Ένα πλούσιο γεωμορφολογικό ανάγλυφο και ένα εκτεταμένο υδρογραφικό δίκτυο χαρακτηρίζουν τον νομό Φλώρινας. Ψηλά βουνά,γήλοφοι και πεδιάδες, λίμνες, ρέματα και ποταμοί αποτέλεσαν από τη Νεολιθική εποχή τον χώρο μίας έντονης δραστηριότητας του ανθρώπου. Τα όρη Βαρνούς, Βέρνον, Βόρας και Βέρμιο ορίζουν το δυτικό και ανατολικό όριο του νομού αντίστοιχα, πλαισιώνοντας τις λεκάνες της Φλώρινας και του Αμυνταίου, ενώ το πυκνό δίκτυο των λιμνών (Μικρή και Μεγάλη Πρέσπα, Βεγορίτιδα, Πετρών, Χειμαδίτιδα, Ζάζαρη) με τους ποταμούς Λύγκο και Φλωρινιώτικο δημιουργούν μία μεγάλη ποικιλία βιοτόπων, όπου συχνάζουν πλήθος ενδημικών και μεταναστατευτικών πτηνών.

Οι πεδινές εκτάσεις τον περιοχών της Φλώρινας, του Αμυνταίου και των Πρεσπών, με τους οικισμούς των προϊστορικών χρόνων που εντοπίστηκαν σ' αυτές, αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου χώρου με κοινά στοιχεία δραστηριότητας, που εκτείνεται από τις κεντρικές περιοχές της Αλβανίας ως το Θερμαϊκό κόλπο και τις κοιλάδες του Αλιάκμονα.

Η πρωιμότερη ανθρώπινη δραστηριότητα στον νομό ως αυτή τη στιγμή τοποθετείται στη μέση Νεολιθική περίοδο (5800-5300 π.Χ.) και διαπιστώνεται στους οικισμούς του Αρμενοχωρίου, της Μελίτης, του Αγίου Παντελεήμονα, των Αγίων Αναργύρων και του Βαρικού. Στη νεότερη Νεολιθική περίοδο (5300-3100 π.Χ.), παράλληλα με τις παλαιότερες εγκαταστάσεις, εμφανίζονται νέοι οικισμοί στη λεκάνη Αμυνταίου-Πτολεμάί'δας, στο Λιμνοχώρι, στη Βεγόρα, στον Ροδώνα και στον Φανό. Οι οικισμοί πληθαίνουν στην πρώιμη εποχή του Χαλκού (3100-1900 π.Χ.), κυρίως στις λεκάνες της Φλώρινας και του Αμυνταίου (νέοι οικισμοί εμφανίζονται στις Άνω Κλεινές, τον Σκοπό, τους Λόφους, τη Νίκη, την Κλαδοράχη, την Παλαίστρα, το Πέρασμα, τον Άγιο Βαρθολομαίο, τα Βαλτόνερα), ενώ στην ύστερη εποχή του Χαλκού (1600-1050 π.Χ.) νέες θέσεις εμφανίζονται στην Οξιά-Μικρολίμνη, το Τρίγωνο, τη Φλώρινα, τον Παπαγιάννη, το Νεοχώρι, τις Πέτρες. Η κατοίκηση φαίνεται ότι αυξάνεται στην εποχή του Σιδή-ρου (Πέτρες, Αετός, Βαρικό, Βεγόρα, Λιμνοχώρι, Φαράγγι, Παλαίστρα).

Η πληρέστερα ερευνημένη περιοχή της εποχής Χαλκού είναι η τούμπα του Αρμενοχωρίου, που βρίσκεται 5 χλμ. βορειοανατολικά της Φλώρινας. Η διαρκής κατοίκηση της για 3,5 περίπου χιλιετίες οφείλεται στη σημαντική θέση του οικισμού στο επικοινωνιακό δίκτυο της περιοχής. Η πρώτη έρευνα στη βόρεια πλαγιά της τούμπας έγινε το 1931 από τον άγγλο αρχαιολόγο W. Heurtley και η νεότερη την περίοδο 1996-1998 από την ΙΖ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων. Η πρωιμότερη εγκατάσταση της μέσης Νεολιθικής (5800-5300 π.Χ.) και της νεότερης Νεολιθικής περιόδου (5300-3100 π.Χ.) δεν σχετίζεται άμεσα με την τούμπα και απλώνεται στα βορειοδυτικά του σύγχρονου οικισμού. Η κατοίκηση της τούμπας αρχίζει στην πρώιμη εποχή Χαλκού. Η τελευταία φάση της (2100-2050 π.Χ.), παρά την καταστροφή που προκάλεσε η σύγχρονη χρήση του χώρου ως νεκροταφείου, έδωσε ένα στρώμα καταστροφής με πλήθος στοιχείων για τις δραστηριότητες των κατοίκων του οικισμού, για την οικιστική τεχνική και τα υλικά δόμησης, τη λειτουργία των χώρων των κατοικιών, τις διατροφικές συνήθειες, τη διάρθρωση της οικονομίας, τη γνώση των υλικών και της τεχνικής στον τομέα της οικοτεχνίας. Το σύνολο των δραστηριοτήτων αυτών απεικονίζεται με ιδιαίτερα εκπαιδευτικό χαρακτήρα στην πρώτη αίθουσα του ισογείου του Αρχαιολογικού Μουσείου Φλώρινας. Η καταστροφή του οικισμού από πυρκαγιά στο τέλος της πρώιμης εποχής Χαλκού αποτύπωσε στις μάζες του πηλού των τοίχων πολλές λεπτομέρειες από τα οργανικά δομικά τους στοιχεία (άχυρα, κλαδιά λυγαριάς, βούρλα, σίκαλη κλπ.) τα οποία σε συνδυασμό με τη μελέτη του μεγέθους των πασάλων και των δοκαριών συνθέτουν την εικόνα κατασκευής των τοίχων και της στέγης των κατοικιών. Η επιβίωση των κατοίκων του οικισμού στηριζόταν στη γεωργία, την κτηνοτροφία, το κυνήγι και την αλιεία, ενώ το πλήθος των λίθινων και οστέινων εργαλείων μαρτυρούν μία ανεπτυγμένη οικοτεχνία. Πολυάριθμα, τέλος, και ποικίλα είναι τα αγγεία, που βρέθηκαν στην ανασκαφή του οικισμού, όπως σκεύη αποθηκευτικά, μαγειρικά, μεταφοράς και κατανάλωσης της τροφής.

Έρευνα διενεργείται και σε μία ακόμα θέση των προϊστορικών χρόνων, στον Άγιο Παντελεήμονα Αμυνταίου, όπου τον περασμένο αιώνα (1898-1899) το Ρωσικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο της Κωνσταντινούπολης ανέσκαψε τμήμα νεκροταφείου της εποχής Σιδήρου, πολλά από τα ευρήματα του οποίου μεταφέρθηκαν στο Μουσείο της Κωνσταντινούπολης.

