Φλώρινα



Στη Φλώρινα, με τις πολλές λίμνες και τα δασωμένα βουνά, υπάρχει ευνοϊκό φυσικό περιβάλλον για την ανάπτυξη φυτών, θάμνων και δέντρων, των οποίων τα ευλύγιστα, μακριά και λεπτά στελέχη ή κλαδιά προσφέρονται, για να γίνουν πλεκτά αντικείμενα για ποικίλες χρήσεις, εξοπλισμός για την επένδυση του σπιτιού και απλές ή σύνθετες οικοδομικές κατασκευές. Οι κάτοικοι των χωριών γύρω από τις λίμνες -ψαράδες, γεωργοί ή κτηνοτρόφοι- ως το τέλος της δεκαετίας του '50 ασχολούνταν παραπληρωματικά στις ελεύθερες ώρες τους με την καλαθοπλεκτική, για να καλύψουν τις ανάγκες του σπιτιού, και οι πιο επιδέξιοι, για να ενισχύσουν το εισόδημα τους. Σ' αυτή την περίπτωση ήταν μία εργασία οικογενειακού χαρακτήρα στην οποία συμμετείχαν όλα τα μέλη.
Η υδροχαρής βλάστηση της Φλώρινας, όπως καλάμια, ψαθιά, βέργες, που αναπτύσσεται μέσα σ' έναν πανέμορφο υδροβιότοπο, είναι πολύτιμο υλικό της φύσης, που δεν στοιχίζει τίποτα, γιατί φυτρώνει μόνο του σε εδάφη όπου υπάρχει νερό. Η λίμνη της Χειμαδίτιδας, η διπλανή της Ζάζαρη προς νότο και οι δίδυμες Μικρή και Μεγάλη Πρέσπα βορειοδυτικά, διαθέτουν σε μεγάλες εκτάσεις αυτοφυή υδρόβια και υδροχαρή φυτά σε διάφορες ποικιλίες κατάλληλα για πλέξιμο, όπως είναι οι καλαμιώνες και οι θάμνοι.
Στους καλαμιώνες ανήκει πρώτιστα η γνωστή κίτρινη καλαμιά, με το ξυλώδες αρθρωτό στέλεχος, ύψους τρία μέτρα και άνω. Στην ίδια ομάδα συγκαταλέγεται το ραγόζι (ραγάζι ή ρογόζι και ρογκόζι ή ρογούζι), με ρίζα στο έδαφος (ύψος 2-4μ.) που αποτελείται από δύο ή τρία ημικυλινδρικά επάλληλα φύλλα σ' όλο το ύψος του βλαστού του που το κάνουν να μοιάζει μεσκούρο λεπτό καλάμι. Αναγνωρίζεται από το κυλινδρικό του λουλούδι. Ακολουθεί το σάζι ή ψαθί, που αποτελεί ποικιλία του προηγούμενου και είναι πολύ διαδεδομένο νοτιότερα. Υπάρχουν, επίσης, η κάντρα (ρακίτα) ή καρεκλόχορτο, που στη Χειμαδίτιδα είναι πασίγνωστο πρώτης ποιότητας ποώδες καλαμόχορτο, το παπύρι (ο γνωστός από την αρχαία Αίγυπτο πάπυρος) που είναι σπανιότερο σ' αυτά τα μέρη, και τέλος, το γνωστό βούρλο ή απλοϊκά χόρτο (σχοίνο) με τη ρίζα μέσα στο νερό. Με το όνομα του χαρακτηρίζονται από το λαό και άλλα όμοια φυτά σε βάλτους ή στις όχθες ποταμών, ρυακιών, ρεμάτων, πηγών και γενικά σε υγρασίες. Οι σημερινοί πλέκτες των πόλεων, όλα τα φυλλοειδή ή ποώδη καλαμόσχημα φυτά, με μία λέξη τα ονομάζουν ψάθες ή χόρτα.
