυμασιών.

Οι ομάδες των γηγενών κατά ενδυμασίες είναι οκτώ-εννιά, σε συνάρτηση με το έθιμο ότι «παντρεύονται όπου ταιριάζει η στολή τους». Αρχίζουμε από τα δώδεκα χωριά του κάμπου βόρεια της πόλης Φλώρινας, που βρίσκονται σ' ένα νοητό τρίγωνο με βάση τη συνοριογραμμή στη Νίκη. Είναι τα συγγενικά «κάτω χωριά» Πρώτη, Κλαδοράχη, Κάτω Κλεινές, Παρόρι, Εθνικό, Κρατερό, Αγ. Παρασκευή, Νίκη, Πολυπλάτανος, Ανω και Κάτω Καλλίνικη. Κύρια χαρακτηριστικά της ενδυμασίας τους είναι η κοντή γκιουρδία και το μαντήλι με φούντα.

costums1

(Ακρίτας, νυφικό ζευγάρι με τα παλιά καλά ρούχα.)

Μια μικρότερη ομάδα είναι τα δύο ορεινά «πάνω χωριά» Ακρίτας (Μπούφι) και Άλωνα στην άλλη πλευρά του βουνού νότια. Ανάμεσα στις δύο αυτές υποομάδες υπάρχουν μικρές ενδυματολογικές διαφορές δυσδιάκριτες από τους ξένους και τους αμύητους. Αυτός ο τύπος της ενδυμασίας, στην καλοκαιρινή του μορφή, επικράτησε στα χορευτικά συγκροτήματα ως απλούστερος και έτσι μας είναι περισσότερο γνωστός Νότια, πολύ κοντά στη Φλώρινα, είναι διαδεδομένη η ενδυμασία τύπου Σκοπιάς με το καπιτονέ φόρεμα, την «αντερία», την παλιά και νέα ποδιά, το παλιό και νέο πουκάμισο, τις φανταχτερές μαντήλες. Στην ίδια ομάδα περιλαμβάνονται τα χωριά γύρω από τη Φλώρινα προς τα νότια όπως ο Τροπαιούχος, το Πέρασμα.κ.ά.

Προς τα ανατολικά κυριαρχεί παρόμοιος τύπος, όπως στα χωριά του Αρμενοχωρίου, της Σιταριάς, της Παλαίστρας κ.α., που έχει πουκαμίσα με μεγάλα ρομβοειδή κεντήματα και σταυροβελονιές στον ποδόγυρο κατά τον τύπο της Σκοπιάς.

Προς τα βορειοανατολικά, στην Ιτιά και το Νεοχωράκι, στον Παπαγιάννη και τη Μελίτη, απαντάται άλλη παραλλλαγή. Αναγνωρίζεται από το πτυχωτό, σγουρό, μαλλοβάμβακο αμάνικο φόρεμα, με ρίγα στην ύφανση, που ράβεται κάθετα σε χρώμα φυσικό άσπρο ή άλλα απαλά. Αυτή είναι η νεότερη μορφή, ενώ η παλιά είναι ίδια με της Σκοπιάς.

Στην ίδια περίπου κατηγορία εντάσσεται και η ενδυμασία της Αχλάδας-Σκοπού.στα Β.Α., με μάλλινη φαρδιά σουρωτή στη μέση ποδιά, με δαντέλες σε σχήμα γωνίας, που μοιάζει και στης Σκοπιάς και του Αρμενοχωρίου.

Αυτές οι τέσσερις μικρές ομάδες έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά, που σχετίζονται με το πουκάμισο, το φόρεμα, την ποδιά κ.ά. Ίσως το ποτάμι Σακουλεύας να αποτελεί δρόμο ενδυματολογικής και άλλης επαφής των χωριών που βρίσκονται κατά μήκος του.

Από τις ανατολικές περιοχές του νομού, παίρνοντας τον δρόμο προς τα πεδινά, οι ενδυμασίες απλοποιούνται, αλλά και αστικοποιούνται. Έτσι, στους Λόφους η ποδιά είναι φαρδιά μάλλινη και κόκκινη, ενώ στη Βεύη κυριαρχεί το καπιτονέ ανοιχτό φόρεμα-πανωφόρι, η ριγέ αντερία, και η απλή υφαντή με φαρδιές ρίγες ποδιά. Ωστόσο, στην Κέλλη, τη Βεύη το Κλειδί, τις Πέτρες το Ξινό Νερό και τον Άγιο Παντελεήμονα, που είναι κάτω από την επίδραση του Αμυνταίου (με τον σιδηροδρομικό Σταθμό, όπου τερμάτιζαν τα τρένα στο τέλος του 19ου αι., πριν προεκταθεί η γραμμή προς τη Φλώρινα) και έχουν άνοιγμα προς τους νομούς Κοζάνης και Πέλλης, είναι νωπή η μνήμη της νεότερης ημιαστικής ενδυμασίας, με το ολόσωμο μονόχρωμο μάλλινο φόρεμα ή το καλό σατέν με ίδια ποδιά και μαντήλι, συνήθως σκούρο μπλε.

Κυκλώνοντας από τα νότια τον νομό συναντούμε τα χωριά των λιμνών κάτω απ' το Βίτσι, δηλαδή τους Αγίους Αναργύρους, τον Αετό, το Σκλήθρο και τα Ασπρόγεια, ακόμη και το Βαρικό στη νοτιότερη μύτη. Είναι τα λιγότερο μελετημένα από ενδυματολογική, αλλά η θέση τους ανάμεσα σε βλαχοχώρια, αρβανιτοχώρια, στους Σούρδηδες της Κοζάνης και στα Κορέστια προσδιορίζει περίπου τα ρούχα τους με τις αντίστοιχες επιδράσεις.

Οδεύοντας ΒΔ συναντούμε την Τριανταφυλλιά, τον Πολυπόταμο και τον Ατραπό, οι φορεσιές των οποίων συγκροτούν έναν πολύ χαρούμενο και διαφορετικό απ' όλους ενδυματολογικό τύπο, με τα κοντά και φαρδιά σε έντονους χρωματισμούς φορέματα, συνήθως βελούδινα, τα μόνα που φοριούνται μέχρι σήμερα, ως απομεινάρι μιας παλιότερης ντόπιας στολής με πολλά βλάχικα στοιχεία.

Ξεμοναχιασμένα, λόγω βουνού, είναι η Κορυφή και το Τρίβουνο, που τα ρούχα τους προσομοιάζουν με την ενδυμασία των Κορεστίων της Καστοριάς, δεδομένου ότι βρίσκονται στο ίδιο βουνό στο Βίτσι.

Ανεβαίνοντας ΒΔ βρισκόμαστε στα Άνω Κορέστια, με κεφαλοχώρι το Ανταρτικό και μικρότερο το Πράσινο. Εδώ βρίσκεται το ποίημα της φλωρινιώτικης ενδυμασίας, που δημοσιεύτηκε, σχεδιάστηκε και φωτογραφήθηκε περισσότερο απ' όλες και προβάλλεται ως μνημείο κεντητικής τέχνης. Στα σύνορα με την Αλβανία βρίσκονται το Βατοχώρι και το τελωνιακό φυλάκιο η Κρυσταλλοπηγή, με ντόπιους και Βλάχους, σκηνίτες παλιά, οι οποίοι έχουν τη δική τους σκούρη πτυχωτή στολή χαρακτηριστική των νομάδων της Ηπείρου.

Μένουν οι Πρέσπες, με τα ντόπια χωριά Μικρολίμνη, Λευκώνας, Άγιος Αχίλλειος στο νησάκι, και τέλος στο ακρότατο σημείο του Τριεθνούς, σε μία μικρή αγκαλιά της Μεγάλης Πρέσπας, οι Ψαράδες, που έδωσαν και το όνομα στη μαύρη με το σιγκούνι στολή όλης της περιοχής.

Στις Πρέσπες όμως υπάρχουν πρόσφυγες του '22 από τον Λευκό Πόντο στα χωριά Άγιος Γερμανός, Λαιμός και Πλατύ, και προπαντός στις Καρυές. Υπάρχουν, επίσης, και Βλάχοι, κατεξοχήν στο Βροντερό και λιγότερο στον Άγιο Γερμανό, στην Καλλιθέα και το Τρίγωνο, που ήρθαν το '51 και μετά.