Κλασική περίοδος

Μετά την εποχή του Σιδήρου υπάρχει στην έρευνα ένα μεγάλο κενό ως τα ύστερα κλασικά χρόνια, που οφείλεται μάλλον στην περιορισμένη έκταση της ως σήμερα. Το κενό αυτό αναπληρώνεται εν μέρει από τις πληροφορίες των ιστορικών πηγών (Ηρόδοτος Θ', 137, Θουκυδίδης 4, 124 -128), σύμφωνα με τις οποίες στο δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ. η ισχυρότερη φυλή της περιοχής ήταν οι Λυγκηστές, με ένα βασιλικό οίκο που καταγόταν από την Κόρινθο και είχε θεμελιωτή τον Αρρα-βαίο (450 π.Χ.). Μ'αυτόν τον βασιλιά πολέμησε το 423 π.Χ. ο Μακεδόνας βασιλιάς Περδίκκας και ο Σπαρτιάτης Βρασίδας. Οι ίδιες πηγές δίνουν πληροφορίες και για την Εορδαία, περιοχή που είχε καθοριστικό ρόλο στην ιστορική εξέλιξη του βορειοδυτικού τμήματος του μακεδόνικου κράτους, ιδίως μετά τη διέλευση από εκεί της Εγνατίας οδού τον 2ο αιώνα π.Χ.

Η Άνω Μακεδονία ήταν κατοικημένη από ελληνικά συγγενικά φυλετικά στοιχεία, οργανωμένα ως την ύστερη αρχαιότητα σε έθνη με αγροτική οικονομία, μικρούς οικισμούς και λίγα αστικά κέντρα. Σύμφωνα με τον γεωγράφο Στράβωνα, τα έθνη αυτά έγιναν «ξύμμαχα και επήκοα» των Μακεδόνων βασιλέων, ώσπου ο Φίλιππος Β', μετά τη νικηφόρα εκστρατεία του εναντίον των Ιλλυριών, το 358 π.Χ., τα ενσωμάτωσε στο μακεδόνικό κράτος. Για να προστατευθούν, μάλιστα, καλύτερα τα σύνορα του κράτους και να ενοποιηθούν οι φυλετικές ομάδες μετοίκησε στην περιοχή πληθυσμό από την Κάτω Μακεδονία. Τότε πρέπει να δημιουργήθηκαν και οι πρώτες οργανωμένες οικιστικές μονάδες. Η αποκάλυψη τμήματος νεκροταφείου της Κλασικής εποχής στο Φαράγγι αποδεικνύει την ύπαρξη οργανωμένου οικισμού, ενώ ο Ηρόδοτος και ο Θουκυδίδης μας παραδίδουν τα ονόματα δύο σημαντικών πόλεων της Κλασικής εποχής, της Λεβαίας και της Άρνισσας, η θέση των οποίων δεν έχει εντοπισθεί ως σήμερα. Το όνομα μίας ακόμα πόλης, της Βοκερίας, αναφέρεται σε χαμένη σήμερα επιγραφή των πρώιμων ελληνιστικών χρόνων. Για τη θέση της πόλης έχει προταθεί η Βεγόρα, στην περιοχή της οποίας έχουν αποκαλυφθεί ευρήματα κυρίως των ρωμαϊκών χρόνων. Ένα τυχαίο ωστόσο εύρημα, μία χάλκινη ασπίδα με άστρο, ως επίσημα, και τμήμα επιγραφής ΒΑΣΙΛΕ[ΩΣ ]Υ, μαρτυρεί την ύπαρξη στην περιοχή ενός σπουδαίου κέντρου της Ελληνιστικής εποχής. Έχει προταθεί η συμπλήρωση της επιγραφής με το όνομα του βασιλιά Αντιγόνου, ο οποίος στη μάχη του 294 π.Χ. στην περιοχή ηττήθηκε από τον βασιλιά Πύρρο της Ηπείρου, που αφιέρωσε τα λάφυρα στο ιερό του Δία στη Δωδώνη. Μεσαιωνικά οδοιπορικά αναφέρουν ακόμα μία πόλη, την Κέλλη, η θέση της οποίας τοποθετείται με πιθανότητα ανάμεσα στις λίμνες των Πετρών και της Βεγορίτιδας, ενώ επιγραφή ρωμαϊκών χρόνων μας παραδίδει την πόλη Λύκα, που ταυτίστηκε με τα λείψανα της ελληνιστικής και Ρωμαϊκής εποχής που ανασκάφτηκαν στη νησίδα του Αγίου Αχίλλειου. Τέλος, από μιλιάριο της ύστερης αρχαιότητας, πιθανολογείται η ύπαρξη μίας ακόμα πόλης με το όνομα Εορδαία. Η βασική μορφή πολιτειακής οργάνωσης των κατοίκων της Άνω Μακεδονίας ήταν η κώμη. Η ύπαρξη κωμών είναι γνωστή από την εποχή του Θουκυδίδη, καθώς, σύμφωνα με μαρτυρία του ιστορικού, ο Περδίκκας το 423 π.Χ. εισέβαλε στις κώμες του βασιλιά των Αυγκηστών Αρραβαίου. Η μόνη γνωστή κοινότητα της Άνω Μακεδονίας των κλασικών χρόνων είναι η Άρνισσα, την οποία αναφέρει ο Θουκυδίδης στα πλαίσια των επιχειρήσεων του βασιλιά της Σπάρτης Βρασίδα, δεν έχουμε όμως καμιά άλλη πληροφορία γι' αυτήν. Σύμφωνα με έμμεση μαρτυρία του Δημοσθένη, η δημιουργία των πόλεων φαίνεται πως αρχίζει στα χρόνια του Φιλίππου Β', όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, με την ενσωμάτωση των εθνών της Άνω Μακεδονίας στο μακεδόνικο βασίλειο και την κατάργηση των τοπικών βασιλείων. 0 Φίλιππος ο Β', το 349 π.Χ., έκτισε για στρατηγικούς και πολιτικούς λόγους την Ηράκλεια στη Λυγκηστίδα. Οι ανασκαφικές έρευνες της τελευταίας εικοσαετίας στις Πέτρες και τον λόφο του Αγίου Παντελεήμονα της Φλώρινας επιβεβαιώνουν την ίδρυση και άλλων οργανωμένων αστικών κέντρων. Παρόλα αυτά οι καταγόμενοι από την Άνω Μακεδονία στρατιώτες και αξιωματικοί του Μεγάλου Αλεξάνδρου αναφέρονται με το όνομα της περιοχής τους και όχι με το όνομα της πόλης από την οποία προέρχονται. Το γεγονός αυτό δείχνει ενδεχομένως ότι οι νεοϊδρυμένες πόλεις δεν αναπτύχθηκαν γρήγορα, καθώς η ενδυνάμωση τους απαιτούσε αφενός σημαντικό χρονικό διάστημα και αφετέρου μορφές πολιτειακής οργάνωσης, που δύσκολα συμβιβάζονταν με τη μακεδόνικη μοναρχία.