Στα θαμνώδη φυτά με ξυλώδεις βέργες (βίτσες) ανήκει η ιτιά. Προτιμάται ιδιαίτερα, όχι μόνο λόγω της αφθονίας της στη λίμνη Χειμαδίτιδα, αλλά και για το γερό ευλύγιστο ξύλο της. Γίνεται και δέντρο με μακριά, λεπτά, εύκαμπτα κλαδιά, που συναντάται σε υγρά μέρη, ακόμα και σε μεγαλύτερα ύψη. Το ίδιο και η λυγαριά (αλυγαριά, λύγος), ποιοτικά λίγο κατώτερη της ιτιάς, αναζητά την υγρασία, αλλά ευδοκιμεί και σε πιο ξηρά μέρη. Η καλαμποκιά (αραβόσιτος), γνωστό δημητριακό που θέλει νερό και γι' αυτό καλλιεργείται στα πιο πεδινά μέρη, προσέφερε τα υπόλευκα φύλλα που περιβάλλουν το κοτσάνι με τον καρπό στη διακοσμητική χορτοπλεκτική.
Στα άγονα ορεινά καλλιεργείται η σίκαλη και η βρίζα, γιατί από όλα τα σιτηρά έχει το πιο μακρύ, λεπτό, γερό και ευλύγιστο στέλεχος-καλάμι, κατάλληλο για χορτοπλεκτική. Στα ορεινά δάση ευδοκιμούν η φουντουκιά (λεπτοκαρυά) και η κρανιά, θαμνοειδή δέντρα, που τα νέα φυντάνια και τα τρυφερά κλαδιά τους χρησιμοποιούνται για τη βεργοπλεκτική. Ακόμη κι η οξιά, που γίνεται μεγάλο δέντρο, δίνει φυντάνια από τη ρίζα και τρυφερά κλαδιά. Στις Πρέσπες, όμως, βασιλιάς των βουνών είναι το ενδημικό είδος του κέδρου (άρκευθος). Το κλαδί του είναι το πιο γερό και ανθεκτικό, «δεν το τρώει το μαμούνι», είναι ευλύγιστο, όμορφο και το πιο κατάλληλο για πλέξιμο.
Καλάμια, στελέχη σιτηρών, βλαστοί, λεπτά κλαδιά, φλούδες και φύλλα είναι λοιπόν τα υλικά της τέχνης. Όσο υπήρχε ο βάλτος της Χειμαδίτιδας και της Ζάζαρης, τα γύρω χωριά είχαν επάρκεια πρώτης ύλης. Μετά όμως τη μερική αποξήρανση του (1960-64), άρχισε να υπάρχει έλλειψη και έκτοτε οι καλαθοπλέκτες συνήθιζαν να ταξιδεύουν σε κοντινές ή μακρινές λίμνες αναζητώντας υλικό για τη δουλειά τους.