Διαγράφοντας και πάλι τον κύκλο πιο εσωτερικά τώρα, βρίσκουμε το ονομαστό Πισοδέρι που μαζί με το συγγενικό του αρχοντοχώρι Νυμφαίο, αν και σε μεγάλη απόσταση διαγωνίως απέναντι, αποτελούν το δίδυμο των βλάχικων χωριών, με ιδιαίτερη αστική ενδυμασία. Η ενδυμασία τους σχετίζεται, αφενός, με εκείνη των Αρβανιτοβλάχων —στο δέσιμο του μαντηλιού και στον μακρύ επενδύτη με γούνα- και, αφετέρου, με τη μόδα της Κεντρικής Ευρώπης.

Τα ξακουστά για τους μαστόρους και την καλλιτεχνική τους δραστηριότητα αρβανιτοχώρια Λέχοβο, Φλάμπουρο και Δροσοπηγή, διακρίνονται για την ωραία ημιαστική τους ενδυμασία ηπειρωτικού τύπου: μακριές σκούρες φουστάνες με βελούδο στον ποδόγυρο και στο μπούστο για τις ηλικιωμένες γυναίκες, ενώ οι νεότερες ξεχωρίζουν για τις κλαρωτές φούστες, τα συρματερά κοσμήματα και το πολύ κομψά δεμένο με φιόγκο στο πλάι μεταξωτό μαντήλι.

Στη Φλώρινα υπάρχουν πρόσφυγες από την Κιουτάχεια της Μικράς Ασίας, που η ενδυμασία τους με βελούδινα χρυσοκέντητα σαλβάρια και γιλέκα έχει ανατολίτικα στοιχεία, σήμερα όμως δε σώζεται τίποτα. Μικρασιάτες επίσης, αλλά από τα παράλια στην περιοχή της Τροίας, είναι οι κάτοικοι του χωριού Φαράγγι στη νότια πλευρά της λίμνης Βεγορίτιδας. Από τον παραλιακό Πόντο της Βιθυνίας προέρχονται οι κάτοικοι στο διπλανό Μανιάκι, οι οποίοι όταν πρωτοήλθαν, φορούσαν σαλβάρια.

Τα ποντιακά χωριά νότια της Φλώρινας όπως η Κολχική, ανατολικά Άγιος Βαρθολομαίος, στα βόρεια ο Τριπόταμος στα σύνορα ο Νέος Καύκασος, στην πεδιάδα της περιοχής Αμυνταίου ο Φανός και ο Ροδώνας, και ΝΑ κάτω από τη λίμνη Βεγορίτιδα προς το Νομό Κοζάνης, η Βεγόρα, η Λεβαία (Λακκιά), το Αντίγονο κ.ά. έχουν τη γνωστή ποντιακή ενδυμασία.

Τελευταίους αφήσαμε τους πρόσφυγες της Ανατολικής Θράκης που εγκαταστάθηκαν από την Μακρά Γέφυρα στις Άνω Κλεινές κοντά στη Φλώρινα και από το Κερμένι της παραλιακής Σηλύβριας δίπλα στην Κωνσταντινούπολη, στο Φιλώτα νότια του Αμυνταίου και στο Σκλήθρο, φέροντας μαζί τους τις παραδοσιακές τους ενδυμασίες.

Δεν πρέπει να παραλείψουμε τους νομάδες Σαρακατσάνους, που τα καλοκαίρια έστηναν τις καλύβες τους στα βουνά της Παπαδιάς (Κάίμακτσαλάν), του Πισοδερίου (Βίγλα), της Τριαναταφυλλιάς και της Κρυσταλλοπηγής. Η γυναικεία ενδυμασία τους ήταν της «Σερβιάνας», με τις μακριές ανοιχτόχρωμες κεντημένες πτυχωτές φούστες, τις πολυκεντημένες ομοιόχρωμες με φραμπαλάδες ποδιές. Οι άντρες ήταν ντυμένοι σχεδόν σαν τους Βλάχους, δηλαδή με φουστανέλλα ή άσπρο σαγιακένιο παντελόνι.

Ενδυμασία γηγενών

Οι φορεσιές των γηγενών συγκροτούν διάφορες ομάδες με κοινά τα βασικά στοιχεία και παραλλαγές που εντοπίζονται στα κεντητικά μοτίβα, στα χρώματα, αλλά και στο κόψιμο.

Τα βασικά ρούχα της γυναικείας στολής είναι η φανέλα, το πουκάμισο, η τραχηλιά, το σιγκούνι, η γκιουρδία, ο σαγιάς, το ζωνάρι, η ποδιά, η μαντήλα, τα χειρότια, οι κάλτσες και τα υποδήματα (τσαρούχια, μποτίνια, κουντούρες). Αυτά εμπλουτίζονται με μισοφόρι, φόρεμα, αντερία, γιλέκο, ζακέτο, πανωφόρι, δεύτερο μαντήλι και άλλα μαντηλώματα συμβολικά στη μέση, στολίδια από αλυσίδες, πλάκες, ζώνες, πόρπες και χάντρες.

Τα ρούχα των αντρών είναι η φανέλα, το πουκάμισο, τα χειρότια, σώβρακο μακρύ, κάλτσες μακριές σαγιακιένιες ως τη ρίζα του μηρού και τσουράπια ως το γόνατο, μπενεβρέκια, παντελόνι γκολφ με γκέτες, ζωνάρι και ζώνη, γιλέκο κοντό, μακρυμάνικο και αμάνικο ή γκιουρδία, πανωφόρι (ντουλαμάς) και γούνα ή κάπα, τσαρούχια, μποτίνια και παπούτσια, στο κεφάλι φέσι, καλπάκι ή τραγιάσκα. Κι αυτοί φορούν διάφορα διακοσμητικά συμβολικά εξαρτήματα, στολίδια, κιουστέκια και αλυσίδες στο στήθος.

costums2

Μοναστηριώτες με αντρικές βλάχικες και γυναικείες ημιαστικές ενδυμασίες των αρχών του 20ου αιώνα

Τα γυναικεία ρούχα

Η φανέλα είναι άσπρη μάλλινη πλεκτή ή υφαντή από άβαφο μαλλί με κοντά ως την αγκώνα μανίκια ή μακριά ως τον καρπό, αλλά τελευταία και χωρίς αυτά.

Το πουκάμισο (κοσούλα), εξέλιξη από το βυζαντινό «καμίσιον», είναι βαμβακερό, άσπρο, ίσιο, λιτό στο κόψιμο του, από μια μάνα (ύφασμα στο φάρδος του αργαλειού 40-50 εκ.), μονοκόμματο εμπρός πίσω, που φαρδαίνει με τα λαγκιόλια (δύο τριγωνικά μακριά κομμάτια από κάθε πλαϊνή πλευρά που σβήνουν στη μασχάλη). Ένα μικρό τριγωνάκι σ' εκείνο το σημείο βολεύει την ένωση με το μανίκι, που γίνεται από μία μάνα διπλωμένη με τη ραφή προς τα κάτω. Με δύο ψαλιδιές σε σχήμα ταυ κόβεται ο λαιμός και το εμπρός άνοιγμα ως τη μέση. Τα παλαιά πουκάμισα ήταν μακριά και φαρδιά, ενώ τα νεότερα πιο στενά και προπαντός πιο κοντά.

Διακοσμούνται με κέντημα, δαντέλα, πούλιες ή χάντρες ή όλα μαζί στα μέρη που φαίνονται και που είναι παρυφές ανοιγμάτων και ραφές. Σ' αυτά τα σημεία η διακόσμηση έχει και αποτροπαϊκό ή συμβολικό χαρακτήρα, διακρίνοντας το επίσημο και τελετουργικό από το καθημερινό πουκάμισο. Στο είδος του κεντήματος βρίσκονται οι κατά τόπους διαφοροποιήσεις που έτσι προσδιορίζουν ακριβώς και την προέλευση τους.