Ο ανασκαφικός χώρος στον λόφο του Αγίου Παντελεήμονα

Στην εποχή του Φιλίππου Β' τοποθετείται με μεγάλη πιθανότητα η πρώτη οργανωμένη εγκατάσταση στον λόφο του Αγίου Παντελεήμονα, στην πόλη της Φλώρινας, όπως αποδεικνύει η κεραμική των παλαιότερων ανασκαφικών στρωμάτων. Η ανεύρεση, όμως, κεραμικής της 2ης χιλιετίας σε μεταγενέστερα στρώματα είναι ενδεικτική της κατοίκησης της θέσης από τα προϊστορικά ακόμα χρόνια. Ο οικισμός που ανασκάπτεται, από τις αρχές της δεκαετίας του '80 στη θέση αυτή, ανήκει στην Ελληνιστική εποχή. Απλώνεται επάνω στα άνδηρα της βόρειας πλαγιάς του πυκνοφυτεμένου λόφου. Λίγο χαμηλότερα βρίσκεται το πρώην ξενοδοχείο «Ξενία», όπου την περίοδο 1930-1934 ανασκάφτηκε από τους Α. Κεραμό-πουλλο και Γ. Μπακαλάκη τμήμα της ίδιας αρχαίας πόλης, τα λείψανα της οποίας εξαφανίστηκαν μέσα στη δεκαετία του '60, κατά την ανέγερση του «Ξενία».

Ο ανασκαμμένος ως σήμερα χώρος, επάνω σε επάλληλα άνδηρα, καταλαμβάνει έκταση 8 περίπου στρεμμάτων. Έχουν αποκαλυφθεί 4 οικοδομικά τετράγωνα με προσανατολισμό από τα ανατολικά προς τα δυτικά, που χωρίζονται από τρεις κάθετους δρόμους, πλάτους 3 μ., και ορίζονται από δυτικά από δρόμο ανάλογου πλάτους, που οριοθετεί και τη θέση του ψηλότερου ανδήρου. Επάνω από τον δρόμο αυτόν έχουν ερευνηθεί τμήματα και άλλων οικοδομικών τετραγώνων, που χωρίζονται με κάθετους δρόμους που συνεχίζονται και στα ψηλότερα άνδηρα. Οι δρόμοι αυτοί δεν είναι πάντα εντελώς ευθείς, καθώς οι εξωτερικοί τοίχοι των κτηρίων γωνιάζουν μερικές φορές μέσα σ' αυτούς περιορίζοντας τα κατωφερικά οδοστρώματα. Μικρότεροι δρόμοι, πλάτους 1-1,50 μ., μέσα στα οικοδομικά τετράγωνα διευκόλυναν την πρόσβαση στα σπίτια και την αποχέτευση των όμβριων υδάτων. Μερικές φορές στους δρόμους υπήρχαν και βαθμίδες που διευκόλυναν την άνοδο στα ψηλότερα επίπεδα, αλλά και αποχετευτικοί αγωγοί καλυμμένοι με λίθινες πλάκες.

Κάθε οικοδομικό τετράγωνο περιελάμβανε 4-5 σπίτια με ισάριθμους χώρους το καθένα. Ένας χώρος ήταν σχεδόν πάντα υπαίθριος. Οι αποθηκευτικοί χώροι είχαν τις περισσότερες φορές μεγάλα πιθάρια τοποθετημένα μέσα στο δάπεδο. Σε πολλά από αυτά βρέθηκαν υπολείμματα καμένων σιτηρών. Υπήρχαν και χώροι με εστίες, αλλά και εργαστηριακοί με κλιβάνους και υπολείμματα εγκαταστάσεων επεξεργασίας κυρίως σιδερένιων αντικειμένων. Οι τοίχοι των κτηρίων στο κάτω μέρος τους ήταν λίθινοι και στο επάνω πλίνθινοι, επιχρισμένοι συχνά με λευκά κονιάματα. Τα δάπεδα ήταν συνήθως χωμάτινα, αλλά μερικές φορές ήταν στρωμένα με φυσικές ψηφίδες ή κομμάτια κεραμιδιών. Η στέγαση γινόταν με κεραμίδες που αρκετές από αυτές είχαν εγχάρακτη διακόσμηση ή έφεραν σφραγίδες με επιγραφές, όπως ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ. Στην ανασκαφή του οικισμού βρέθηκε πλήθος πήλινων αγγείων, απλών αβαφών, μελαμβαφών, με ανάγλυφη διακόσμηση, αλλά και με επίθετα χρώματα. Στον οικισμό πρέπει να υπήρχε εργαστήριο κατασκευής τουλάχιστον ανάγλυφων αγγείων, όπως δείχνει η ανεύρεση μητρών και σφραγίδων, σε πολλά όμως αγγεία αναγνωρίζονται οι ίδιες μήτρες κατασκευής με ανάγλυφα αγγεία της Πέλλας. Τα διακοσμητικά θέματα είναι ποικίλα, φυτικά, σκηνές της καθημερινής ζωής, κυρίως όμως μυθολογικά (κυριαρχούν τα θέματα του τρωικού κύκλου), που αποδεικνύουν καλή γνώση της μυθολογίας από τους κατοίκους του οικισμού. Οι ενσφράγιστες λαβές αμφορέων από διάφορες περιοχές του ελληνικού χώρου (Θάσο, Ρόδο, Κω, ιταλική χερσόνησο κλπ.) και το πλήθος των νομισμάτων (Μακεδόνων βασιλέων, Πέλλας, Αμφίπολης, Θεσσαλονίκης, αλλά και αργυρά αθηναϊκά τετράδραχμα) αποδεικνύουν εκτεταμένες εμπορικές συναλλαγές. Η λατρεία των θεών του ελληνικού πανθέου (της Αφροδίτης, της Άρτεμης, της Μητέρας των Θεών, του Ερμή κλπ.) αποδεικνύεται από τις απεικονίσεις τους κυρίως στα πήλινα ειδώλια. Το πλήθος των υφαντικών βαρών αποδεικνύει μία ανεπτυγμένη υφαντουργία, ενώ ο μεγάλος αριθμός των γεωργικών εργαλείων και οι ποσότητες των αποθηκευμένων σιτηρών μαρτυρούν την ενασχόληση των κατοίκων με τη γεωργία και διάφορα είδη οικοτεχνίας (επεξεργασία μεταλλευμάτων, κοροπλαστική κλπ.).

Από το νεκροταφείο του οικισμού είναι γνωστοί μόνον τρεις λαξευτοί θαλαμωτοί τάφοι της Ελληνιστικής εποχής, με διάδρομο εισόδου και καμαρωτή οροφή, που ανασκάφτηκαν παλαιότερα στις υπώρειες της ανατολικής πλαγιάς του λόφου.Η κατοίκηση του οικισμού έληξε με μία πυρκαγιά στις αρχές του 1ου αιώνα π.Χ. Τα ευρήματα της ανασκαφής εκτίθενται στον δεύτερο όροφο του Αρχαιολογικού Μουσείου Φλώρινας.Ο αρχαιολογικός αυτός χώρος, μοναδικός ως αυτή τη στιγμή στην πόλη της Φλώρινας, βρίσκεται στη φάση διαμόρφωσης και ανάδειξης, ώστε να γίνει σύντομα επισκέψιμος.

Ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδος

Κατά την Ελληνιστική εποχή οι συνθήκες είχαν ωριμάσει, έτσι ώστε οι βασιλείς ιδρύουν πόλεις σε διάφορες περιοχές της επικράτειας τους. Στην Άνω Μακεδονία ο Αντίγονος Γονατάς έκτισε στην περιοχή του Αξιού την Αντιγόνεια, ενώ ο Φίλιππος Ε', το 183 π.Χ., έκτισε, σύμφωνα με μαρτυρία του Λίβιου, μία πόλη στην κοιλάδα του Εριγώνα, στην οποία έδωσε το όνομα Περσεΐς προς τιμήν του γιου του Περσέα. Από επιγραφικές μαρτυρίες γνωρίζουμε επίσης την ύπαρξη των πόλεων Γρήια, Στύβερρα, Τέλα, Ευδάριστος στην Εορδαία, Δερρίοπος, Ελίμεια και Πελαγονία αντίστοιχα.

Κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου μακεδονικού πολέμου οι περισσότερες συγκρούσεις μεταξύ Ρωμαίων και Μακεδόνων έγιναν στην Άνω Μακεδονία και προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές στην περιοχή. Μετά τη μάχη της Πύδνας, το 168-167 π.Χ., και τη λήξη του τρίτου μακεδόνικου πολέμου, η Λυγκηστίδα και η Εορδαία, μαζί με τις άλλες περιοχές της Άνω Μακεδονίας, αποτέλεσαν την τέταρτη μερίδα. Το 148-147 π.Χ., με τη μετατροπή της Μακεδονίας σε ρωμαϊκή επαρχία, δόθηκαν στις περιοχές αυτές ιδιαίτερα προνόμια εξαιτίας της ανεκτικής στάσης τους απέναντι στους κατακτητές Ρωμαίους. Ωστόσο, παρά την επίδειξη φιλορωμάίκής διάθεσης, φαίνεται ότι τα πρόσωπα των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων διατηρούσαν ανέπαφη την εθνική τους συνείδηση. Στο συμπέρασμα αυτό οδηγεί η μελέτη των ιστορικών ονομάτων, στη χρήση των οποίων διαφαίνεται η κλασικιστική μόδα της εποχής, ενώ διατηρούνται και οι οικογενειακές παραδόσεις.

Το καθεστώς της ελευθερίας, που παραχώρησαν οι Ρωμαίοι, διευκόλυνε και διατήρησε την επικοινωνία και τις πολιτιστικές επαφές της Άνω και Κάτω Μακεδονίας, γεγονός που συνέτεινε στη διατήρηση των πολιτισμικών χαρακτηριστικών για μακρό χρονικό διάστημα και μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση. Ενισχυτικό στοιχείο της άποψης αυτής προσφέρουν και οι πολυάριθμες, ελληνικές στο σύνολο τους, επιγραφές των πρώτων μεταχριστιανικών αιώνων. Η παντελής έλλειψη λατινικών επιγραφών δείχνει ότι όχι μόνο δεν άλλαξε ο πολιτισμικός χαρακτήρας του κατακτημένου χώρου, αλλά αντίθετα σταδιακά αφομοιώθηκαν οι Ρωμαίοι κατακτητές.

Γύρω στο 130 με 120 π.Χ. κατασκευάζεται η Εγνατία οδός από τον ανθύπατο Γναίο Εγνάτιο. Η οδός, που σε πολλά σημεία της ακολούθησε προϋπάρχοντες δρόμους, είχε αρχικό προορισμό τη διακίνηση των ρωμαϊκών στρατευμάτων. Ξεκινούσε από τη Ρώμη και, μέσω της Αππίας οδού, έφθανε στο Δυρράχιο και από εκεί, κατευθυνόμενη ανατολικά, κατέληγε στο Βυζάντιο.

Ουσιαστικά, ήταν βασικός κόμβος κυκλοφορίας μεταξύ Ανατολής και Δύσης, όχι μόνο για στρατιωτικούς λόγους αλλά και για τους επιχειρηματίες και τους εμπόρους της εποχής, με αποτέλεσμα να αναπτυχθούν οικονομικά όλες οι περιοχές από τις οποίες διερχόταν. Στους χρόνους της ύστερης αρχαιότητας πολλοί από τους σταθμούς της Εγνατίας οδού έγιναν κάστρα ή οχυρωμένοι οικισμοί και ορισμένοι εξελίχθηκαν σε σημαντικές βυζαντινές πόλεις.

Θέσεις Ελληνιστικής εποχής, εκτός από αυτή των Πετρών και του λόφου του Αγίου Παντελεήμονα, εντοπίστηκαν σε αρκετές περιοχές του νομού. Υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για την ύπαρξη ελληνιστικών οικιστικών εγκαταστάσεων στο Αμμοχώρι, στις Άνω Κλεινές, στην Παλαίστρα, στον Παπαγιάννη, στην Πρώτη, στην Τριανταφυλλέα, στον Άγιο Παντελεήμονα, στη Βεγόρα και στην αγροτική περιοχή Αμυνταίου. Σε πολλές από αυτές διαπιστώνονται και προγενέστερες φάσεις, κυρίως της εποχής του Σιδήρου, αλλά και η μεταγενέστερη επιβίωση τους στα ρωμαϊκά και καμιά φορά και στα βυζαντινά χρόνια.

Σημαντικές φθορές υπέστησαν οι πόλεις και η ύπαιθρος κατά τη διάρκεια του ρωμαϊκού εμφύλιου πολέμου (48-42 π.Χ.), μεταξύ Καίσαρα και Πομπηίου. Οι απώλειες από τις πολεμικές συγκρούσεις κατά τους δύο τελευταίους προχριστιανικούς αιώνες, τόσο στην οικονομία όσο και στο έμψυχο δυναμικό, επέφεραν την πληθυσμιακή αποδυνάμωση και τη σταδιακή οικονομική παρακμή της περιοχής. Σύμφωνα με το γεωγράφο Στράβωνα η Άνω Μακεδονία ερημώθηκε και κατοικούνταν κατά κώμες.

Η βελτίωση των γενικών συνθηκών κατά την αυτοκρατορική εποχή ευνόησε την εκ νέου άνθηση των λίγων στην περιοχή πόλεων, χωρίς να μεταβάλλει ριζικά την εικόνα. 0 πληθυσμός της περιοχής φαίνεται ότι πολλαπλασιάζεται, όπως αποδεικνύεται από την αύξηση του αριθμού των θέσεων. Απαριθμώντας απλώς τις σημαντικότερες από αυτές τις θέσεις, αναφέρουμε τον μεγάλο αριθμό γλυπτών και επιγραφών που προέρχονται από την Αχλάδα, καθώς και τους ρωμαϊκούς οικισμούς στη Βεύη, στο Εθνικό, στις Κάτω Κλεινές. Σημειώνουμε ακόμη τους οικισμούς στη Μελίτη, στο Παρύριο, στη Σιταριά, στην Κάτω Υδρούσα, στην Αγία Παρασκευή, στο Αντίγονο, στο Λιμνοχώρι, στον σύγχρονο οικισμό των Πετρών και στην αγροτική περιοχή μεταξύ Βεγόρας και Λακκιάς, όπου έγιναν πριν μία εικοσαετία δοκιμαστικές τομές και αποκαλύφτηκαν αποθηκευτικοί χώροι αγροτικού συγκροτήματος. Αρκετοί από τους οικισμούς αυτούς επιβιώνουν και κατά τους βυζαντινούς χρόνους.