Συλλογή και προετοιμασία υλικού
Η συλλογή του υλικού γίνεται όταν τα φυτά έχουν τους περισσότερους χυμούς τους. Έτσι, γύρω στον Οκτώβριο, οπότε ωριμάζουν οι καλαμιές, θεωρείται ως η πιο κατάλληλη εποχή του θερισμού τους. Το θέρισμα της καλαμιάς και το κάψιμο των ριζών της κάνει καλό στη λίμνη, γιατί την αναζωογονεί, καθώς φυτρώνουν νέα τρυφερά καλάμια, που είναι και τροφή για τα ζώα. Το φθινόπωρο επίσης, ανέβαιναν στο βουνό και έκοβαν τα κλαδιά φουντουκιάς, κρανιάς και κέδρου, για να είναι υγρά και ευλύγιστα. Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, επί μία έως δύο βδομάδες, μάζευαν το σάζι και την κάντρα (ρακίτα), ενώ στα τέλη Μαΐου με Ιούνιο θέριζαν τον πάπυρο και την ιτιά. Στο παρελθόν οι χορτοπλέκτες, την εποχή του θερισμού, για την πρόχειρη διαμονή τους, κατασκεύαζαν βεργόπλεκτες καλύβες στις όχθες της λίμνης. Βουτούσαν στα νερά ως τη μέση και έκοβαν όσο καλάμι, σάζι ή κάντρα χρειάζονταν. Τα έβγαζαν έξω, τα έστηναν όρθια σε κώνους για ν' αερίζονται. Τα άφηναν να στεγνώσουν λίγο για να μην ανάψουν ή μουχλιάσουν και μετά δύο-τρεις ημέρες τα ξεφλούδιζαν. Το ξεφλούδισμα ήταν προαιρετική διαδικασία. Παλιά ξεφλούδιζαν με το σουγιά και το χέρι ατέλειωτες ώρες. Γι' αυτό ανέθεταν αυτήν τη δουλειά στις γερόντισσες. Μετά χρησιμοποιούσαν και χρησιμοποιούν ακόμη και σήμερα το δίχαλο, ξύλινο ή σιδερένιο. Η δουλειά γίνεται γρηγορότερα, καλύτερα και ευκολότερα με δύο άτομα: το ένα κρατά τεντωμένη τη βέργα και το άλλο σέρνει επάνω της με δύναμη και προσοχή το δίχαλο, αφαιρώντας τη φλούδα. Τελευταία ένας σφικτήρας αντικαθιστά το δεύτερο άτομο.
Μία άλλη προεργασία είναι το σχίσιμο του καλαμιού ή της βέργας στα δύο, ακόμη και στα τέσσερα, ανάλογα με το σκεύος και τη χρήση που επιθυμούσαν. Αφενός για να πετύχουν οικονομία, αφετέρου για να δημιουργήσουν λεπτότερα, ευέλικτα και ανθεκτικά ελάσματα με μεγαλύτερες δυνατότητες σύνθετων σχεδίων, που έτσι τα καθιστούν πιο διακοσμητικά και κατά συνέπεια προσφορότερα για πώληση. Το σχίσιμο γίνεται με τη βοήθεια του «αυγού», ενός αυτοσχέδιου ξύλινου εργαλείου με βαθύ τριπλό κόψιμο στη μύτη, όπου είναι εμφυτευμένες ακτινωτές λεπίδες.
Τα εργαλεία τους ήταν λιγοστά και απλά, αφού όλα σχεδόν γίνονταν με τα χέρια. Ανάμεσα στα βασικά ήταν το δρεπάνι για το θερισμό, αλλά την καλύτερη δουλειά έκανε ο διπλωτός πριονωτός σουγιάς (τσεκμές), που τον χρησιμοποιούσαν σε όλες σχεδόν τις φάσεις εργασίας για κόψιμο, καθάρισμα, σχίσιμο κτλ. Επίσης, μεταχειρίζονταν το σουγλί, για ν' ανοίγουν τρύπες και να περνούν ένα κλαδί, βέργα ή καλάμι μέσα στο άλλο, το δίχαλο για το ξεφλούδισμα της βέργας και το ξύλινο αβγό για διευκόλυνση στο σχίσιμό της. Ήταν ακόμη σε χρήση τα ξύλινα καλούπια, για να κάνουν σταθερά τα νούμερα στα διάφορα μεγέθη, το σφυρί για το κάρφωμα της βέργας στη γη, όταν έκαναν τα κοφίνια, το ξυλόσφυρο και η σαΐτα για την ύφανση της ψάθας και, τέλος, η βελόνα για όσες περιπτώσεις ήταν αναγκαίο το ράψιμο.