Ειδικά τα κεντήματα στα πουκάμισα της Φλώρινας, έχουν μια μοναδική ποικιλία, όπως άσπρο του βελονιού (Ανταρτικό και παλιό Πρεσπών), μαύρο ή κίτρινο σε στενή λωρίδα στον ποδόγυρο με πολύχρωμες κολώνες πίσω, φτιαγμένες από πυκνή λοξή βελονιά (ομάδα δώδεκα χωριών όπως το Κρατερό, η Αγία Παρασκευή κ.τ.λ.) ψιλό αραιό κέντημα άσπρο ή μπλε και χαντρούλες (Ακρίτας ή Άλωνα), με μεγάλους ρόμβους ή πλάκες «τα πόλυς» από σταυροβελονιά, (Ιτιά, Αχλάδα, Αρμενοχώρι, Σκοπιά) κ.ά. Στη Σκοπιά το καλό άσπρο πουκάμισο ήταν εντελώς ακέντητο, σγουρό και επί τούτου επεξεργασμένο για να μένει στενό, στοιχείο κομψότητας. Στις Πρέσπες κάτω από το πουκάμισο φορούσαν το μισοφόρι από το ίδιο ύφασμα και χρώμα, σουρωτό στη μέση, με λίγη χειροποίητη δαντελίτσα στον ποδόγυρο που προβάλλει λίγο.

Η τραχηλιά {σαλιάρα ή επιστήθιο) είναι ένα μικρό ορθογώνιο ύφασμα που δένει στο λαιμό και καλύπτει εσωτερικά το άνοιγμα του πουκάμισου. Το υλικό και η ποιότητα του υφάσματος, το χρώμα και η διακόσμηση διαφέρουν κατά στολή. Για παράδειγμα, η καλή τραχηλιά της πρεσπιώτικης ενδυμασίας ήταν μαύρη και βελούδινη, ενώ η καθημερινή ήταν χρωματιστή ή άσπρη, φοριόταν απέξω κι έδενε επάνω από το σιγκούνι πίσω στη μέση. προσδίνοντας ιδιομορφία. Η τραχηλιά του Ανταρτικού στολιζόταν με κουμπάκια και πούλιες, κάθετα και στο λαιμό, δηλαδή στα σημεία που πρόβαλλαν από το άνοιγμα της πουκαμίσας. Άλλη έχει ψιλά κεντήματα στα ίδια σημεία και άλλη, π.χ. των Αλώνων, ένα φιογκάκι από χρωματιστή κορδέλα, ενώ του Πολυποτάμου είναι μονόχρωμες, βελούδινες, σατέν κ.ά., αλλά και με φανταχτερά χρώματα.

Τα μανίκια που καλύπτουν τα μπράτσα συχνά είναι πρόσθετα ραμμένα ή δεμένα με κορδόνια. Τέτοια γιορταστικά-νυφικά μανίκια, γυρισμένα κατά το ήμισυ και πολυκεντημένα, είναι τα άσπρα «πανωμάνικα» ή «κοφτά» του Ανταρτικού και τα παλαιά των Πρεσπών. Στην καθημερινή τους ζωή, όταν βγαίνουν έξω, φορούν στα χέρια χωριστά μανίκια, τα «μπρουμάνικα» ή «χειρότια» (κάλτσινα) από τον καρπό ως τον αγκώνα, που είναι μάλλινα πλεκτά, κυρίως άσπρα άλλοτε μαύρα με λίγο κεντηματάκι ή δαντελίτσα ή χρώμα στη μανσέτα, σπανιότερα ριγωτά (Άλωνα) και ακόμη πιο σπάνια πολύχρωμα και με επικέντηση τα νυφιάτικα, όπως στο Ανταρτικό. Στις Πρέσπες τα καλά χειρότια, κατά τον Μεσοπόλεμο, ήταν βελού¬δινα μαύρα., ενώ σε άλλα μέρη βυσσινί ή μπλε σκούρα.

Το βελούδινο ύφασμα (μάλλινο ή βαμβακερό) ήρθε από το εξωτερικό με τους ξενιτεμένους της Αμερικής και χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα στα επίσημα ρούχα, πριν από την εγκατάλειψη ορισμένων στολών ή στο μεταβατικό τους στάδιο.

Το αμέσως επόμενο από το πουκάμισο ρούχο, εκτός από τη μάλλινα, θεωρείται επενδύτης και μπορεί να είναι ο σαγιάς, το σιγκούνι, η αντερία, η γκιουρδία, το ζακέτο, το κοντογούνι ή γουνάκι και η ρεσάτσκα (μακρύ αμάνικο, σπανιότερα μανικωτό πανωφόρι).

Ο επενδύτης είναι συνήθως χωρίς μανίκια (γκιουρδία) ή με γυριστά ως τον αγκώνα (σαγία και σιγκούνι), όπως στην περίπτωση των Πρεσπών και του Ανταρτικού ή με μανίκια(αντερία) στη Σκοπιά. Το ρούχο αυτό μπορεί να γίνει εξωτερικό ή ενδιάμεσο ή να παραλειφθεί, ανάλογα με τις κλιματολογικές συνθήκες κάθε εποχής.

Ο σαγιάς (σαγία), ενδιάμεσο ρούχο, γίνεται από άσπρο βαμβακερό δίμητο με φαρδιά γυριστά μανίκια Μπορεί να είναι και μάλλινος, με πυκνό κέντημα στο μπούστο από πολύ στριμμένες μάλλινες κλωστές, κυρίως πορτοκαλί και κίτρινες. Φέρει επίσης κέντημα στις ραφές, στις γωνίες και στον ποδόγυρο που καταλήγουν σε κοντά ομοιόχρωμα κρόσια. Θυμίζει τους άσπρους και μπλε σαγιάδες του Γιδά και περιοχών του νομού Πέλλας, τους πράσινους σαν της Σκοπιάς, της Μπάλτζας και του Δρυμού έξω από τη Θεσσαλονίκη. Πολύ όμορφος είναι ο μάλλινος νυφικός σαγιάς του Ανταρτικού και ο παλιός των Πρεσπών. Χαρακτηριστική είναι η απλικέ κόκκινη τσόχα στις παρυφές των μπροστινών φύλλων και στις γωνίες επάνω στις οποίες επιρράπτουν με διακοσμητικό τρόπο πολύ ψιλά μονόχρωμα υφασμάτινα κομματάκια.

Ενδιάμεσο ρούχο είναι και το μανικωτό κοντό ζακέτο, π.χ. όμοιο με την καπιτονέ αντερία όταν φοριέται μαζί μ' αυτήν. Ανάλογα με το ύφασμα και το κόψιμο, φοριέται από μέσα ή από επάνω ως επίσημο. Κοντογούνι ή γουνάκι λέγεται το μανικωτό γιλέκο από μαύρη τσόχα, με επένδυση και περίγυρο γούνας.

Το σιγκούνι είναι από μαύρο σαγιάκι κτυπημένο στο νερό. Χρησιμοποιείται ως φόρεμα χει¬μώνα και καλοκαίρι, αν και είναι ανοιχτό με δυό λοξά φύλλα που επανωτίζουν. Οι κομένες πλαϊνές ραφές στολίζονται από κόκκινο κορδόνι, όπως και το κόψιμο της τσέπης. Τα μανίκια γυρίζουν 10-15 πόντους από την αγκώνα επάνω στα μπράτσα. Έτσι προβάλλει το πουκάμισο και τα χειρότια.

Η αντερία είναι ένας επενδύτης συχνότερα αμάνικος, που συνήθως καλύπτεται από άλλο ρούχο. Γίνεται από υφαντό, βαμβακερό ή μάλλινο και αργότερα αγοραστό ύφασμα, ριγέ ή ψιλό καρώ σε σκούρα χρώματα, ντουμπλάρεται, γεμίζεται με βαμβάκι και γαζώνεται σαν πάπλωμα (καπιτονέ-ματλασέ). Η ανατολίτικη αυτή τεχνική προστατεύει πολύ το σώμα από το κρύο. Την καπιτονέ αντερία υιοθέτησαν πολλά χωριά με κυρίαρχη τη Σκοπιά. Νεότερη εξέλιξη ως ενδιάμεσο ρούχο στη θέση της αντερίας, αποτελεί το κλειστό αμάνικο φόρεμα με κόψιμο ως τη μέση από υφαντό μάλλινο ή αγοραστό ύφασμα, που συναντάται στο Νεοχωράκι, Ιτιά και άλλα μέρη. Αργότερα κυριάρχησε ως ευρωπαϊκό ντύσιμο με μανίκια και σε ορι¬σμένα χωριά ραβόταν από μονόχρωμο βελούδο με ποδιά σε κοντό κόψιμο (Πολυπόταμος) Τέλος, χρησιμοποιήθηκαν και ακριβά ευρωπαϊκά γυαλιστερά υφάσματα σε μακρύ κόψιμο, καθιερώνοντας, έτσι, τον ημιαστικό τύπο ορισμένων χωριών (Κέλλη, Κλειδί, Άγιος Παντελεήμονας).