Ο αρχαιολογικός χώρος στον λόφο των Πετρών

Οι ανασκαφικές έρευνες των τελευταίων χρόνων στον λόφο των Πετρών Φλώρινας έδειξαν ότι εκεί δημιουργήθηκε ο πρώτος οικιστικός πυρήνας στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα π.Χ., ενδεχομένως στο πλαίσιο της επεκτατικής πολιτικής του βασιλιά Φίλιππου Β'. Η κατοίκηση αυτή δεν είναι η πρώτη του λόφου. Στις επιχώσεις του βρίσκονται τμήματα αμαυρόχρωμων (mat-painted) αγγείων,σε μία απρόσμενη ποικιλία σχημάτων και διακοσμητικών μοτίβων, που φανερώνουν δυναμική τοπική παραγωγή στους προϊστορικούς χρόνους. Το αντίστοιχο νεκροταφείο της ύστερης εποχής Σιδήρου έχει εντοπιστεί στις υπώρειες του απέναντι λόφου.

Επιλέγεται μία φυσικά οχυρωμένη θέση ανάμεσα σε ημιορεινούς όγκους, που περιβάλλεται από δύο χείμαρρους. Ο κλασικός οικιστικός πυρήνας δεν εντοπίστηκε σε όλα τα σημεία του λόφου. Μέσα στον 3ο αιώνα π.Χ., πιθανόν στα χρόνια του Αντίγονου Γονατά, αρχίζει πιο συστηματική οργάνωση του οικισμού. Η φάση αυτή περιλαμβάνει κτίσματα με καλά δουλεμένους γωνιόλιθους από ασβεστόλιθο, οργανωμένα κατά νησίδες. Ωστόσο η πόλη αποχτά την ολοκληρωτική της μορφή, αυτή που σήμερα αποκαλύπτεται, στον 2ο αιώνα π.Χ. Στην εκτεταμένη αυτή φάση, που καλύπτει σχεδόν όλη την έκταση του λόφου, περίπου 200 στρέμματα, φιλοξενεί περί τους 5000 χιλιάδες κατοίκους,

Οι πολεοδομικές νησίδες αναδιοργανώνονται με ελεύθερο σύστημα, ανάλογα με τη διαμόρφωση των ανδήρων. Το μέγεθος τους ποικίλλει κατά περίπτωση, ανάλογα με τον υπάρχοντα χώρο στα μικρά ή μεγαλύτερα πλατώματα της δυτικής, νότιας και ανατολικής πλευράς του λόφου. Τα σπίτια οργανώνονται κατά ομάδες των τριών ή τεσσάρων, το ένα σε επαφή με το άλλο. Έχουν άξονες ανάλογα με τη θέση και τον τύπο τους, είτε από βορρά προς νότο, είτε από ανατολή προς δύση. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, έχουν θέα στη λίμνη και στον κάμπο.

Η πρόσβαση στα συγκροτήματα των κατοικιών γινόταν από δρόμους παράλληλους προς τις φυσικές καμπύλες του λόφου. Ένας τέτοιος δρόμος αμαξιτός, μέσου πλάτους 2,50 μ., πιθανόν ο πιο κεντρικός, διατρέχει οφιοειδώς την πόλη ξεκινώντας από το νότιο άνδηρο και διασχίζοντας τη συνοικία της κρήνης. Κάτω από το χωμάτινο οδόστρωμα του περνούσε πήλινος αγωγός παροχής νερού που κατέληγε σε μία κρήνη. Παρόμοια κομβικά σημεία με κρήνες υπήρχαν και σε άλλες θέσεις της πόλης. Ανάμεσα στις οικοδομικές νησίδες υπήρχαν απότομοι στενωποί, με πλάτος 0,80-1,50 μ. Οι ρύμες αυτές ήταν απαραίτητες τόσο για τη διακίνηση των πεζών ανάμεσα στα σπίτια και τις οικοδομικές νησίδες, όσο και για τον καλύτερο φωτισμό, αερισμό και απορροή των νερών της στέγης των σπιτιών. Κτιστοί αγωγοί παροχής νερού και ανοικτοί αποχετευτικοί εντοπίστηκαν και στις ρύμες, γεγονός που δείχνει ότι τόσο οι μεγάλοι όσο και οι μικροί δρόμοι συνδυάζονταν με ένα πολύ καλό σύστημα παροχής νερού και αποχέτευσης.

Οι βασικοί τύποι των σπιτιών στο νότιο πλάτωμα είναι δύο: με στενό μέτωπο τοποθετημένο εγκάρσια στις υψομετρικές καμπύλες και με πλατύ μέτωπο σε σχήμα Γάμμα. Λόγω της κλίσης του εδάφους συχνά τα σπίτια προκύπτουν διώροφα από τη μία πλευρά και ισόγεια από την άλλη. Από τη χαμηλή πλευρά το δωμάτιο είχε απευθείας πρόσβαση προς τον δρόμο και για τον λόγο αυτό θα πρέπει να ήταν ο ανδρώνας του σπιτιού. Συχνά ήταν διακοσμημένος με εξαιρετικής ποιότητας κονιάματα, πανομοιότυπα με αυτά της πρωτεύουσας Πέλλας. Μέχρι το ύψος του ενός μέτρου υπήρχε λευκό κονίαμα και στη συνέχεια καταληπτήρας που μιμούνταν διάφορες ποικιλίες μαρμάρων.

Στο μπροστινό τμήμα του ορόφου διαμορφωνόταν ο γυναικωνίτης. Το μεγάλο άνοιγμα στο ισόγειο και η παρουσία εξωτερικής σκάλας επιβάλλει να δεχτούμε την ύπαρξη μπροστά από αυτόν ενός ημιυπαίθριου χώρου για καλύτερο φωτισμό, αερισμό και αύληση. Εξάλλου, οι αυλές απουσιάζουν εντελώς από το νότιο πλάτωμα του οικισμού. Έτσι προκύπτει ένας γνωστός τύπος σπιτιού, με σκεπαστό μπαλκόνι, ένα χαγιάτι, που απαντά μέχρι και τον 19ο αιώνα σ'όλο τον βορειοελλαδικό χώρο και τα νησιά. Σε τρία από τα στενομέτωπα σπίτια υπήρχε εξωτερική σύνδεση των ορόφων με πέτρινη σκάλα που οδηγούσε κατευθείαν στον ημιυπαίθριο αυτό χώρο. Στη συνοικία της κρήνης παρατηρούνται κάποιες παραλλαγές που επέβαλε η προσαρμογή τους στις ιδιομορφίες των οικοδομικών νησίδων, όπως διαμορφώνονται εκεί. Σε αυτή την πλευρά του λόφου υπάρχουν ορισμένα σπίτια με εσωτερική πλακόστρωτη αυλή στο μπροστινό τους τμήμα και κάποια άλλα με χώρους τοποθετημένους γύρω από κεντρικό υπαίθριο χώρο, στον κλασικό τύπο των αρχαιοελληνικών σπιτιών.