Το πλέξιμο απαιτεί χρόνο, υπομονή, επιδεξιότητα, ταχύτητα, πείρα και γνώση των αντιδράσεων κάθε φυτού. Σε επίπεδο καλλιτεχνίας προϋποθέτει πρωτοβουλία και αισθητική αντίληψη σε σχέση με την ειδική χρήση του κάθε αντικειμένου. Τα παραπάνω προσόντα διαθέτουν συνήθως οι μεγαλύτεροι στην ηλικία, χωρίς βέβαια να αποκλείονται οι νεότεροι.
Πλεκτική: υλικό και αντικείμενο
1. Καλάμι για καλαμωτή και καλάθια
Το πλέξιμο της καλαμωτής ήταν μια συλλογική, ρυθμική και απόλυτα συντονισμένη δουλειά, που γινόταν με σύνθετο τρόπο από επτά άτομα. Τα έξι στη σειρά κρατούσαν ισάριθμα στημόνια από στριμμένα νήματα χόρτου και έδεναν συγχρόνως ανά 40-50 πόντους τα καλάμια που τους τροφοδοτούσε το έβδομο άτομο. Από ένα δεμάτι λεπτά καλάμια παρήγαγαν καλαμωτή μήκους δέκα μέτρων και πλάτους δυόμισι, όσο, δηλαδή, το ύψος του καλαμιού. Όπως ακριβώς γίνεται στον αργαλειό με το ύφασμα. Καθώς προχωρούσαν, τύλιγαν σε ρολό την καλαμωτή που κατασκεύαζαν. Μ' αυτή τη μορφή, δηλαδή σε ρολά, πουλούσαν την καλαμωτή στην αγορά.
Τις καλαμωτές χρησιμοποιούσαν παλιότερα και για το πέτσωμα στις στέγες, κυρίως μαντριών και στάβλων, αλλά και σπιτιών. Τις κάλυπταν με άχυρα (από σίκαλη), χόρτα (από ραγόζι κ.ά.) ή με κεραμίδια. Για να φτιάξουν τα ταβάνια των δωματίων, κάρφωναν στις ξυλοδεσιές καλαμωτές και μετά τις σουβάντιζαν. Με καλαμωτή, επίσης, ακολουθώντας την τεχνική του σάντουιτς, έκαναν τους διαχωριστικούς εσωτερικούς τοίχους, παραγεμίζοντας το κενό με πετραδάκια, κεραμιδάκια και λάσπη. Όλες αυτές οι τεχνικές διακρίνονται τώρα στα ερείπια παλιών σπιτιών.
Σημαντική ήταν και η χρήση του καλαμιού για την κατασκευή των πασίγνωστων στο παρελθόν πλεκτών καλαθιών. Έσχιζαν το καλάμι στα δύο ή στα τέσσερα, το μούσκευαν και έπλεκαν τις λωρίδες του σε οριζόντιες επάλληλες σειρές γύρω από τις κάθετες βέργες του σκελετού. Τα καλάθια είχαν συνήθως κυλινδρικό σχήμα με μία, πλεκτή επίσης, ημικυκλική λαβή στο επάνω μέρος, όπου και το ιδιαίτερα ενισχυμένο χείλος. Η χρήση τους ήταν πολύ διαδομένη, καθόσον κάλυπταν πολλές ανάγκες, όπως τη συλλογή, τη μεταφορά και τη φύλαξη προϊόντων της γης, την αποθήκευση τροφίμων, τη μεταφορά διαφόρων αγαθών και άλλα πολλά. Τέτοια καλάθια κατασκεύαζαν κυρίως οι τσιγγάνοι, που ήταν πιο ειδικευμένοι σ' αυτό το είδος. Αντίθετα, οι Φλωρινιώτες έπλεκαν καλάθια από ιτιά ή κάντρα.