costums3

(Πάνω:Πολυπόταμος, 1994. Γυναίκες τρίτης ηλικίας με τα καλά τους ρούχα από βελούδα, αγοραστά μάλλινα και γυαλιστερές ποδιές. Κάτω:Χορευτικό συγκρότημα της Βεύης με τις παλιές αντερίες)

Η γκιουρδία είναι το σήμα κατατεθέν της φλωρινιώτικης ενδυμασίας, αποτελώντας βασικό ρούχο που φοριέται όλες τις εποχές και σ' όλες τις περιστάσεις, γιορτινές και καθημερινές. Γίνεται από μάλλινο υφαντό νεροτριβιασμένο σαγιάκι, συνήθως μαύρο και σπανιότερα άσπρο για επίσημες περιπτώσεις. Ράβεται στον τερζή και αποτελείται από μία μάνα (ύφασμα στο φάρδος του αργαλειού 40-50 εκ.) για το πίσω κεντρικό και δύο λαγκιόλια εμπρός. Το επάνω μέρος κόβεται ημικυκλικά αφήνοντας ανοιχτό όλο το στήθος. Τα πλαϊνά ανοίγματα κάτω από τη μέση είναι μεγάλα για να δώσουν φάρδος διευκολύνοντας τις κινήσεις. Έτσι, μοιάζουν σα φτερά που αναπετούν, εκτός αν σηκώσουν τις γωνίες και τις ράψουν διπλώνοντας τες. Η γωνία αυτή συχνά διακοσμείται από την πλευρά που φαίνεται με κεντήματα, επιρραμένες ταινίες ή ψιλά κομματάκια τσόχας επάνω σε κόκκινο απλικέ. Μεγάλη επιφάνεια για διακόσμηση με κέντημα ή απλικέ προσφέρει το πίσω μέρος της μάνας χαμηλά Επίσης, κεντιέται πολύ η καμπύλη του μπούστου με κεντήματα που προσομοιάζουν με της αντίστοιχης ποδιάς, δημιουργώντας ένα αρμονικό και πολύ όμορφο σύνολο. Διακοσμητικά και λειτουργικά είναι τα χοντρά μάλλινα κορδόνια σε μαύρο, βυσσινί, μπορντώ, κίτρινο, ραμμένα παράλληλα και κάθετα, που ξεκι¬νούν από τους ώμους σα δέσμη. Τέτοια κορδόνια συχνά ενώνουν κάτω από την μασχάλη το εμπρός με το πίσω μέρος.

Η γκιουρδία είναι κοντή ή μακρύτερη σε διάφορα μεγέθη. Η νυφική στη Νίκη, στο Εθνικό, στο Κρατερό και στις Κάτω Κλεινές ήταν άσπρη με επίσης άσπρα ή κίτρινα, κόκκινα και πορτοκαλιά κεντήματα μέσα σε τετράγωνα πλαίσια εμπρός και πίσω. Στο τελείωμα τους μεγαλύτερα τετράγωνα με κρόσια γεμίζονται με σειρές από κόκκινο κέντημα και χρυσά τέλια (αυτός όμως είναι πολύ παλιός τύπος). Τώρα τις βρίσκουμε μόνο σε μουσεία και συλλογές ή σπανιότατα ξεχασμένες σε κάποιο σεντούκι. Τον χειμώνα φορούσαν τη ρεσάτσκα, δηλαδή αμάνικο ή μανικωτό σαγιακιένιο παλτό, στο σχέδιο και στη διακόσμηση της γκιουρδίας, αλλά μακρύτερο και φαρδύτερο με εσωτερικούς φλόκους.

Επάνω στη γκουρδία, στο σιγκούνι ή στην αντερία τυλίγεται πολλές φορές το ζωνάρι (πόγιας), που είναι συνήθως μαύρο μάλλινο και ραμμένο λοξά. Σε ορισμένες περιπτώσεις (Ανταρτικό και παλαιά ρούχα Αλώνων) έχει αραιές κάθετες άσπρες ρίγες και σε μεμονωμένες περιπτώσεις είναι πράσινο γκρενά (Σκοπιά). Αποτελεί το πιο σταθερό ένδυμα με τη μεγαλύτερη διάρκεια στο χρόνο. Στις νεότερες εκδοχές (π.χ. Ακρίτας, Αγία Παρασκευή κ.τλ.), παραλείπεται. Η έλλειψη του χαρακτηρίζει την καλοκαιρινή και την ανεπίσημη φορεσιά, εκτός αν πρόκειται για ημιαστικό ή αστικό τύπο, οπότε αντικαθίσταται από αγοραστό λεπτό ύφασμα με κρόσσια ή από τη ζώνη. Στην ενδυμασία κυρίως των Πρεσπών επάνω στο μαύρο ζωνάρι δένεται πολλές φορές ένα μαύρο χοντρό πλεκτό κορδόνι που στερεώνεται με στρογγυλή μεταλλική τόκα.

Γύρω από τη μέση και επάνω από το ζωνάρι μπαίνει η ποδιά (φούτα) που σφίγγει την αντερία, ή την γκιουρδία. Ο τύπος της ποδιάς που χαρακτηρίζει τη Φλώρινα είναι η στενή ορθογώνια σε δύο κομμάτια ενωμένα οριζόντια. Στην περίπτωση των δεκατεσσάρων χωριών του κάμπου προς βορρά, που αναφέραμε στην αρχή, διακοσμείται έντονα στην περίμετρο και στην οριζόντια ραφή με πολύχρωμα κεντήματα φτιαγμένα με μία μοναδική τεχνική συνδυασμένη και με κορδέλες, ζιγκ-ζαγκ, μπρισίμια λεπτά κορδόνια και γυαλιστερό καλτσόνημα (κοτόν περλέ), ενώ στις γωνίες και κάτω ράβονται νομίσματα.

Στο σχήμα αυτό κυριαρχούν τα σκούρα χρώ¬ματα -μαύρο, μπλε, μπορντώ, βυσσινί— τα πιο φωτεινά, κόκκινα και πορτοκαλί σε ριγέ ή φλογόσχημη ύφανση και τέλος τα κίτρινα σαν λαμπερές γλώσσες φωτιάς. Οι τελευταίες είναι πολύ εντυπωσιακές και φοριούνταν για καλές στα χωριά Εθνικό, Νίκη Αγία Παρασκευή, Κάτω Κλεινές κ.ά. Ταίριαζαν με πουκάμισο που είχε κίτρινο κέντημα, μαντήλι με κίτρινη φούντα και γκιουρδία άσπρη ή μαύρη με κίτρινα κορδόνια στην πλάτη.

Σ' αυτόν τον τύπο της ορθογώνιας ποδιάς με κόψιμο είναι οι περισσότερες καθημερινές ποδιές. Φαρδύτερες και μακρύτερες ως κάτω, όπως ήταν οι παλιές, και με κάθετες σκούρες ρίγες, τις συναντούμε ως παλιό τύπο σ' όλα σχεδόν τα χωριά. Εξάλλου, η χρήση της ήταν πολύ λειτουργική, καθόσον μ' αυτήν μετέφεραν τα ξύλα από την αποθήκη στη σόμπα, σ' αυτήν μάζευαν τα τσάκνα, τα λάχανα, τα φασόλια. Αυτή φορούσαν εμπρός και πίσω όταν έπλεναν για να μη βρέχονται και να μην κρυώσουν.

Μόνη εξαίρεση δηλαδή χωρίς κόψιμο, είναι η καλή ποδιά του Ανταρτικού και η όμοιά της παλαιά των Πρεσπών, με πολλά γεωμετρικά σχέδια σε πλούσια χρωματική γκάμα, αλλά σε ζεστούς τόνους. Σ' όλη την περίμετρο έχει μάλλινα πυκνά κοντά κρόσσια, πορτοκαλί ή κόκκινα, που στον ποδόγυρο γίνονται πολύ μακριά και πλούσια. Η βελούδινη μαύρη ποδιά των Πρεσπών είναι επίσης μονοκόμματη, με μικρή γραμμωτή διακόσμηση στον ποδόγυρο.