Το κάθε σπίτι έχει ωφέλιμο εμβαδόν περίπου 180-200 τ.μ., κατά κανόνα σε δύο ορόφους. Στο ισόγειο διαμορφώνονται οι βοηθητικοί χώροι του σπιτιού, εργαστήρια για κατασκευή ειδών προς πώληση στο μπροστινό τμήμα του ισογείου και στο βάθος αποθήκες με πιθάρια διάφορων μεγεθών για φύλαξη καρπών. Σε πιθάρι σπιτιού του νότιου πλατώματος χαράχτηκε, περιμετρικά στο πλατύ χείλος του, το όνομα ΙΟΛΛΑΣ. Σε ορισμένα ισόγεια εντοπίστηκαν εστίες ή φούρνοι για την προετοιμασία του καθημερινού φαγητού. Ορισμένοι χώροι χρησιμοποιήθηκαν και για σταυλισμό ζώων. Συνηθισμένη είναι η ανεύρεση ημικυκλικών κτιστών μύλων στις γωνίες των πιθεώνων.

Εκεί με λίθινους χειρόμυλους άλεθαν τα δημητριακά. Σε ορισμένα σπίτια υπήρχε και δεύτερος χτιστός μύλος με φούρνο στο πλάι για ψήσιμο. Με την επεξεργασία δημητριακών σχετίζονται ασφαλώς κάποιες κυκλικές πηλόχριστες κατα¬σκευές που ανασκάφτηκαν στο κέντρο δωματίων, κυρίως στη συνοικία της κρήνης.

Στον όροφο βρίσκονταν τα δύο δωμάτια καθημερινής διαβίωσης, ο γυναικωνίτης και ο ανδρώ-νας. Στη δυτική ή βόρεια πλευρά του γυναικωνίτη ή του ιστώνα, που συνήθως είναι επάνω από τον πιθεώνα, βρίσκονται υπολείμματα μικρών ή μεγαλύτερων αργαλειών για την κατασκευή των απαραίτητων υφασμάτων για την ένδυση της οικογένειας. Στο ίδιο δωμάτιο θα πρέπει να υπήρχε μία γωνιά λατρείας, αφού συχνά σε στρωματογραφία ορόφου βρέθηκαν συγκεντρωμένα ειδώλια, κυρίως, γυναικείων μορφών και θεοτήτων.

Τα ευρήματα από τους ανδρώνες είναι χαρακτηριστικά: ανάγλυφοι σκύφοι, κρατήρες, αμφορείς και άλλα εντυπωσιακά συμποσιακά αγγεία. Η παραγωγή κρασιού μαρτυρείται από το πλήθος των σχετικών με την αμπελοκαλλιέργεια γεωργικών εργαλείων και από τις άφθονες παραστάσεις της σε ανάγλυφα αγγεία. Η ύπαρξη ποσοτήτων ρητίνης κοντά σε πιθεώνες δείχνει ίσως ότι τη χρησιμοποιούσαν όχι μόνο για στεγάνωση των αγγείων, αλλά και για να δώσουν την ιδιάζουσα γεύση του ρετσινώματος στο κρασί τους.

Η συνοικία της κρήνης αποτελούσε μία από τις πιο καλά οργανωμένες γειτονιές. Με εξαιρετικό ανατολικό προσανατολισμό και θέα προς τη λίμνη και τα πεδινά, φιλοξενούσε δημόσια κτήρια και πολυτελείς κατοικίες. Στην περιοχή έχουν ανασκαφτεί τρεις οικοδομικές νησίδες και οριοθετήθηκε η αρχή μίας τέταρτης. Στις νησίδες της περιοχής αυτής ανασκάφτηκαν τα πρώτα δημόσια οικοδομήματα της πόλης, μία κρήνη και ένα ιερό. Πρόκειται για δημόσιο ιερό του Διός. Στο κέντρο μίας σχεδόν τετράγωνης αίθουσας οριοθετείται, με κατακόρυφα τοποθετημένες αργές πέτρες, τετράγωνος βωμός. Η κύρια είσοδος του από τα νότια διαμορφωνόταν με μνημειακή σκάλα, κατασκευ¬ασμένη με τοπικό φαιό ασβεστόλιθο. Τα σημαντικότερα ευρήματα από το ιερό ήταν: μία ενεπίγραφη στήλη που ταυτίζει τον χώρο με ιερό του Διός, τμήματα από μεγάλο πήλινο θυμιατήρι και ένα μαρμάρινο ηλιακό ρολόι.

Ανατολικά του ιερού αποκαλύφτηκε μεγάλη κυκλική κατασκευή και φούρνος για επεξεργασία δημητριακών, ενώ στην αμέσως επόμενη ακραία ανατολική νησίδα της πόλης ανασκάφτηκε μεγάλος υπόγειος πιθεώνας με δεκαέξι πιθάρια μεγάλων διαστάσεων. Σε ένα υπήρχε η επιγραφή ΔΙΣΙΚΟΥ ΠΟΙΗΣΙΣ. Σε άλλα δύο διακρίνονται σημεία μετρήματος χωρητικότητας. Το μέγεθος και ο αριθμός των πιθαριών, οι διαστάσεις του χώρου όπου ήταν τοποθετημένα και η γειτνίαση του με το ιερό του Δία μας οδηγούν στην ταύτιση του χώρου με δημόσια αποθήκη.

Ορισμένα σπίτια στις νησίδες αυτές έχουν εσωτερικές αυλές με κεντρικές εστίες. Σ'ένα από αυτά βρέθηκε μαρμάρινη ενεπίγραφη στήλη των μέσων του 2ου αιώνα π.Χ. με παράσταση ιππέα πλάι στο άλογο του. Η επιγραφή αναφέρει ΑΝΤΙΓΟΝΩ ΔΙΚΑΙΟΥ ΗΡΩΙ. Η καλή ποιότητα του ανάγλυφου της στήλης, τηρουμένων των αναλογιών για την περιοχή και την εποχή, με τον ιππέα στα δεξιά και τον ιπποκόμο του στα αριστερά, είναι άλλη μία ένδειξη της ύπαρξης ενός τοπικού εργαστηρίου λιθοξόικής.