2. Ραγόζι - Σίκαλη
Στη Μικρολίμνη με τα δίμετρα μέχρι και τρίμετρα φύλλα από το ραγόζι, που τα έβρεχαν και τα έστριβαν για να γίνουν σαν κορδόνια, έπλεκαν ατέλειωτες χοντρές πλεξούδες. Στη συνέχεια τις έραβαν μεταξύ τους με σπάγγο, κατά τη φορά που οργώνουν τα βόδια (βουστροφηδόν), εμπρός-πίσω, για να φτιάξουν χοντρά στρωσίδια, τις λεγόνενες «ραγουζίνες», στις διαστάσεις που επιθυμούσαν. Στη Μικρολίμνη, επίσης, με το ραγόζι έπλεκαν δίχτυα χρησιμοποιώντας σαΐτα από κρανιά. Μ' αυτό έδεναν σαν στημόνι ανά 40-50 πόντους τα καλάμια το ένα δίπλα στο άλλο, για να κάνουν τις καλαμωτές. Μ' αυτό το υλικό έκαναν και τις γνωστές ψάθινες πλεκτές καρέκλες. Το συνηθέστερο όμως, έκαναν τις αρμαθιές από κρεμμύδια και σκόρδα, πλέκοντας με το ραγόζι την ουρά τους.
Στα ορεινά μέρη έπλεκαν αντίστοχες ραγουζίνες με τούφες από καλαμιά σίκαλης (βρίζα), που ήταν πολύ γερή, ευλύγιστη και μαλακιά, όταν την έβρεχαν. Επίσης, με τέτοιες πλεξούδες έντυναν εξωτερικά τις νταμιτζάνες του τσίπουρου, κατά πρώτον για να διατηρείται κρύο το περιεχόμενο και κατά δεύτερο, και κυριότερο για να προστατεύεται το εύθραυστο γυάλινο, ακριβό σκεύος. Η πιο συνήθης και απλή δουλειά που έκαναν στις ορεινές περιοχές οι γυναίκες ήταν να πλέκουν με σίκαλη αρμαθιές από κρεμμύδια και σκόρδα.
3. Σάζι ή ψαθί ή χόρτο-κάντρα
Με σάζι ή ψαθί και με ραγόζι ύφαιναν σε υπαίθριους όρθιους αργαλειούς τις απλές γνωστές ψάθες, που χρησιμοποιούσαν ως στρωσίδια όλοι οι κάτοικοι της υπαίθρου επάνω στο χωμάτινο πάτωμα, αλλά και ως μονωτική επένδυση στους τοίχους ή ακόμη ως απλό διαχωριστικό σε μονόχώρες κατοικίες με πολλά μέλη οικογενειών.
Με χόρτο, που στις Πρέσπες το ονόμαζαν ραγόζι, στη Βεγορίτιδα σάζι και στη Χειμαδίτιδα κάντρα, έπλεκαν ψάθινες καρέκλες. Έστριβαν δύο-τρία φύλλα μαζί ανάμεσα στις δύο παλάμες, κρατώντας με τα δόντια τις άκρες, και τύλιγαν με τέχνη το χόρτο γύρω από κάθε καρεκλοποδαρο στο σημείο της βάσης, δηλαδή της έδρας του καθίσματος, ώσπου να γεμίσει. Ενίοτε δημιουργούσαν σχέδια με μία μέχρι τρεις χρωματιστές σειρές από φύλλο της κουκουνάρας του καλαμποκιού, βαμμένο σε πράσινο, κόκκινο ή μπλε, που το τύλιγαν γύρω από το χόρτο. Αυτές οι καρέκλες ήταν λίγο ακριβότερες από τις άλλες.
Στην περιοχή της Χειμαδίτιδας με κάντρα ή καρεκλόχορτο, που το θεωρούσαν πρώτης ποιότητας υλικό σε σχέση με τα άλλα, έπλεκαν επίσης μεγάλες νταμιτζάνες τσίπουρου, φιάλες και παγούρια νερού. Στο Ξινό Νερό χρησιμοποιούσαν κάντρα ως στημόνι στις υφαντές από ραγόζι ψάθες και στις καλαμωτές, αλλά και για το δέσιμο των δεματιών του σιταριού στον θερισμό.