Άλλος τύπος ποδιάς είναι η τετράγωνη φαρδιά σουρωμένη στη μέση, αλλά πάλι με οριζόντια ραφή. Συνήθως με αραιές ρίγες επάνω σε φαιοκόκκινο ή πράσινο φόντο. Υπάρχουν και μονόχρωμες κόκκινες, πράσινες ή μαύρες. Οι καλές στολίζονται με δαντέλες, λοξά στις κάτω γωνίες, σχηματίζοντας τρίγωνα και ίσια οριζόντια στη μέση (Σκοπιά). Επάνω σ' αυτό τον τύπο ράβονται και οι βελούδινες του Πολυποτάμου, Ατραπού και οι υφασμάτινες από αγοραστά λεπτά και γυαλιστερά υφάσματα για τις ημιαστικές (Κέλλη). Σε κάθε περίπτωση υπάρχουν οι παλαιοί τύποι ποδιάς, που σπανιότατα συναντώνται ακόμη και σε μουσεία, όπως της Σκοπιάς. Είναι ίσια μακριά και μαύρη, αλλά κατά το ήμισυ στολίζεται με χρωματιστές οριζόντιες λωρίδες από γυαλιστερές κορδέλες, οι οποίες ως μία κολώνα κόβουν κάθετα το υπόλοιπο μισό. Η ποικιλία στα χρώματα, τα σχέδια και τα κεντήματα στις ποδιές, τις κάνουν σύμβολα ιδιαίτερα και μοναδικά της στολής κάθε τόπου στη Φλώρινα.

Στο κεφάλι φορούν τη μαντήλα (σαμία ή σκέττη). Το μαντήλι είναι άσπρο βαμβακερό υφαντό ή από αγοραστό πανί (χασέ), που διπλώνεται στη μία γωνία και δένεται χαμηλά επάνω από τα φρύδια. Οι άλλες δύο γωνίες γυρνούν προς τα πίσω και επάνω και στερεώνονται στο πλάι με φιόγκο, το λεγόμενο περιστέρι. Αυτός ο τρόπος δεσίματος είναι χαρακτηριστικός για τη Φλώρινα. Η γωνία που κρέμεται πίσω στην πλάτη έχει ένα ρομβοειδές κομματάκι ύφασμα με πυκνό κίτρινο κέντημα και πολύ μακριά φούντα, ως πενήντα πόντους με κρόσσια από μάλλινη πολύ λεπτή και στριφτή κλωστή. Αυτό το κέντημα γίνεται και μαύρο, με αντίστοιχη φούντα. Φοριόταν στην ομάδα των δώδεκα χωριών, ενώ στα άλλα δύο, Άλωνα καιΑκρίτα, το κέντημα είναι από άσπρο ή μαύρο μεγάλο ρόμβο με κοντή φαρδιά φούντα ως 20-30 πόντους. Η ομορφιά λοιπόν στο απλό άσπρο μαντήλι βρίσκεται στο μικρό κέντημα της ελεύθερης γωνίας με τη μακριά μονόχρωμη, άσπρη, μαύρη, βυσσινή ή κίτρινη φούντα.

Ανάλογη μορφή έχουν τα μαύρα μαντήλια των Πρεσπών αλλά χωρίς φούντες. Υπήρχαν και μαντήλια μάλλινα αγοραστά, κυρίως πράσινα ή κίτρινα και σπανιότερα κόκκινα με λουλούδια, που αγοράζονταν από την Κορυτσά δένονταν με τον ίδιο φλωρινιώτικο τρόπο και σπανιότερα με τον βλάχικο, δηλαδή πίσω από τον αυχένα.

Εντυπωσιακό είναι το άσπρο μαντήλι του Ανταρτικού που έχει λίγο αραιό κέντημα στις δύο γωνίες, οι οποίες δένουν πίσω με χρυσά κορδονένια κρεμαντζούλια για να φαίνεται το κέντημα τους, ενώ η γωνία της πλάτης έχει περισσότερο κέντημα με κοντά πορτοκαλί κρόσσια και πιο μακριά κρεμαντζούλια. Έτσι, πίσω στο κεφάλι απλώνεται μία πλατιά αραιοκεντημένη επιφάνεια. Το δέσιμο του μάλλινου φανταχτερού μαντηλιού της Σκοπιάς είναι ενδιαφέρον και εντυπωσιακό γιατί οι δύο άκρες ρίχνονται ελεύθερα στην κορυφή, όπου η μία άκρη αναδιπλώνεται και στερεώνεται με ένα λουλούδι επάνω από το αυτί, που μένει ακάλυπτο. Ιδιαίτερη εντύπωση κάνουν τα «νυφικά καλύμματα» στα βόρεια χωριά του κάμπου, είδος καπέλων που παραπέμπουν σε φωλιές πουλιών ή καλάθια με λουλούδια. Ο παλιότερος ολοκέντητος κεφαλόδεσμος ήταν στολισμένος στο μέτωπο και πίσω με αλυσίδες από νομίσματα, κρεμαντζούλια και φούντα με στρογγυλό χάντρινο κόσμημα (Ακρίτας και Σκοπιά). Στις Πρέσπες και το Ανταρτικό υπάρχει η ανάμνηση από το τριγωνικό κόκκινο φέσι, επάνω στο οποίο ράβονταν το άσπρο μαντήλι.

Στα πόδια φορούν μαύρες ή μπλε μάλλινες πλεκτές κάλτσες, τα τσουράπια. Οι νέες, όμως, προπαντώς στις επίσημες ώρες, φορούσαν τις βαμβακερές κάλτσες με τα τρυπητά σχέδια ζιγκ ζαγκ, ρομβοειδή ή αμυγδαλοειδή σε μία μεγάλη ποικιλία με επικρατέστερο χρώμα το μαύρο. Πανέρια ολόκληρα από κάλτσες έπρεπε να δωρίσει η νύφη στα συμπεθέρια την ημέρα του γάμου της. Παλιότερα οι κάλτσες ήταν χρωματιστές ριγωτές ή ζακάρ μάλλινες και όπως στην περίπτωση του Ανταρτικού επικεντημένες με πορτοκαλί μαλλάκια, αλλά χωρίς πατούσα. Για τα πέλματα είχαν, επίσης, πολύχρωμα πλεγμένες πατούνες (τερλίκια) που τα φορούσαν συχνά χωρίς παπούτσια.

Υποδήματα ήταν τα τσαρούχια και τα επίσημα κουντούρια, δετά παπούτσια που τα φορούσαν σπάνια. Επίσης, παρά το κρύο και το χιόνι, ήταν συνηθισμένο, κυρίως οι κοπέλες να γυρνούν ξυπόλυτες και με γυμνά χέρια, χωρίς τα πλεκτά χειρότια. Με τον καιρό υιοθέτησαν τα μποτίνια, τα σκαρπίνια και τα κουμπωτά λουστρίνια παράλληλα με τα νεωτεριστικά ρούχα.

Εξαρτήματα της ενδυμασίας αποτελούν τα μαντήλια με δαντέλες, χάντρες και πούλιες, καθώς και υφαντές μικρές πετσέτες ριγέ (κάρπες) στερεώνονταν στη μέση ως διακριτικά αρραβώνα ή γάμου και ως βοηθητικά για το πιάσιμο στο χορό. Ήταν κι αυτά από τα πλούσια δώρα της νύφης, όπως και τα μαντήλια του κεφαλιού.

Τα στολίδια απλά με φούντες μάλλινες, με χάντρες, λουλούδια, φτερά κομμένα κυκλικά, και δαντελίτσες ή απλά τενεκεδένια, γίνονται πλούσια διακοσμητικά στοιχεία για τις νύφες, που τα φορούσαν σε ειδικές ώρες. Προτιμούσαν κυρίως τις αλυσίδες με τα νομίσματα, τα κιουστέκια και τα χάντρινα. Στόλιζαν τα μαλλιά, τον λαιμό, το στήθος, τη μέση, την κοιλιά, τα χέρια. Στο Ανταρτικό σκάλωναν πίσω στην κοτσίδα των μαλλιών μία άλλη μακριά κοτσίδα με κορδέλες κρεμαντζούλια και νομίσματα, την «κάντζα». Έδεναν τη μαντήλα κάτω από το σαγόνι με χάντρινη κεντητή κορδέλα. Επίσης, στη μέση είχαν φαρδιά χάνδρινη ζώνη με λουλούδια ή γεωμετρικά σχέδια.