Η καταστροφή της πόλης εντοπίστηκε στα μέσα του Ιου αιώνα π.Χ. και χρονολογήθηκε ακριβώς στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου με βάση ένα θησαυρό 125 δηναρίων, φυλαγμένο σε μικρό πήλινο άβαφο αγγείο, σε ένα από τα σπίτια της. Τα νομίσματα, όλα σε άριστη κατάσταση, είναι κυρίως κοπής Ρώμης και χρονολογούνται από το 105 π.Χ. έως το 43-42 π.Χ. τα υστερότερα, εποχή που η Άνω Μακεδονία υπέφερε τα πάνδεινα και από τις δύο ρωμαϊκές παρατάξεις. Μετά από τη φάση αυτή το οικιστικό πλέγμα συρρικνώνεται. Ανασκάφτηκε ένα κτίσμα (1ος αι. π.Χ.-1ος αι. μ.Χ.), το οποίο μοιάζει περισσότερο με βουκολική εγκατάσταση. Εξάλλου, όλη η υπόλοιπη πόλη εγκαταλείπεται μετά από τα μέσα του 1ου αιώνα π.Χ. Μικρό μέροςτου πληθυσμού της ίσως επανέρχεται στην ακρόπολη μέσα στον 1ο αιώνα μ.Χ. Ελάχιστα κινητά μόνον ευρήματα δείχνουν ανθρώπινη παρουσία στον χώρο της ακρόπολης μέχρι τον 6ο αιώνα μ.Χ. Ο υπόλοιπος πληθυσμός της πόλης μετακινείται στα πεδινά και εγκαθίσταται εκεί όπου βρίσκεται ο σύγχρονος οικισμός. Στην αυλή του σχολείου έχουν εντοπιστεί υπόκαυστα θερμών, ενώ υπάρχει ένα αρκετά εκτεταμένο νεκροταφείο ρωμαϊκών χρόνων με τάφους λαξευτούς στον μαλακό ημίβραχο στη δυτική περιοχή του χωριού.

Η καίρια γεωγραφική θέση του λόφου με τα πολλά στρατηγικά πλεονεκτήματα δικαιολογεί την αλλεπάλληλη χρήση του σε διάφορες χρονικές περιόδους, καθώς βρίσκεται στα όρια της Εορδαίας, εκεί όπου συνορεύει με τη Λυγκηστίδα. Στα χρόνια του Φιλίππου Β', ιδρύθηκε εκεί ένα αστικό κέντρο για άσκηση ελέγχου στην περιοχή, που αποτελούσε το πέρασμα από την Κάτω Μακεδονία στην Άνω και αντίστροφα. Η πόλη αναπτύχθηκε ιδιαίτερα μετά τα μέσα του 2ου αιώνα π.Χ., όταν πέρασε από εκεί η Εγνατία οδός. Η παρουσία νομισμάτων από τη Ρώμη, την Ιλλυρία, τη Θεσσαλία και άλλες πόλεις του μακεδoνικού βασιλείου, καθώς και η εύρεση αμφορέων από τη Ρόδο, τη Θάσο και την Ιταλία δείχνουν το ευρύ φάσμα των εμπορικών συναλλαγών της.

Στο τέλος του 2ου και στις αρχές του 1ου αιώνα π.Χ. αναπτύσσεται ακμαίο εργαστήριο κεραμικής, η παραγωγή του οποίου δεν περιορίζεται απλά στην πιστή μίμηση προτύπων των μεγαλύτερων αστικών κέντρων της Μακεδονίας, αλλά προχωρεί και σε δικές του δημιουργίες. Έτσι, παρά τις πολλές ομοιότητες που παρατηρούνται με τα αντίστοιχα αγγεία από την πρωτεύουσα Πέλλα, οι επτά πήλινες μήτρες, η μία σφραγίδα και το μοναδικό έκμαγμα σφραγίδας που βρέθηκαν ενισχύουν την άποψη αυτή. Το εργαστήριο παράγει, επίσης, και πρωτότυπα σχήματα αγγείων πλαστικών, ένα θυμιατό με απεικόνιση Έρωτα και Ψυχής, ένα πλαστικό ηθμό σε σχήμα ποδιού εφήβου και ένα μεγάλο σκύφο με σειληνό και μέδουσα.

Στον 2ο προχριστιανικό αιώνα λειτουργεί, επίσης, σημαντικό εργαστήριο κοροπλαστικής. Ικανός αριθμός μητρών για κατασκευή ειδωλίων, αλλά και ένα συμπαγές πήλινο πρόπλασμα για κατασκευή μήτρας πήλινου γυναικείου ειδωλίου, δίνουν μικρό μόνο δείγμα από τις δραστηριότητες του. Αγαπητά θέματα του είναι τα ειδώλια των γυναικείων μορφών με ποδήρεις χιτώνες, προτομές Ενοδίας ή Κυβέλης,Έρωτες και απεικονίσεις σε πίνακες του Διονύσου ή της Αφροδίτης. Παράλληλα,λειτουργούν στην πόλη και εργαστήρια μεταλλοτεχνίας. Τα αντικείμενα που κατασκευάζονται είναι κυρίως σιδερένια εργαλεία και χάλκινα μικρά διακοσμητικά αντικείμενα για τις πόρτες, τα μικροέπιπλα ή πολυτελή χρηστικά μικροαντικείμενα.

Τα μαρμάρινα, τέλος, αγάλματα και οι στήλες μαρτυρούν ότι στην πόλη λειτουργούσε και εργαστήρι λιθοξοϊκής, η ακμή του οποίου θα πρέπει να τοποθετηθεί από τα μέσα του 2ου μέχρι το πρώτο μισό του 1ου αιώνα π.Χ. Χωρίς να παράγει έργα υψηλών αξιώσεων, αποτελεί, ωστόσο, ενδεικτικό στοιχείο της οικονομικής ευμάρειας της πόλης και του υψηλού επιπέδου διαβίωσης των κατοίκων της στα χρόνια αυτά.

Τα γλυπτά, μαζί με τα ειδώλια, δίνουν σημαντικές πληροφορίες για τη θρησκευτική ζωή των κατοίκων της. Κυρίαρχη θεότητα στο πάνθεον είναι ο Δίας. Το ιερατείο του είναι ισχυρό και ασκεί εξουσία. Ιδιαίτερα αγαπητές θεότητες είναι η Άρτεμις, η Ενοδία, η Κυβέλη και ο Ηρακλής Κυναγίδας. Έντονη είναι η παρουσία, επίσης, της Αφροδίτης, του Έρωτα και του Διονύσου. Τέλος, το ανάγλυφο με την Αθηνά, σε παραλλαγή του τύπου της Παρθένου, είναι ενδεικτικό για την επιρροή που ασκεί η πρωτεύουσα Πέλλα στη μικρή πόλη των Πετρών, για την ονομασία της οποίας έχουν εκφραστεί διάφορες απόψεις, χωρίς κάποια να υπερτερεί έναντι των άλλων.