4. Βέργες ιτιάς, λυγαριάς, φουντουκιάς και κέδρου
Με άγριες ιτιόβεργες έφτιαχναν όχι μόνο καλάθια και πανέρια, αλλά παγίδες και φυλακές για τα ψάρια των ποταμών, καλύμματα για νταμιτζάνες, κωνικές επιχρυσωμένες κυψέλες για μέλισσες, πυκνά κλουβιά για αρνάκια και γουρουνοκάλυβα (κουτσίνες), φωλιές για κότες, φίμωτρα για ζώα (βόδια, άλογα), μικρά και μεγάλα κοφίνια (οι Πόντιοι τα έλεγαν σελέδες), πυκνοπλεγμένα ή αραιοπλεγμένα ανάλογα με το περιεχόμενο (για τον τρύγο βαθιά, για τα καπνά φαρδιά, για την κοπριά και τα άχυρα αραιά κ.ο.κ.).
Με πιο χοντρές βέργες ιτιάς έπλεκαν σβάρνες για να ισιώνουν το χωράφι σπάζοντας τους σβώλους. Για μεγάλα κοφίνια έκοβαν κλαδιά φουντουκιάς και σπανιότερα κρανιάς. Επίσης, από λυγαριά, αυτοφυή στις ακρολιμνιές, ακροποταμιές και ρέματα, που την θεωρούσαν κατώτερο υλικό από την ιτιά. Λυγαριά χρησιμοποιούσαν περισσότερο οι τσιγγάνοι.
Οι κτηνοτρόφοι στα βουνά των Πρεσπών έπλεκαν με κλαδιά κέδρου τις στρογγυλές τους καλύβες, τις στρούγκες και τα μαντριά (επίδραση και από την πολύχρονη, αλλά περιοδική διαμονή των νομάδων Βλάχων και Σαρακατσάνων). Ανάλογα με το πάχος του κλαδιού προσδιοριζόταν η χρήση του. Τα χοντρότερα κλαδιά τα χρησιμοποιούσαν στην οικοδομική, ενώ τα λεπτότερα στα αντικείμενα και σκεύη.
Για το πλέξιμο του μεγάλου κοφινιού, που προοριζόταν για διάφορες γεωργικές, εμπορικές και οικιακές χρήσεις, έκαναν έναν κύκλο στο χώμα και φύτευαν βέργες ανά δέκα εκατοστά. Γονατιστοί άρχιζαν να πλέκουν από κάτω (χείλος) προς τα επάνω (πάτος) μέσα-έξω, μία με την άσπρη (εσωτερική) πλευρά της σχισμένης βέργας προς τα έξω, και μία με την καφέ (εξωτερική). Αυτό έδινε στερεότητα αλλά και ομορφιά με τη διχρωμία. Μόλις έφταναν στο μέσο, μάζευαν τις κορφές και τις έδεναν για να συνεχίσουν κλείνοντας προς τη βάση. Εκεί πρόσθεταν οριζόντιες βέργες πλέκοντας τες με τις κάθετες για να κάνουν χοντρό και στερεό τον πάτο. Μετά αναποδογύριζαν το κοφίνι και ολοκλήρωναν το χείλος. Με τον ίδιο τρόπο έπλεκαν τα κοφίνια στο Βαρικό και το Ξινό Νερό καρφώνοντας -«φικάροντας» όπως λένε-τις βέργες στο χώμα. Στα χωριά όμως της επάνω Πρέσπας, Λαιμό, Άγιο Γερμανό, Ψαράδες, το χείλος ήταν καγκελωτό και γινόταν με κλαδιά που είχαν γόνατο απ' τη μάνα σαν μπαστούνια. Έτσι, στο τέλος η καμπύλη του ενός αγκάλιαζε την καμπύλη του άλλου, δίνοντας ένα πολύ διακοσμητικό σύνολο.