Στη Σκοπιά έχουν ένα κόσμημα στο λαιμό με επάλληλες σειρές χρωματιστές χάντρες, τη «μανίτσα». Επίσης, στόλιζαν το στήθος με κιουστέκια από δύο πλάκες και σειρές αλυσίδες με νομίσματα, το «κόπετς». Αλυσίδες με νομίσματα επάνω στην ποδιά φορούσαν στον Ακρίτα και στις Πρέσπες. Όλη αυτή η αρματωσιά με τα νομίσματα και τα τενεκεδένια κρεμαντζούλια κουδούνιζε στο περπάτημα της νύφης και των νέων γυναικών. Στη μέση έδεναν ζώνη με πάφτες, δηλαδή μεγάλες πόρπες από αλπακά, στρογγυλές μεταλλικές πλάκες με κτυπητά φουσκωτά σχέδια, (Πρέσπες Άγιος Γερμανός και Ακρίτας).

Στον Άγιο Αχίλλειο είχαν γιορντάνι στο στήθος από χρωματιστές μάλλινες φουντίτσες στρογγυλές, τις «πούφκες». Τέλος, οι πούλιες αποτελούσαν πολύ αγαπητή διακόσμηση, με την οποία στόλιζαν τους ποδόγυρους των πουκαμίσων, τις μαντήλες και τις τραχηλιές μόνες ή μαζί με τις χάντρες. Στα γύρω χωριά Μπούκοβο, Κουμάνοβο κ.ά. υπήρχαν όχι μόνο Βλάχοι αλλά και εντόπιοι που ήρθαν στη Φλώρινα ως πρόσφυγες. Οι ενδυμασίες των γυναικών τους ήταν βαριές, με πολλά κεντήματα σε κόκκινα, πορτοκαλιά και βυσσινί χρώματα, με πολλές πούλιες, ως και μικροσκοπικά καθρεφτάκια, αλλά και με άσπρα νήματα, χάντρες και χρυσά στα μέρη που πουκαμίσου που διακοσμούνται. Χαρακτηριστικά ήταν τα πολλά, πυκνά και μακριά κρόσια στις ποδιές, τις γκιουρδίες και αλλού.

Ανδρική ενδυμασία

Η ανδρική ενδυμασία των εντοπίων αποτελούνταν από λιγότερα και απλούστερα ρούχα, σε δύο βασικά χρώματα άσπρο και μαύρο.

Άσπρη ήταν η εσωτερική μάλλινη φανέλα, πλεκτή ή υφαντή με κοντό μανίκι ή αμάνικη, με κάθετο κόψιμο στον λαιμό ή στο πλάι. Άσπρο ήταν, επίσης, το πουκάμισο με ραφή στη μέση, που από εκεί και κάτω πτύχωνε λίγο ως τους μηρούς σαν φουστανέλλα. Είχε μανίκια χωρίς μανσέτα, φαρδιά και πτυχωτά. 0 λαιμός ήταν όρθιος, παπαδίστικος και στην καλή φορεσιά ήταν κεντημένος με ψιλό χρωματιστό ή άσπρο κέντημα. Στις καθημερινές χρήσεις το πουκάμισο ήταν σκούρο υφαντό βαμβακερό. Ειδικότερα στην εποχή του Μακεδόνικου Αγώνα ήταν μαύρο.

Το σώβρακο ήταν άσπρο βαμβακερό, με μακριά μπατζάκια ως τον αστράγαλο. Το χειμώνα, επάνω σ αυτό φορούσαν άσπρες ή μαύρες μακριές ως το γόνατο κάλτσες, τα τσουράπια, ή μακριά σκέλη από σαγιάκι ως τη ρίζα του μηρού, που έμοιαζαν με παντελόνι και έδεναν ψηλά στο ισχίο και τη μέση με κορδόνια. Τα στερέωναν, επίσης, με μαύρα κορδόνια με ή χωρίς φούντα, κάτω από το γόνατο, για να μην πέφτουν, αλλά και για ομορφιά. Από επάνω φορούσαν κοντό μανικωτό ή αμάνικο σταυρωτό γιλέκο με κουμπιά και το χειμώνα, τον μαύρο ντουλαμά, που πολλές φορές ήταν μεσάτος και μακρύς καλύπτοντας τον κορμό. Αυτόν φορούσαν την εποχή του Μακεδονικού Αγώνα, που έκτοτε έγινε σύμβολο. Το συνηθέστερο ήταν το αμάνικο στητό και μακρύ γιλέκο, συνήθως μαύρο. Στο Ανταρτικό ήταν άσπρο, στο σχήμα της γνωστής γυναικείας γκιουρδίας, με ίσιο αντί καμπυλωτό κόψιμο στο λαιμό και με λιγότερα κεντήματα. Από επάνω έδεναν πολλές φορές το μαύρο, βυσσινί ή άσπρο μάλλινο ζωνάρι. Στα Άλωνα, μετά το 1912, οι νέοι και προπαντός οι γαμπροί έδεναν επάνω από την γκιουρδία αγοραστό γυαλιστερό ύφασμα, δίχρωμο άσπρο-μπλε, ριγωτό κατά μήκος.

Σε πολλά χωριά τον χειμώνα φορούσαν επάνω από τα τσουράπια τις γκέτες από μαύρο σιαγιάκι επεξεργασμένο σαν τσόχα με κουμπώματα στο πλάι ως το γόνατο. Αυτές κάλυπταν και τη ράχη του πέλματος. Κάτω φορούσαν τσαρούχια, κοντούρια, μπότες, μποτίνια, σκαρπίνια, λάστιχα. Στα χέρια περνούσαν πλεκτά χεψότια,άσπρα ή ριγωτά. Στο κεφάλι φορούσαν το φέσι, αλλά κυρίως το καλπάκι, από αστρακάν ή πελούζε και τέλος την τραγιάσκα. Στην εποχή του Μεσοπολέμου καθιερώθηκε το ψαθάκι.

Το σύνολο της αντρικής ενδυμασίας με τα μαύρα απετέλεσε το χαρακτηριστικό ένδυμα των Μακεδονομάχων, δεδομένου ότι ο Αγώνας έγινε ακριβώς σ' αυτό το μέρος και τα παλληκάρια φορούσαν τα τοπικά τους ρούχα.

Στην περιοχή Αμυνταίου και γενικά όπου κατοικούσαν πολλοί Τούρκοι, οι άνδρες φορούσαν τις φουσκωτές βράκες ή σαλβάρια και στο επάνω μέρος του σώματος γιλέκα πυκνοκεντημένα, που συχνά είχαν ριχτά μανίκια. Τα σαλβάρια σταδιακά αντικαταστάθηκαν από τις κυλότες, δηλαδή τα γκολφ παντελόνια, τα φουσκωτά μέχρι το γόνατο. Παράλληλα, φοριόνταν τα βλάχικα σαγιακένια άσπρα ή μαύρα παντελόνια.

Οι άντρες βέβαια έβγαλαν πιο γρήγορα από τις γυναίκες τις παλιές ενδυμασίες, όπως έγινε παντού. Στις οικογενειακές φωτογραφίες του γάμου, όπου εικονίζονται άτομα διαφόρων ηλικιών, καταγράφονται οι μεταβατικές φάσεις εξέλιξης της ανδρικής και γυναικείας ενδυμασίας.

Βλάχικες και αρβανιτοβλάχικες ενδυμασίες

Από τον 18ο μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα κατέβηκαν και εγκαταστάθηκαν νομάδες Βλάχοι, Αρβανίτες και Αρβανιτόβλαχοι με διαφορετική ενδυμασία, χωρική και αστική. Αυτή βέβαια επέδρασε και στις εντόπιες, δανείζοντας ορισμένα στοιχεία, όπως τα αγοραστά εξαρτήματα. Κυρίαρχα χρώματα το άσπρο και μαύρο, στο φυσικό χρώμα του μαλλιού των προβάτων. Οι γυναίκες είχαν πολύπτυχα μάλλινα μεσοφόρια τις «μάλλινες» και μάλλινα φουστάνια, ενώ τα σιγκούνια τους ήταν μακριά, και πτυχωτά πίσω, για να κινούνται άνετα στα βουνά. Όταν πλέον άρχισαν να μένουν σε μόνιμους οικισμούς με σπίτια και όχι σε κλαρόπλεκτες καλύβες, τα ρούχα τους στο εξής εξευρωπαΐζονται. Το παντελόνι γίνεται γκολφ φουσκωτό, ο ντουλαμάς σακάκι. Το πουκάμισο, το ζωνάρι, οι γκέτες και το καλπάκι φεύγουν σταδιακά. Όμως, στις επίσημες περιστάσεις φορούν μεταξωτό ζωνάρι και μποτίνια. Οι γυναίκες έχουν πολύπτυχα φορέματα, στενά επάνω, από στόφες αγοραστές γυαλιστερές, που φουσκώνουν με τα απανωτά μάλλινα μισοφόρια κεντημένα στον ποδόγυρο. Το μπούστο του φορέματος είναι μαύρο (κιμτάκου) για να φαίνονται τα πολλά στολίδια. Στο κεφάλι οι παλαιότερες γυναίκες φορούν ένα παράξενο κάλυμακαπέλο σαν κώνο, επενδυμένο και στολισμένο (τσουμπάρι). Απομεινάρι του είναι το διπλό μαντήλι (εσωτερικό και εξωτερικό). Η ποδιά είναι μαύρη πτυχωτή μακριά και αργότερα, κατά βαυβαρική επίδραση, άσπρη, που φορούν οι νεότερες. Το ζωνάρι (μπέρου) αγοραστό, το πτύχωναν πριν το δέσουν. Παράλληλα, φοριούνται οι ημιαστικές και οι αστικές ενδυμασίες των επαγγελματιών και εμπόρων.