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Φλώρινας

Το κτήριο του Αρχαιολογικού Μουσείου Φλώρινας άρχισε να κτίζεται το 1964, για να δεχτεί τα αρχαία αντικείμενα, κυρίως από περισυλλογές και παραδόσεις, που ως τότε στεγάζονταν σε κατάστημα της αγοράς της πόλης. Ως το 1970 είχε ολοκληρωθεί η έκθεση του ισογείου, με έργα γλυπτικής στις τρεις αίθουσες του. Η δεύτερη περίοδος εκθετικών εργασιών στο μουσείο αρχίζει στο τέλος της δεκαετίας του '80, με την έκθεση βυζαντινών αρχαιοτήτων σε τμήμα του δεύτερου ορόφου. Το 1991 οργανώνεται στο υπόλοιπο τμήμα του ίδιου ορόφου μόνιμη έκθεση με τα ευρήματα των ελληνιστικών πόλεων στον λόφο του Αγίου Παντελεήμονα Φλώρινας και των Πετρών. Με κύριο στόχο την άμεση ενημέρωση του επισκέπτη, με συνοπτικό και εύληπτο τρόπο, και για ενίσχυση του εκπαιδευτικού χαρακτήρα της, η έκθεση οργανώθηκε κατά θεματικές ενότητες και εμπλουτίστηκε με επεξηγηματικά κείμενα, χάρτες, φωτογραφίες και σχέδια. Σε χάρτη της περιοχής σημειώνονται τα αρχαία διαμερίσματα και προτείνονται αναπαραστάσεις των ελληνιστικών σπιτιών των Πετρών. Σε ανοικτές προθήκες εκτίθενται αβαφή μεγάλα αγγεία καθημερινής χρήσης μαζί με τμήμα της κεράμωσης της στέγης και τμήματα της εντοίχιας διακόσμησης των σπιτιών. Στις κλειστές προθήκες περιλαμβάνονται ανασκαφικά ευρήματα των δύο αρχαιολογικών χώρων στον λόφο του Αγίου Παντελεήμονα Φλώρινας και στις Πέτρες: σύνολα ειδωλίων, μικρότερα αγγεία, χάλκινα αντικείμενα και σκεύη, ανάγλυφοι σκύφοι, αγγεία επισκευασμένα, ποσότητες ρητίνης, σπόροι και ενεπίγραφα χείλη πιθαριών. Ελεύθερα στον χώρο εκτίθενται δύο αγάλματα Αρτέμιδος, οδοδείκτες της Εγνατίας οδού και η χάλκινη ασπίδα από τη Βεγόρα. Τέλος, η ύπαρξη μίας μακέτας του λόφου των Πετρών με τον ανασκαφικό χώρο και η αναπαράσταση εσωτερικού δωματίου από σπίτι του νότιου πλατώματος, δίνει μία πιο ολοκληρωμένη εικόνα της αρχαίας πόλης.

Την περίοδο 1998-1999 πραγματοποιήθηκε επανέκθεση στο ισόγειο του μουσείου, παράλληλα με μία σειρά επισκευών και βελτιώσεων τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό του κτηρίου. Η νέα έκθεση σχεδιασμένη με τη σύγχρονη μουσειακή αντίληψη, που θέλει τον επισκέπτη όχι απλό θεατή, αλλά κοινωνό του έργου του αρχαιολόγου και συγχρόνως με μια έντονα εκπαιδευτική διάσταση, που αποβλέπει στο κέντρισμα του ενδιαφέροντος, κυρίως των νεαρών επισκεπτών, αναπτύσσεται στις τέσσερις αίθουσες του ισογείου σε τρεις βασικές θεματικές ενότητες. Στην πρώτη ενότητα, αριστερά της εισόδου, ο επισκέπτης ενημερώνεται για την ιστορία της περιοχής που καλύπτει σήμερα ο νομός Φλώρινας και για την ως σήμερα αρχαιολογική έρευνα. Κύριο, ωστόσο, θέμα της ενότητας είναι το περιβάλλον και οι δραστηριότητες του ανθρώπου στην Προϊστορική εποχή. Ο επισκέπτης, μέσα από ένα πλούσιο ενημερωτικό υλικό, αντλεί πληροφορίες για τη γεωμορφολογική εξέλιξη, τη μορφολογία του εδάφους, την εξέλιξη της χλωρίδας και της πανίδας στην Προϊστορική εποχή στον νομό Φλώρινας, καθώς και για τη θέση των γνωστών ως σήμερα προϊστορικών οικισμών. Η ανθρώπινη δραστηριότητα παρουσιάζεται μέσα από τα ευρήματα της ανασκαφής του Αρμενοχωρίου, την κεραμική, τα είδη οικοτεχνίας, τα υλικά δόμησης κλπ., με τη χρησιμοποίηση άφθονων σχεδιαστικών και ζωγραφικών αναπαραστάσεων, αλλά και στοιχείων που προέκυψαν από ηλεκτρονική επεξεργασία. Τα απολιθωμένα οστά ενός ελέφαντα του τύπου elephas palaeoloxodon (500.000-200.000 π.Χ.), διαδεδομένο είδος στη Μακεδονία, που βρέθηκε σε εργασίες αμμοληψίας στην περιοχή του Αμυνταίου, εκτίθενται στο κέντρο της αίθουσας αυτής, δείγμα του πλούσιου παλαιοντολογικού υλικού από τον νομό. Στη δεύτερη και τρίτη αίθουσα εκτίθεται η δεύτερη θεματική ενότητα με αντιπροσωπευτικά έργα γλυπτικής από διάφορες περιοχές του νομού Φλώρινας, έργα τοπικών εργαστηρίων, χωρίς ιδιαίτερες ποιοτικές αξιώσεις πολλές φορές, που μαρτυρούν όμως την ύπαρξη οργανωμένων εργαστηρίων λιθοξοϊκής, την ανάπτυξη των οποίων ενίσχυσε η οικονομική ευρωστία της περιοχής, ιδίως στη Ρωμαϊκή εποχή. Εκτίθενται ανάγλυφες στήλες με παραστάσεις ιππέων που σχετίζονται με τη λατρεία των αφη-ρωισμένων νεκρών, στήλες με πορτρέτα των νεκρών, μία διαδεδομένη διακόσμηση ταφικών μνημείων που επικρατεί στη Μακεδονία από τις αρχές κυρίως του 1ου αιώνα π.Χ. και συνεχίζεται ως το τέλος του 4ου αιώνα μ.Χ., με ιδιαίτερη αύξηση της παραγωγής τους στο δεύτερο μισό του 2ου αιώνα μ.Χ., στήλες με απεικονίσεις θεοποιημένων νεκρών, που φέρουν συχνά το όνομα θεοτήτων ή σχετίζονται με αυτές ως προς το επάγγελμα ή τα φυσικά προσόντα. Ακόμα εκτίθενται αγάλματα και επιγραφές. Οι θρησκευτικές δοξασίες, τα ταφικά έθιμα, οι κοινωνικές αντιλήψεις κυρίως της Ρωμαϊκής εποχής, στον νομό Φλώρινας προβάλλουν μέσα από τα εκθέματα των δύο αιθουσών και αποδεικνύουν την αδιάσπαστη συνέχεια της ιστορίας της περιοχής.Στην τέταρτη αίθουσα εκτίθεται ένα ψηφιδωτό με γεωμετρικά σχέδια και επιγραφές, που διακοσμούσε το δάπεδο κτηρίου ρωμαϊκών χρόνων (2ος/3ος αι. μ.Χ.), το οποίο ανασκάφτηκε στις Κάτω Κλεινές.

aireti1
politistikes1
phone1
farmakeia1
webcam1
dromologia1
fuel
banner_eolika_parka_florina

Πρόγνωση καιρού

°F°C
Φλώρινα
Cloudy
Humidity: 71%
Wind: N at 10 mph
Thu
Rain
3 | 11
Fri
Mostly Sunny
5 | 13
Sat
Clear
5 | 22

Χρήσιμοι Σύνδεσμοι

diaygeiahoriz
banner_kephorizkepe
dktpta