(Αριστερά:Μικρολίμνη, κοτέτσι από κέδρο, αληθινό σπιτάκι. Μέσα έχει πλεκτή σκαλωσιά για να κουρνιάζουν οι κότες.Δεξιά:Λαιμός, κοφίνι από φουντουκιά με καγκελωτό χείλος. Σήμερα χρησιμοποιείται ως φωλιά κότας)
Το πιο όμορφο και παράξενο πλεκτό είδος είναι το πρεσπιώτικο καλάθι από κέδρο. Είναι ενδιάμεσο σχήμα μεταξύ καλαθιού και πανεριού, σχεδόν οβάλ και ρηχό, με χερούλι από επάνω που έχει ποικίλες χρήσεις ανάλογα με το μέγεθος του. Υπάρχει το μεγάλο ψαροπάνερο, για να ψαρεύουν τα τσιρόνια -μικρά ενδημικά ψαράκια στα αβαθή της Πρέσπας- και να τα πουλούν αμέσως,ενώ στραγγίζουν τα νερά. Σ' αυτό, επίσης, μαζεύουν τα λαχανικά, τα φρούτα, τους ξηρούς καρπούς κ.ά. Πλέκεται και σε μικρότερο μέγεθος, για χρήσεις στο σπίτι και για τα μικροπράγματα της νοικοκυράς. Τέλος, υπάρχουν και τα πολύ μικρά και χαριτωμένα καλαθάκια, που κρατούσαν τα παιδάκια στα κάλαντα της πρώτης Μαρτίου (χελιδονίσματα) και του Λαζάρου (λαζαρικά), για τα αυγά που μάζευαν. Το πλέξιμο αυτού του μικρού καλαθιού με τον δίλωβο πάτο και τον ρομβοειδή κόμβο στον σταυρό βάσης-χείλους, είναι δύσκολη υπόθεση και θέλει ιδιαίτερη τέχνη και επιδεξιότητα. Πολλοί ήταν εκείνοι που ήξεραν να τα κατασκευάζουν, αλλά οι κάτοικοι των άλλων χωριών της Πρέσπας δεν είχαν καιρό για τέτοια χρονοβόρα απασχόληση. Έτσι, τα παρήγγειλαν στους καλαθοπλέκτες των Ψαράδων, οι οποίοι ασχολούνταν επαγγελματικά μ' αυτό το είδος της λαϊκής τέχνης.
Σημερινή κατάσταση
Τα εργαστήρια καλαθοπλεκτικής και ψάθινων ειδών καθημερινά μειώνονται. Μετά το θάνατο ή την παραίτηση λόγω ηλικίας πολλών από το επάγγελμα, δεν ακολουθούν οι νεότεροι, γιατί δε συμφέρει οικονομικά. Τα καταστήματα στη Θεσσαλονίκη, τα οποία απασχολούσαν καλαθοπλέκτες με μεροκάματο, κλείνουν για τους ίδιους λόγους.Στο Βαρικό, παραδοσιακό χωριό σ' αυτό το είδος,εκείνοι που σήμερα ασκούν εποχιακά την καλαθοπλεκτική μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού.Μετά το θάνατο (1999) του καλύτερου και του πιο παραγωγικού καλαθοπλέκτη Θεόδωρου Παπαστεργίου, σε ηλικία περίπου 70 ετών, η τέχνη έχει ένα μεγάλο κενό. Επιπρόσθετα, η προμήθεια ειδών καλαθοπλεκτικής από άλλες περιοχές συμβάλλει ακόμη περισσότερο στη σταδιακή συρρίκνωση του επαγγέλματος στον νομό της Φλώρινας.
(Πάνω:Βαρικό, 1992. Ο Θεόδωρος Παπαστεργίου ανάμεσα στις καθαρισμένες ιτιόβεργες πλέκει πάτο για πανέρι)