Έτσι, στην Κρυσταλλοπηγή και το Βατοχώρι οι νομάδες Βλάχοι φορούν άσπρο σαγιακιένιο ίσιο παντελόνι και μαύρο γιλέκο επάνω στο άσπρο πουκάμισο και μαύρο ζωνάρι με καλπάκι. Στη μέση έχουν πολύτιμο αγοραστό ζωνάρι. Μαντήλια αγοραστά, γούνες και γουνάκια, γιλέκα χρυσοκέντητα, μποτίνια και στολίδια από ακριβές συρματερές επίχρυσες ζώνες και πόρπες και καρ¬φίτσες με χρυσά νομίσματα συνθέτουν ένα ζωηρό σύνολο.

Οι Βλάχες στολίζονταν πολύ, επιδεικνύοντας τον πλούτο του άντρα τους και την επαφή του με το εξωτερικό. Αυτό φαίνεται καθαρά στις ενδυμασίες του Νυμφαίου και του Πισοδερίου, κυρίως του πρώτου. Ακολουθούν στον πλούτο της ενδυμασίας οι Λεχοβίτισες μετά οι Δροσοπηγιώτισες και ύστερα οι Φλαμπουριώτισες. Το σιγκούνι, κόκκινο από κορδόνια και φάσες (ηπειρωτική επίδραση), σιγά σιγά εγκαταλείπεται, για να πάρει τη θέση του η γούνα ή μηλόγουνα, εσωτερικά βέβαια και στην μπροστινή περίμετρο του ανοίγματος. Στους άντρες ξεχωρίζει ο μακρύς σαν ράσο τζουμπές, που τον φορούσαν και οι πρόσφυγες Μοναστηριώτες.

Στην πόλη της Φλώρινας, όπου εγκαταστάθηκε στα 1913-1914 όλος ο αστικός πληθυσμός του Μοναστηρίου, η ενδυμασία των γυναικών ήταν ευρωπαϊκού τύπου, μαύρη με τρου τρου, πιέτες, δαντέλες, καπέλα και όλα τα συναφή, όπως συνηθίζονταν τότε. Στο Μοναστήρι επικρατούσαν οι Βλάχοι αστοί που έδιναν το στίγμα τους σε κάθε ευρωπαϊκή πόλη και κυρίως στις μεγαλουπόλεις της χερσονήσου του Αίμου.

coxtums4

Γαμήλια φωτογραφία στο χωριό Ακρίτας, 1930. Σύμφωνα με το έθιμο, οι πεθερές έχουν το στόμα κλειστό με μαντήλα «για να μη μιλούν πολύ στις νύφες»

Προσφυγικές, ενδυμασίες

Από το 1922 και εξής άρχισαν να εγκαθίστανται στην περιοχή της Φλώρινας πρόσφυγες από τον Πόντο και τη Μικρά Ασία. Έτσι, στα κάτω χωριά της λίμνης Βεγορίτιδας, Μανιάκι και Φαράγγι, κατέφθαναν Έλληνες της Τρωάδας, φορώντας την αεράτη παραλιακή στολή των Δαρδανελίων, με τα σαλβάρια ή βρακιά οι ηλικιωμένοι. Οι γυναίκες φορούσαν πολύπτυχα βρακιά ως των αστράγαλο από μεταξωτά ή απλά υφάσματα συνδυασμένα με διάφορα ζακέτα, όπως ο λιμπαντές, το τσιπάκι ή το κοντογούνι. Από μέσα φορούσαν τα μεταξωτά κιναρωτά άσπρα πουκάμισα με τις μπιμπίλες και στο κεφάλι τεπέδες και γιασμάδες (μαντήλι). Στο στήθος έφεραν αρμαθιές φλουριά ντούμπλες ή άλλα στολίδια. Ήδη όμως είχε εισβάλει η ευρωπαϊκή μόδα και κυριαρχούσαν «οι αμαζόνες», όπως τις έλεγαν, ευρωπαϊκού τύπου μεσοφόρια και μακριές φούστες ίσιες ή φαρδιές μονόχρωμες, από υφαντά ή αγοραστά υφάσματα, συνδυασμένα με τις μεσάτες μπλούζες και ζακέτες, τα μπολκάκια, μποξάδες και λαχουρένιες εσάρ-πες και πολλά κοσμήματα των ξακουστών κουγιουμτζήδων της Σμύρνης.

Οι άντρες, στην πλειοψηφία τους, φορούσαν ευρωπαϊκά κουστούμια, αλλά οι γέροι είχαν τη μαύρη ή γεράνια (σκούρη μπλε) βράκα, το γιλέκι, τα τουζλούκια (τσόχινες περικνημίδες), τα ζωνάρια και τα ψηλά αστρακάν καπέλα (τύπου Κεμάλ Ατατούρκ). Ωστόσο, σώζονται ελάχιστα δείγματα σε φωτογραφίες και η ταύτιση γίνεται μόνο με περιγραφές από πολύ μακρινές και θολές αναμνήσεις.

Στην πόλη της Φλώρινας εγκαταστάθηκε, επίσης, μία σημαντική ομάδα προσφύγων από την Κιουτάχεια, την ενδοχώρα της Μικράς Ασίας με ανατολικού τύπου χρυσοκέντητα σαλβάρια και γιλέκα.

Οι Πόντιοι ήρθαν από διάφορα μέρη της πολύ¬παθης πατρίδας τους. Οι Πόντιοι των Πρεσπών, ειδικά, ανήκουν στη μεγάλη γενιά των μεταλλουργών της Αργυρουπόλεως. Βρίσκονται υπό την ενδυματολογική επίδραση του διοικητικού κέντρου της Τραπεζούντας. Υπάρχει και εδώ ο διαχωρισμός σε χωρική και αστική ενδυμασία, σε νεανική και γεροντίστικη. Οι Πόντιοι που έφθασαν το 1922 στην Πύλη Πρεσπών και από εκεί διασκορπίστηκαν στον Άγιο Γερμανό, στον Λαιμό και προπαντός στις Καρυές και το Πλατύ, ήρθαν κυρίως από το χωριό Γαράτσερε του Άκ. Δαγ Μαντέν. Δεν φορούσαν παραδοσιακά ρούχα, παρά μόνο τα άτομα μέσης και άνω ηλικίας. Οι συνθήκες, κοινωνικές και οικονομικές, δεν τους επέτρεψαν να αναπαραγάγουν την ενδυμασία τους και έτσι πολύ γρήγορα αντικαταστάθηκαν από τα ευρωπαϊκά, με προσαρμογή όμως στα δικά τους σχέδια.

Στις Άνω Κλεινές ήρθαν Θρακιώτες από τη Μακρά Γέφυρα (Ουζούν Κιοπρού) της Ανατολικής Θράκης, κοντά στην Αδριανούπολη. Πρόκειται για μαστόρους απώτερης αρβανίτικης καταγωγής, που έκτισαν τα μεγάλα τζαμιά της. Μετά το '22, περνώντας το ποτάμι, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή Ορεστιάδος Έβρου. Αρκετές οικογένειες, όμως, ήρθαν στη Φλώρινα. Η καλή τους ενδυμασία θεωρείται από τις πιο εντυπωσιακές.

Η γυναικεία ενδυμασία αποτελείται από το πουκάμισο (κουμίς) άσπρο υφαντό βαμβακερό με ενυφασμένα κόκκινα κεντήματα στον ποδόγυρο, που φαίνεται αρκετά. Με ίδιο χρώμα κεντιούνται στο χέρι η λαιμαριά και τα μανίκια στον περίγυρο τους. Ωραιότερο είναι το κόκκινο νυφιάτικο πουκάμισο με άσπρα και πολύχρωμα κεντήματα στον ποδόγυρο, τα μανίκια και το κόψιμο του λαιμού.

Από επάνω το φόρεμα (φουστάν), αμάνικο, ίσιο μάλλινο, μαύρο, καφέ ή βυσσινί, με ωραία άσπρα κεντήματα από άστριφτες βαμβακερές κλωστές στον ποδόγυρο και κυκλικά στο κάθετο άνοιγμα του λαιμού-μπούστου. Ακολουθεί το πανωφόρι που είναι ανάλογα τσιπούν, τερλίκ ή αντερί.

Το πιο χαρακτηριστικό είναι το τερλίκ, μαύρο με μανίκια ή χωρίς, σαγιακιένιο δίμητο που φάρδαινε με λοξά κομμάτια. Τα μπροστινά ήταν πολύ πυκνά και πλούσια διακοσμημένα, καθώς και το πίσω στις ραφές και στην πλάτη με άσπρα βαμβακερά κεντήματα. Αυτά είναι τα παλιότερα που σώζονται μόνο σε μουσεία.

Το ζωνάρι (μπρεζ) ήταν από μάλλινο δίμιτο υφαντό μαύρο, βυσσινί ή κόκκινο, ή με αραιές σκούρες ρίγες. Η ποδιά (πόδε) ήταν, επίσης, μάλλινη υφαντή, μακρόστενη μονοκόμματη μαύρη ή καφέ με γαίτάνι γύρω γύρω και κοντά κρόσσια κάτω και κέντημα γραφτό με χρωματιστά μαλλάκια σε λουλουδάτα σχέδια. Οι νεότερες γίνονται και από βελούδο. 0 παλιότερος τύπος είχε υφαντά άσπρα γεωμετρικά σχέδια σ' όλη την ποδιά. Οι κάλτσες (τσοράπι) ήταν πλεκτές πολύχρωμες ριγέ ή λευκές και τα καλτσουνε από άσπρο σαγιάκι, σαν μπότες με γάιτάνια στις ραφές. Για υποδήματα είχαν τα κεπούτσε, είδος παντόφλας και τα βιντέλα, κλειστά παπούτσια, ανάλογα με τον καιρό. Τα κεφαλοκαλύμματα ήταν ο γιασμάς, το τσεμπέρι, σκουρόχρωμο μάλλινο με σταμπωτά χρωματιστά λουλούδια, που έδενε εμπρός και πίσω σταυρωτά. Οι νέες έκαναν τα μαλλιά πολλές πλεξούδες και στην κορυφή έβαζαν χαμηλό φεσάκι δεμένο με χάντρινη ταινία, που το σκέπαζε το τσεμπέρι με δέσιμο στα αριστερά. Ακολουθούσαν τα κοσμήματα και τα διάφορα εξαρτήματα.

Τα νεότερα ρούχα, τα οποία συναντούμε και στις Άνω Κλεινές, έχουν πιο λίγα και αραιά άσπρα βαμβακερά κεντήματα με ανθικά μοτίβα στα ίδια μέρη, απλοποιημένα όμως σε βαθμό ώστε στα πανωφόρια (τσιπούνια ή τερλίκια) να έχουν αντικατασταθεί από άσπρα ζιγκ ζαγκ, τρέσες και ανοιχτόχρωμες κορδέλες κυρίως στις ραφές και στην πλάτη.

Οι άντρες φορούσαν καφέ πουτούρια δηλαδή μάλλινα φουσκωτά παντελόνια με στενό το κάτω μέρος το ποδιού, γιλέκο ομοιόχρωμο σταυρωτό, κεντημένο με γάιτάνια στα ανοίγματα και τις παρυφές, πουκάμισο με μανσέτα, τσουράπια ή ποδοπάνια, μακρύ ζωνάρι και καλπάκι στο κεφάλι.

Τα άλλα θρακιώτικα χωριά, όπως ο Φιλώτας, έχουν κατοίκους από τα παράλια της Προποντίδας, πολύ κοντά στην Κωνσταντινούπολη στο Κερμένι Σηλυβρίας, και γι αυτό η ενδυμασία τους ήταν αστική ευρωπαϊκού τύπου, ενώ η παλιότερη με σαλβάρια από ακριβά αγοραστά υφάσματα ή χειροποίητα τοπικά μεταξωτά και λινά, αλλά και απλά τσίτια όπως σ' όλα τα παράλια μέρη. Αυτά τα ρούχα τελικά αντικαταστάθηκαν από την νεότερη ευρωπαϊκή ενδυμασία, που την χαρακτήριζαν «αμαζόνα» και είχε μακριά ίσια φούστα, μπλούζα κολλητή με ψηλό γιακά και φουσκωτό μανίκι, ζακέτασακάκι μεσάτη με πέτα, την πόλκα και μποτάκια.

Συνοψίζοντας διαπιστώνουμε ότι οι ενδυμασίες των εντοπίων της Φλώρινας χαρακτηρίζονται από κοντά στενά ρούχα με κυρίαρχα στοιχεία την γκιουρδία και το δέσιμο του μαντηλιού χαμηλά στο μέτωπο. 0 τύπος Σκοπιάς έχει την σαγία και την αντερία (καπιτονέ φόρεμα). Στις Πρέσπες κυριαρχεί το μαύρο μανικωτό σιγκούνι. Οι ποδιές έχουν κατά κανόνα οριζόντιο κόψιμο στη μέση. Οι άντρες φορούσαν μαύρες σαγιακιένιες ψηλές κάλτσες ως τι ισχίο, σταυρωτό κοντό ή μακρύ γιλέκο (ντουλαμά), την γκιουρδία και καλπάκι. 0 μακρύς ντουλαμάς καθιερώθηκε ως ένδυμα Μακεδονομάχων. Οι παλιές βλάχικες ενδυμασίες των γυναικών ήταν υφαντές, φαρδιές, σε κλιμακωτό ύψος, με κυρίαρχη τη μαλλίνα εσωτερικά και τη σιγκούστα (αμάνικο πανωφόρι) εξωτερικά. Οι ημιαστικές και αστικές, έχουν μακριά και πολύπτυχα φορέματα από ακριβά γυαλιστερά υφάσματα του εξωτερικού, γιλέκα κοντά, χρυσοκέντητα και πολλά συρματερά κοσμήματα (τύπος Νυμφαίου). Στην εξελικτική τους πορεία καταλήγουν στα ευρωπαϊκού τύπου φορέματα. Οι άντρες έχουν ίσιο άσπρο ή μαύρο παντελόνι σαγιακιένιο και πανωφόρι από το ίδιο υλικό και χρώμα, με μαύρο μπούστο. Οι προσφυγικές ενδυμασίες εξαφανίστηκαν πολύ γρήγορα λόγω των συνθηκών.

Τελικά, παρόλες τις εμφανείς διαφορές, που τονίζονται με τα χρώματα και τα κεντήματα κατά τόπους, υπάρχει ομοιογένεια στο σύνολο των ντόπιων βλάχικων ενδυμασιών της Φλώρινας στις αρχές του αιώνα, τουλάχιστον στις αντρικές. Στις γυναικείες, οι διαφοροποιήσεις είναι πιο εμφανείς και η μετάβαση στην ευρωπαϊκή στολή έγινε με πιο αργούς ρυθμούς. Οι αποκλίσεις είναι πιο έντονες στα ορεινά χωριά, που επιμένουν στην ποδιά, το μαντήλι και το γιλέκο, αμάνικο ή μανικωτό, σα ζακετάκι ίσιο ή μεσάτο. Όλα αυτά θα τα βρούμε ως τελευταία απομεινάρια να δωρίζονται στους ηλικιωμένους νεκρούς για να θαφτούν μαζί με την ανάμνηση.

aireti1
politistikes1
phone1
farmakeia1
webcam1
dromologia1
fuel
banner_eolika_parka_florina

Πρόγνωση καιρού

°F°C
Φλώρινα
Cloudy
Humidity: 71%
Wind: N at 10 mph
Thu
Rain
3 | 11
Fri
Mostly Sunny
5 | 13
Sat
Clear
5 | 22

Χρήσιμοι Σύνδεσμοι

diaygeiahoriz
banner_kephorizkepe
dktpta